
Οπως τονίστηκε ιδιαίτερα από τον Πρόεδρο του ΔΣΑ Ανδρέα Κουτσόλαμπρο ο Εισαγγελέας ΑΠ "όφειλε να αυτοεξαιρεθεί από την υπόθεση δεδομένου ότι
κατά την επίδικη περίοδο των παρακολουθήσεων κατείχε θέση αναπληρωτή
Στην συνέντευξη Τύπου συμμετείχαν ο πρόεδρος του ΔΣΑ Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης και πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ Αντώνης Ρουπακιώτης, ο πρώην υπηρεσιακός υπουργός Εσωτερικών και ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ
Νίκος Αλιβιζάτος, η αντιπρόεδρος του ΔΣΑ Χριστίνα Τσακλή και ο
δικηγόρος Βασίλης Χειρδάρης.
Την συνέντευξη Τύπου συντόνισε ο γενικός γραμματέας του ΔΣΑ Κώστα Καρέτσος.
Κατ΄ αρχάς, ο πρόεδρος του ΔΣΑ επισήμανε την ενότητα του
δικηγορικού σώματος και την ταυτόσημη άποψη όλων των μελών του
Διοικητικού Συμβουλίου ως προς το ζήτημα της μη ανάσυρσης από το
αρχείο της υπόθεσης των τηλεφωνικών υποκλοπών από τον Εισαγγελέα του
Αρείου Πάγου Κωνσταντινοι Τζαβέλλα, τονίζοντας ότι « όλα τα μέλη του
Δ.Σ. εξέφρασαν την άποψη ότι απαιτείται περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης».
Ακόμη, κατά την διάρκεια της συνέντευξης επισημάνθηκε ότι στο
δικαστήριο του Στρασβούργου, σύμφωνα με πρόσφατα Ευρωπαικά κριτήρια,
υπάρχει βάση για να ευδοκιμήσει μια προσφυγή κατά της πράξης του κ.
Τζαβέλλα για την μη ανάσυρσης της δικογραφίας της υπόθεσης των
υποκλοπών από το αρχείο.
Αναλυτικότερα, οι θέσεις των εισηγητών έχουν ως εξής:
Κώστας ο Καρέτσος, Γενικός Γραμματέας Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών
Σας καλωσορίζω στη συνέντευξη τύπου που διοργανώνει ο Δικηγορικός
Σύλλογος Αθηνών με θέμα την υπόθεση των τηλεφωνικών υποκλοπών.
Σκοπός της σημερινής εκδήλωσης είναι η ολόπλευρη ενημέρωση των
δικηγόρων και κυρίως της κοινής γνώμης πάνω στο δυσώδες αυτό σκάνδαλο
που υπονομεύει την Κοινοβουλευτική μας Δημοκρατία, το Κράτος Δικαίου
και τους Θεσμούς.
Το τελευταίο διάστημα οι εξελίξεις είναι ραγδαίες και οι στιγμές
κρίσιμες. Δεν είναι σχήμα λόγου είναι η πραγματικότητα.
Η ιστορική απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών άνοιξε το
δρόμο για την πραγματική διερεύνηση της υπόθεσής. Το δικαστήριο με τα
νέα στοιχεία που αποκάλυψε έκρινε ότι έγινε χρήση παράνομου
κατασκοπευτικού λογισμικού κατά κρατικών αξιωματούχων και διέταξε τη
διαβίβαση της δικογραφίας στην ανάκριση, ζητώντας τη διερεύνηση του
αδικήματος της κατασκοπείας για τους καταδικασθέντες και τους
συνεργούς τους.
Από την πλευρά του ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου αποφάσισε να μην
ανασύρει την υπόθεση από το αρχείο, κρίνοντας ότι δεν στοιχειοθετείται
το έγκλημα της κατασκοπείας, χωρίς να έχει προηγηθεί οποιαδήποτε
ουσιαστική έρευνα, χωρίς εξέταση μαρτύρων και χωρίς έλεγχο κρίσιμων
αποδεικτικών μέσων.
Την ίδια στιγμή, όφειλε να αυτοεξαιρεθεί από την υπόθεση δεδομένου ότι
κατά την επίδικη περίοδο των παρακολουθήσεων κατείχε θέση αναπληρωτή
επόπτη της ΕΥΠ και ήταν διάδικος στην εξεταστική Επιτροπή.
Με αυτά ως δεδομένα, το ΔΣ του ΔΣΑ έκρινε ότι η πράξη του Εισαγγελέα
του ΑΠ συνιστά θεσμική εκτροπή και ζήτησε την παραίτησή του.
Για όλα αυτά τα ζητήματα και για όλες τους τις πτυχές, νομικές,
πολιτικές, ευρωπαϊκές και άλλες βρισκόμαστε σήμερα εδώ να συζητήσουμε.
Την εκδήλωση τιμούν με την παρουσία τους και με την τοποθέτηση ή
εισήγησή τους:
Ο Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κ. Κουτσόλαμπρος.
Η Αντιπρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών κ. Τσαγκλή.
Ο π. Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και πρ. Υπουργός
Δικαιοσύνης κ. Ρουπακιώτης.
Ο ομότιμος καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου του ΕΚΠΑ κ. Αλιβιζάτος, ο
οποίος θα μας ενημερώσει για την πορεία της προσφυγής που έχει ασκήσει
ο ΔΣΑ ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε
συνέχεια της απόρριψης της αίτησης ακύρωσης που άσκησε ο ΔΣΑ ενώπιον
του ΣτΕ κατά των αποφάσεων αντικατάστασης των μελών των Διοικητικών
Συμβουλίων της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών και
του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης.
Ο δικηγόρος κ. Χειρδάρης, ο οποίος δεν μπορεί να παρευρευθεί στην
Συνέντευξη Τύπου λόγω έκτακτης επαγγελματικής υποχρέωσης, αλλά μας
έχει αποστείλει σημείωμα με τις απόψεις του για το ζήτημα: “Θεσμική
υποχρέωση και δικαίωμα των Δικηγορικών Συλλόγων η παρέμβαση στην
υπόθεση των υποκλοπών”, το οποίο θα σας διανεμηθεί.
Ανδρέας Κουτσόλαμπρος, Πρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών
Η παρουσία του Προεδρείου του Δ.Σ.Α. καταδεικνύει σήμερα την ενότητα
του Σώματος και την ταυτόσημη άποψη όλων των μελών του Διοικητικού
Συμβουλίου ως προς το ζήτημα της αρχειοθέτησης της υπόθεσης από τον
Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου της υπόθεσης των υποκλοπών. Και οι τρεις
προτάσεις που κατατέθηκαν προς ψήφιση στο Διοικητικό Συμβούλιο
ανέδειξαν την αντίθεσή μας στην αρχειοθέτηση της υπόθεσης, παρά την
περί του αντιθέτου δικαιοδοτική κρίση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου
Αθηνών. Όλα τα μέλη του Δ.Σ. εξέφρασαν την άποψη ότι απαιτείται
περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης.
Η απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία,
κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Εισαγγελέα της έδρας, διαβιβάστηκε εκ νέου
η δικογραφία στις εισαγγελικές αρχές λόγω επαρκών ενδείξεων τέλεσης
σοβαρών αξιόποινων πράξεων, συμπεριλαμβανομένου του κακουργήματος της
κατασκοπείας, παρά την προηγηθείσα αρχειοθέτηση της υπόθεσης από την
Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, κατέστησε επιτακτική την ανάγκη πλήρους
και διαφανούς διερεύνησης όλων των πτυχών της υπόθεσης, που
αναδείχθηκαν και φυσικά απόδοσης ευθυνών όπου αναλογούν.
Κατά τούτο, η από 27/4/2026 Πράξη του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κ.
Τζαβέλλα, με την οποία, αντί να διατάσσεται περαιτέρω σε βάθος έρευνα
επί τη βάσει της πρόσφατης απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου
Αθηνών και του όγκου των αποδεικτικών στοιχείων που επικαλείται,
διατηρεί την υπόθεση στο αρχείο μας βρίσκει κατηγορηματικά αντίθετους,
καθόσον προσκρούει στο ποινικό δόγμα, στο Κράτος Δικαίου και στην
παγία νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Εξάλλου, δεν πρέπει να εκφεύγει της προσοχής μας, ότι ο ίδιος
εισαγγελικός λειτουργός επόπτευε την ΕΥΠ κατά το κρίσιμο χρονικό
διάστημα, και μολαταύτα, δεν απείχε από το χειρισμό της συγκεκριμένης
υπόθεσης.
Το δικηγορικό σώμα, πιστό στην ιστορική του διαδρομή και τους αγώνες
του υπέρ της δημοκρατίας μετ’ επιτάσεως παρεμβαίνει δημόσια και
διεκδικεί, με όλα τα μέσα που έχει στη διάθεσή του, τη διαλεύκανση της
υπόθεσης και την απόδοση των κατά νόμο ευθυνών. Προς τούτο, προτίθεται
αφ’ ενός να αναδείξει το ζήτημα στα ευρωπαϊκά fora και αφ’ ετέρου να
παράσχει στήριξη στα θύματα των τηλεφωνικών υποκλοπών και τους
δικηγόρους τους σε κάθε νομική ενέργεια που κατατείνει στην αποκάλυψη
της αλήθειας ενώπιον των ελληνικών και ευρωπαϊκών δικαστηρίων.
Σε ζητήματα αρχών, προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών και
του Κράτους Δικαίου, κανείς δεν δικαιούται να σιωπήσει.
Χριστίνα Τσαγκλή, Αντιπρόεδρος Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών
Το ζήτημα της παραβίασης του βασικού ατομικού δικαιώματος στο απόρρητο
των επικοινωνιών, ο ΔΣΑ το έχει υπερασπιστεί με όλες του τις δυνάμεις
και με πληθώρα ενεργειών από το έτος 2022 και μετά, γιατί δικαίως το
θεωρούμε κορυφαίο θεσμικό ζήτημα .
Τα μέλη του ΔΣ, μελετήσαμε το περιεχόμενο της επίμαχης εισαγγελικής
διάταξης, όπως είχαμε μελετήσει και το περιεχόμενο της προηγούμενης
εισαγγελικής διάταξης Ζήση, καθώς και αποσπάσματα της απόφασης του
Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Κυρίως όμως ακούσαμε προσεκτικά, σε δύο
συνεχείς συνεδριάσεις μας, τους συναδέλφους μας που παρέστησαν προς
υποστήριξη της κατηγορίας, κύριο Χρήστο Κακλαμάνη και κύριο Ζαχαρία
Κεσσέ, στους οποίους υποβάλαμε πληθώρα διευκρινιστικών ερωτήσεων.
Τα μέλη της πλειοψηφίας είμαστε απόλυτα και κατά συνείδηση πεπεισμένοι
ότι εν προκειμένω αντιμετωπίζουμε μια πρωτοφανή απόπειρα συγκάλυψης
που κλονίζει τα θεμέλια του πολιτεύματος. Άλλωστε, και η μειοψηφία,
παρά την διαφορετική διατύπωση και μόνον, με την οποία συντάχθηκε,
επισημαίνει την ύπαρξη σοβαρού θέματος ως προς την, πεισματική και
όλως δυσανάλογη, μη περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης.
Η αυστηρή διατύπωση της γνώμης μας ως πλειοψηφίας του σώματος και τα
μέσα αντίδρασης που υιοθετήσαμε, μεταξύ των οποίων, η πρόσκληση του
κυρίου Εισαγγελέα να υποβάλει την παραίτησή του, δεν επελέγησαν, ούτε
αβασάνιστα, ούτε πρόχειρα, αλλά υπαγορεύθηκαν αποκλειστικά ως κατά την
κρίση μας ανάλογη απάντηση στο μέγεθος της θεσμικής προσβολής και
αντιδεοντολογικής συμπεριφοράς που επεδείχθη στην συγκεκριμένη υπόθεση
από την Εισαγγελική Αρχή, η οποία όχι μόνο δεν διερεύνησε, ως όφειλε,
περαιτέρω την υπόθεση αλλά έπρεπε να είχε επιλέξει την αποχή λόγω
αυταπόδεικτου κατά την άποψή μας λόγου αυτοεξαίρεσης που αποσιωπήθηκε.
Η άρνηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να εκπληρώσει το κατά νόμο
καθήκον του σε μια τόσο σημαντική υπόθεση αποτελεί, κατά την άποψή
μας, θεσμική εκτροπή γι’ αυτό και το ΔΣ έκρινε ότι ο ίδιος απεκδύθη
του καθήκοντός του αποτυγχάνοντας να εκπληρώσει τον θεσμικό του ρόλο.
Νίκος Κ. Αλιβιζάτος, Ομότιμος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Νομικής
Σχολής ΕΚΠΑ
*Αυτή τη στιγμή εκκρεμούν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο του Στρασβούργου
(ΕΔΔΑ) δύο ελληνικές υποθέσεις γενικότερου ενδιαφέροντος: αφ’ ενός
μεν η υπόθεση των Ανεξάρτητων Αρχών (ΑΑ) και, αφ’ ετέρου, η υπόθεση
των υποκλοπών.
*Την υπόθεση των ΑΑ έχει φέρει στο Στρασβούργο ο ΔΣΑ. Είχε προηγηθεί
αίτηση ακυρώσεως του τελευταίου στο ΣτΕ εναντίον του διορισμού στο ΕΣΡ
και την Ανεξάρτητη Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου (ΑΔΑΕ) με 16 αντί
του κατά το Σύνταγμα (άρθρο 101Α) προβλεπόμενου ελάχιστου αριθμού των
17 ψήφων της Διάσκεψης των Προέδρων, η οποία απερρίφθη ως απαράδεκτη
(ΣτΕ Ολ. 1639-1640/2024). Το ΣτΕ στήριξε το απορριπτικό διατακτικό του
στη σκέψη ότι ο ΔΣΑ δεν είχε έννομο συμφέρον στην εν λόγω δίκη. Και
τούτο, παρά την ρητή πρόβλεψη του άρθρου 90 του Κώδικα Δικηγόρων
(ν.4194/2013), που ορίζει ρητά ότι οι Δικηγορικοί Σύλλογοι «μπορούν να
υποβάλουν […] αίτηση ακύρωσης […] ενώπιον κάθε Δικαστηρίου», για την
επιδίωξη των σκοπών τους. Ο ΔΣΑ παραπονείται για παράβαση του
δικαιώματος δικαστικής προστασίας που, εν προκειμένω, του αναγνωρίζει
ο ως άνω νόμος (άρθρο 6§1 ΕΣΔΑ), καθώς και για παράβαση του απορρήτου
των ανταποκρίσεων και της ιδιωτικής ζωής των μελών του, δηλαδή των
δικηγόρων (άρθρο 8 ΕΣΔΑ). Η υπόθεση εκκρεμεί και, καθώς ολοκληρώθηκε η
ανταλλαγή υπομνημάτων, αναμένεται η έκδοση απόφασης εντός του
τρέχοντος έτους.
* ’Οσο για την υπόθεση των υποκλοπών, στο ΕΔΔΑ έχει προσφύγει ο
πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ κ. Ν. Ανδρουλάκης, για τη μη εφαρμογή από την
ελληνική κυβέρνηση ομόφωνης απόφασης της Ολομέλειας του ΣτΕ που τον
είχε δικαιώσει, διατάσσοντας την Αρχή Διασφάλισης του Απορρήτου των
Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ) να τον ενημερώσει για τους λόγους για τους οποίους
η ΕΥΠ είχε επισυνδέσει το τηλέφωνο του μεταξύ Σεπτεμβρίου και
Νοεμβρίου 2021 (ΣτΕ(Ολ.)465/2024). Τότε ήταν ακόμη ευρωβουλευτής, και
είχε μόλις ανακοινώσει την υποψηφιότητά του για την προεδρία του
ΠΑΣΟΚ. Ο προσφεύγων παραπονείται για παράβαση του τηλεφωνικού
απορρήτου του (άρθρο 8 ΕΣΔΑ) και για τη μη συμμόρφωση του Δημοσίου
προς αμετάκλητη δικαστική απόφαση (άρθρο 6§1 ΕΣΔΑ). Η υπόθεση έχει
χαρακτηρισθεί από το ΕΔΔΑ ως μείζονος προτεραιότητος και βρίσκεται
ακόμη κατά το στάδιο της ανταλλαγής υπομνημάτων.
Αντώνης Ρουπακιώτης, πρώην υπουργός Δικαιοσύνης και πρώην πρόεδρος του ΔΣΑ
Ο κ. Ρουπακιώτης επισήμανε την αναγκαιότητα κατά την αναθεώρηση του
Συντάγματος να αλλάξει ο τρόπος επιλογής των ηγεσιών των ανωτάτων
δικαστηρίων και ο τρόπος συγκρότησης του Ανωτάτου Δικαστικού
Συμβουλίου, προκειμένου να μην συμμετέχουν σε αυτό μόνο δικαστές και
εισαγγελείς.
Βασίλης Χειρδάρης, Δικηγόρος
Θεσμική υποχρέωση και δικαίωμα των Δικηγορικών Συλλόγων η παρέμβαση
στην υπόθεση των υποκλοπών
Σύμφωνα με το άρθρο 90 του Κώδικα περί δικηγόρων (Ν. 4194/2013) οι
δικηγορικοί σύλλογοι έχουν θεσμική υποχρέωση να υπερασπίζονται τις
αρχές και τους κανόνες του κράτους δικαίου σε μια δημοκρατική
πολιτεία, δικαιούμενοι να παρεμβαίνουν ενεργητικά ακόμα και με την
ιδιότητα του διαδίκου σε υποθέσεις μείζονος εθνικού, κοινωνικού,
πολιτισμικού και οικονομικού ενδιαφέροντος, ανεξαρτήτως εάν
αποδεικνύουν σχετικό άμεσο έννομο συμφέρον.
Η πολιτεία έχει θεσμοθετήσει για τους δικηγορικούς συλλόγους, μέσω
του Κώδικα περί δικηγόρων, έναν άτυπο μηχανισμό παρέμβασης με σκοπό
την προάσπιση του κράτους δικαίου, αναδεικνύοντάς τους σε ενεργούς
θεματοφύλακες του δημοσίου συμφέροντος, των θεσμών και των πολιτών.
Η υπόθεση των παράνομων υποκλοπών δημοσίων προσώπων δεν συνιστά απλά
μια ποινική δικογραφία. Αποτελεί δοκιμασία των θεσμών της δημοκρατικής
πολιτείας στο σύνολό τους. Στο πλαίσιο αυτό, οι Δικηγορικοί Σύλλογοι
δεν δικαιούνται να παραμείνουν απλοί παρατηρητές ή δημόσιοι επικριτές.
Οφείλουν να παρέμβουν ενεργά, ως θεσμικοί εγγυητές του κράτους δικαίου.
Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ο ρόλος των
δικηγόρων στη δημόσια συζήτηση είναι επαυξημένος, χαρακτηρίζοντάς τους
ως δημόσιους φύλακες «Public Watchdog», κατέχουν δε κεντρικό ρόλο
στην απονομή της δικαιοσύνης και την προστασία των θεμελιωδών
δικαιωμάτων.
Το ΕΔΔΑ έχει ιδιαίτερα ασχοληθεί στη νομολογία του με θέματα
υποκλοπών κρίνοντας ότι η απουσία ουσιαστικού και ανεξάρτητου
δικαστικού ελέγχου επί μέτρων παρακολούθησης συνιστά παραβίαση του
άρθρου 8 ΕΣΔΑ (δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής,
βλ. ενδ. Roman Zakharov κατά Ρωσίας της 4.12.2015 κ.α.) και ότι οι
παράνομες υποκλοπές δημοσιογράφων, πολιτικών και επιχειρηματιών
συνιστούν ζήτημα νόμιμου δημόσιου ενδιαφέροντος που αγγίζει τα ίδια τα
δημοκρατικά θεμέλια του κράτους ( Bucur και Toma κατά Ρουμανίας, της
8.1.2013). Το Στρασβούργο απαιτεί επίσης να γίνεται πλήρης και
ενδελεχής έρευνα των υποθέσεων από τα εθνικά δικαστήρια, δηλαδή
απαιτεί να εξαντλείται η δικαστική διερεύνηση με τρόπο αποτελεσματικό
και πραγματικό και όχι τυπικό ή εικονικό. Αυτό το αποκαλεί ως
«διαδικαστικό σκέλος των δικαιωμάτων».
Όταν υποθέσεις παρακολουθήσεων αρχειοθετούνται χωρίς ουσιαστική έρευνα
η μη διερεύνησή τους δεν προσβάλλει μόνον την ιδιωτική ζωή όσων
παρακολουθούνται, αλλά πλήττει την ίδια τη δημοκρατική λειτουργία
της πολιτείας .
Βάσει του ισχύοντος νομικού πλαισίου, ειδικώς όσον αφορά στην υπόθεση
των υποκλοπών οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, ως θεσμικοί εγγυητές του
κράτους δικαίου, δικαιούνται και οφείλουν να ζητούν:
1. Πλήρη δικαστική διερεύνηση όλων των πτυχών της υπόθεσης, ιδίως
αυτών που αφορούν τις υποκλοπές χωρίς αδικαιολόγητες αρχειοθετήσεις
2. Άρση κάθε εμποδίου πρόσβασης στη δικογραφία για τους παθόντες και
τους εκπροσώπους τους
3. Έλεγχο της νομιμότητας των διατάξεων επισύνδεσης και των εντολών
παρακολούθησης
4. Ειδική προστασία δικηγορικού, δημοσιογραφικού και κοινοβουλευτικού
απορρήτου
5. Λογοδοσία όλων των εμπλεκόμενων κρατικών ή ιδιωτικών μηχανισμών
6. Ανεξάρτητη εποπτεία των μηχανισμών παρακολούθησης, σύμφωνα με τις
απαιτήσεις της ΕΣΔΑ
Η σιωπή των θεσμών, και ιδίως των δικηγορικών συλλόγων της χώρας,
μπροστά στη μυστική παρακολούθηση και τις υποκλοπές δεν είναι
ουδετερότητα. Είναι θεσμική υποχώρηση. Η δημόσια κριτική και η ενεργός
παρέμβαση των Δικηγορικών Συλλόγων για πλήρη διερεύνηση υποκλοπών σε
βάρος δημοσίων προσώπων όχι μόνο επιτρέπεται, αλλά αποτελεί θεσμική
υποχρέωση. Οι Δικηγορικοί Σύλλογοι, ως «συμπράττοντες λειτουργοί της
Δικαιοσύνης» και θεσμικοί εγγυητές του κράτους δικαίου, δεν μπορούν να
παραμένουν αδρανείς όταν τίθεται ζήτημα που αγγίζει τα ίδια τα
δημοκρατικά θεμέλια της Πολιτείας.