Το ανησυχητικό αυτό στατιστικό στοιχείο παρουσιάστηκε από τον αθλητικό εισαγγελέα Απόστολο Γραμμένο στο πλαίσιο ανάλυσης για την ποινική αντιμετώπιση της αθλητικής βίας (μετά τον Ν. 5085/2024), ο οποίος μάλιστα παραδέχτηκε ότι, οι 67 δικογραφίες οδηγήθηκαν στο αρχείο, επειδή στάθηκε αδύνατο να ταυτοποιηθούν οι δράστες.
Μάλιστα ο ίδιος ο αθλητικός εισαγγελέας κ. Γραμμένος αυτό που είχε να προτείνει, για να σταματήσουν οι δικογραφίες να καταλήγουν στο αρχείο χωρίς αποτέλεσμα, είναι η επιπλέον ανάγκη για απόλυτη αξιοποίηση των τεχνολογικών μέσων, δηλαδή για περισσότερα συστήματα επιτήρησης και καμερών υψηλής ευκρίνειας.
Κι αυτό είναι το πιό απογοητευτικό και ίσως και επικίνδυνο.
Οταν ακόμη και ο ίδιος ο εισαγγελέας δεν μπήκε στον κόπο να αναφέρει έστω και έναν τρόπο για να χτυπηθούν οι βαθύτερες αιτίες του φαινομένου, ούτε μιά λέξη για την πρόληψη και τις αιτίες, που γεννάνε την αθλητική βία, η οποία στην ουσία είναι κοινωνική βία και περιθωριοποίηση, τότε οι 67 δικογραφίες απλά ένας στεγνός δικαστικός στατιστικός αριθμός, αλλά είναι η απόλυτη ομολογία αποτυχίας, που ξεγυμνώνει την Πολιτεία και τη Δικαιοσύνη.
Αντί για προτάσεις ουσίας, που θα αποτρέπουν τη γέννηση της βίας, ο εισαγγελέας μίλησε για pixels, φακούς και ψηφιακά πειστήρια, δείχνοντας με τον πιο εκκωφαντικό τρόπο τη γύμνια ενός κράτους που, αντί για αυτοκριτική, επιστρατεύει το μόνιμο αντανακλαστικό του, ζητώντας επιπλέον χρήματα από τους φοροογούμενους κι άλλες κάμερες υψηλής ευκρίνειας και ψηφιακή επιτήρηση στους δρόμους.
Με απλά λόγια, ζητά από τον Έλληνα φορολογούμενο να χρηματοδοτήσει νέα ψηφιακά «μάτια» για να κυνηγούν κουκουλοφόρους, την ώρα που το ίδιο το κράτος, ενώ υποχρεούται, αδυνατεί να προστατέψει τα ίδια του τα παιδιά.
Αυτό όμως δεν είναι λύση. Αλλά η εύκολη μετατόπιση του προβλήματος.
Η πραγματικότητα, όπως αποτυπώνεται πλέον ξεκάθαρα, είναι ότι τα μέτρα στα γήπεδα δεν εξαφάνισαν τη βία· απλώς τη μετέφεραν.
Ο χουλιγκανισμός έβγαλε τη φανέλα του γηπέδου και φόρεσε το καθημερινό του ένδυμα, μετατρέποντας τις γειτονιές της Αθήνας σε πεδία μαχών και «ραντεβού θανάτου».
Το να γεμίσουμε κάθε γωνιά του αστικού ιστού με κάμερες για να ταυτοποιούμε τους δράστες, πέρα από μιά ακόμη καταστολή, δεν αγγίζει τον πυρήνα του κακού.
Η οπαδική βία δεν είναι ένα απλό αθλητικό παράπτωμα που διορθώνεται με μερικά pixel παραπάνω στις οθόνες της αστυνομίας. Είναι βαθιά κοινωνική βία. Είναι η εκτόνωση μιας γενιάς που εγκλωβίζεται στην περιθωριοποίηση, στην έλλειψη προοπτικής και στην κουλτούρα του μίσους. Όταν το κράτος επενδύει εκατομμύρια σε συστήματα παρακολούθησης αντί να επενδύσει στην παιδεία, στην κοινωνική μέριμνα, στην πρόληψη μέσα στα σχολεία και στη δημιουργία υγιών διεξόδων για τους νέους, απλώς θεραπεύει το σύμπτωμα και αδιαφορεί για την ασθένεια.
Αντί, λοιπόν, οι θεσμικοί παράγοντες να αναρωτιούνται πόσες κάμερες χρειάζονται για να μη βγαίνουν «άγονες» οι δικογραφίες, ας αναρωτιηθούν επιτέλους γιατί φτάσαμε να έχουμε τόσους οργισμένους νέους έτοιμους να σκοτώσουν ή να σκοτωθούν για μια φανέλα. Η κοινωνική βία δεν νικιέται με φακούς υψηλής ευκρίνειας, αλλά με βαθιές τομές στις αιτίες που τη γεννούν. Όσο το επίσημο κράτος και οι λειτουργοί του αρνούνται να κοιτάξουν τη ρίζα του προβλήματος, οι κάμερες απλώς θα καταγράφουν, με υψηλή ανάλυση, την κοινωνική μας αποτυχία.
Και να μην γελιόμαστε. Ακόμη κι αν οι κάμερες καταφέρουν να περιορίσουν το φαινόμενο της αθλητικής βίας στους δρόμους, όπως έγινε μέσα στα γήπεδα, εαν δεν χτυπηθούν οι αιτίες που την παράγουν, τότε η βία θα μεταφερθεί κάπου αλλού...