
ΠΗΓΗ: "EΣΤΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ"
Απόφαση-σταθμός του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για την ελευθερία έκφρασης και τα πειθαρχικά των δικαστών: Για πρώτη φορά το ΕΔΔΑ μπαίνει στα εσωτερικά της ελληνικής δικαιοσύνης.
Για πρώτη φορά στα δικαστικά χρονικά, το Στρασβούργο παρεμβαίνει ευθέως στα εσωτερικά της ελληνικής Δικαιοσύνης, βάζοντας στο μικροσκόπιο τις πειθαρχικές διαδικασίες και τη νοοτροπία της "σιωπής", που προσπαθεί να επιβάλλει η ηγεσία της Δικαιοσύνης στους δικαστικούς λειτουργούς.
Πρόκειται για ιστορική τομή, που ανατρέπει εκ βάθρων τα μέχρι σήμερα δεδομένα της ελληνικής έννομης τάξης, σηματοδοτεί η πρόσφατη ομόφωνη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) σε υπόθεση ανώτατου δικαστή κατά της Ελλάδα.
Παράλληλα, η απόφαση του ΕΔΔΑ δημιουργεί ένα εξαιρετικά σημαντικό δεδικασμένο για ολόκληρη την Ευρώπη, υπογραμμίζοντας ότι οι δικαστές δεν υποχρεούνται σε σιωπή όταν θίγεται η επαγγελματική και προσωπική τους αξιοπρέπεια.
Η αντίδραση της ηγεσίας του Αρείου Πάγου ήταν ακαριαία και τιμωρητική. Το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο του επέβαλε την εξοντωτική ποινή της τρίμηνης προσωρινής παύσης με ταυτόχρονη στέρηση αποδοχών, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά του έπληξε το κύρος της Δικαιοσύνης και παραβίασε το καθήκον ευπρέπειας.
Μάλιστα το δικαστήριο επιδίκασε υπέρ του Έλληνα δικαστικού λειτουργού ποσόν 5.211,15 ευρώ για την οικονομική ζημία, που υπέστη καθώς κρίθηκε ότι, στερήθηκε παράνομα τις αποδοχές τους κατά τη διάρκεια της τρίμηνης αναστολής των καθηκόντων του, ενώ επιπλέον επέβαλλε στη χώρα μας 6.000 ευρώ για την ηθική βλάβη, που υπέστη ο Πρόεδρος Εφετών και 1.000 ευρώ για τα δικαστικά του έξοδα και τις δαπάνες της διαδικασίας.
Στο ιστορικό της απόφαση του ΕΔΔΑ αναφέρεται επίσης ότι, ο αιτών Έλληνας δικαστής, γεννημένος το 1954 και κάτοικος της Αθήνας, δεν προήχθη το 2018 στο Άρειο Πάγο, με το σκεπτικό ότι η συμπεριφορά του προς συναδέλφους και δικαστικούς υπαλλήλους ήταν ακατάλληλη. Κατά την ακροαματική διαδικασία της έφεσής του ενώπιον της ολομέλειας του Άρειου Πάγου, αρκετά μέλη της ολομέλειας εξέφρασαν απόψεις σχετικά με την επαγγελματική του συμπεριφορά και την απόδοσή του.
Στις 14 Μαΐου 2018, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου συνεδρίασε για να καλύψει 18 κενές θέσεις δικαστών στο Ακυρωτικό Δικαστήριο. Με την απόφαση αριθ. 71/2018, αποφάσισε κατά πλειοψηφία να μην τον προαγάγει, θεωρώντας ότι, αν και η επαγγελματική του απόδοση δεν ήταν ελλιπής, η συμπεριφορά του προς τους συναδέλφους και τους δικαστικούς υπαλλήλους ήταν ακατάλληλη και είχε προκαλέσει προβλήματα στην απονομή της δικαιοσύνης.
Στις 21 Μαΐου 2018, ο αιτών άσκησε έφεση στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Κατά την ακροαματική διαδικασία της 18ης Ιουνίου 2018, ο εισηγητής δικαστής, ενώ σημείωσε ότι ο αιτών δεν είχε εκκρεμείς υποθέσεις και εξέδωσε τις αποφάσεις του εγκαίρως, πρότεινε την απόρριψη της έφεσης και πρόσθεσε ότι ήταν επιμελής και εργατικός, αλλά δεν ξεχώριζε για την ποιότητα της εργασίας του.
Μία δικαστής δήλωσε ότι είχε «εξοργιστεί» από τις αποφάσεις του αιτούντος σε εργατικές διαφορές, ενω άλλο μέλος πρόσθεσε ότι οι αποφάσεις του αιτούντος δεν φάνηκαν κατάλληλες κατά την αναθεώρηση από το Ακυρωτικό Δικαστήριο. Η δικαστής μετέφερε πληροφορίες από τον Πρόεδρο του Εφετείου ότι, ο αιτών συνήθιζε να συντάσσει τόσο τις απόψεις της πλειοψηφίας όσο και τις απόψεις της μειοψηφίας και δεν επέτρεπε στους συναδέλφους του να συντάσσουν τις δικές τους απόψεις διαφωνίας.
Στις 17 Απριλίου 2019, το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, με την απόφαση αριθ. 158/2019, του επέβαλε προσωρινή αναστολή τριών μηνών.
Στις 26 Μαΐου 2020, το εννεαμελές πειθαρχικό συμβούλιο επικύρωσε την ποινή με την απόφαση αριθ. 12/2020, κρίνοντας ότι, ο αιτών δεν είχε τιμωρηθεί για την άσκηση του δικαιώματός του να κάνει εξωδικαστικές δηλώσεις, αλλά για το περιεχόμενό τους .
Ο Πρόεδρος Εφετών κατέθεσε προσφυγή στο Ευρωπαικό Δικαστήριο στις 25 Ιουνίου 2020, με ισχυρισμό για παραβίαση του Άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.
Η υπόθεση αφορά την απόφαση του ΕΔΔΑ "Αλέξανδρος Σάββας κατά Ελλάδας, 08.09.2026 (αριθ. αίτησης 27153/20)" και την καταδίκη της χώρας μας για παραβίαση του Άρθρου 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), σχετικά με την επιβολή πειθαρχικής ποινής τριών μηνών προσωρινής παύσης στον Πρόεδρο Εφετών Αλέξανδρο Σάββα, για για «ανάρμοστη συμπεριφορά εντός και εκτός υπηρεσίας».
Ο ανώτατος δικαστής, με μακρά και ευδόκιμη θητεία, κρίθηκε αρνητικά για προαγωγή στον βαθμό του Αρεοπαγίτη από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο. Θεωρώντας την κρίση αυτή άδικη και μεροληπτική, ο δικαστής επέλεξε μια θεσμική αλλά δυναμική οδό αντίδρασης: Εστειλε τρεις εξωδικαστικές δηλώσεις (εξώδικα) τα οποία επιδόθηκαν από δικαστικό επιμελητή, με ειδοποίηση προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, σε δικαστές που είχαν εκφράσει αρνητικές αξιολογήσεις κατά τη διαδικασία προαγωγής του, αλλά και για πληροφορίες οι δικαστές αυτοί είχαν διαβιβάσει στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Η αντίδραση της ηγεσίας του Αρείου Πάγου ήταν ακαριαία και τιμωρητική. Το αρμόδιο πειθαρχικό όργανο του επέβαλε την εξοντωτική ποινή της τρίμηνης προσωρινής παύσης με ταυτόχρονη στέρηση αποδοχών, κρίνοντας ότι η συμπεριφορά του έπληξε το κύρος της Δικαιοσύνης και παραβίασε το καθήκον ευπρέπειας.
Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε στις 8 Σεπτεμβρίου έκρινε ομόφωνα ότι υπήρξε παραβίαση του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ (ελευθερία της έκφρασης), κρίνοντας την πειθαρχική ποινή ως δυσανάλογη και αναίτια κατασταλτική για έναν δικαστή που αμυνόταν ιδιωτικά και θεσμικά για τη φήμη του.
Μάλιστα το δικαστήριο επιδίκασε υπέρ του Έλληνα δικαστικού λειτουργού ποσόν 5.211,15 ευρώ για την οικονομική ζημία, που υπέστη καθώς κρίθηκε ότι, στερήθηκε παράνομα τις αποδοχές τους κατά τη διάρκεια της τρίμηνης αναστολής των καθηκόντων του, ενώ επιπλέον επέβαλλε στη χώρα μας 6.000 ευρώ για την ηθική βλάβη, που υπέστη ο Πρόεδρος Εφετών και 1.000 ευρώ για τα δικαστικά του έξοδα και τις δαπάνες της διαδικασίας.
Στις 14 Μαΐου 2018, το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου συνεδρίασε για να καλύψει 18 κενές θέσεις δικαστών στο Ακυρωτικό Δικαστήριο. Με την απόφαση αριθ. 71/2018, αποφάσισε κατά πλειοψηφία να μην τον προαγάγει, θεωρώντας ότι, αν και η επαγγελματική του απόδοση δεν ήταν ελλιπής, η συμπεριφορά του προς τους συναδέλφους και τους δικαστικούς υπαλλήλους ήταν ακατάλληλη και είχε προκαλέσει προβλήματα στην απονομή της δικαιοσύνης.
Στις 21 Μαΐου 2018, ο αιτών άσκησε έφεση στην ολομέλεια του Αρείου Πάγου. Κατά την ακροαματική διαδικασία της 18ης Ιουνίου 2018, ο εισηγητής δικαστής, ενώ σημείωσε ότι ο αιτών δεν είχε εκκρεμείς υποθέσεις και εξέδωσε τις αποφάσεις του εγκαίρως, πρότεινε την απόρριψη της έφεσης και πρόσθεσε ότι ήταν επιμελής και εργατικός, αλλά δεν ξεχώριζε για την ποιότητα της εργασίας του.
Μία δικαστής δήλωσε ότι είχε «εξοργιστεί» από τις αποφάσεις του αιτούντος σε εργατικές διαφορές, ενω άλλο μέλος πρόσθεσε ότι οι αποφάσεις του αιτούντος δεν φάνηκαν κατάλληλες κατά την αναθεώρηση από το Ακυρωτικό Δικαστήριο. Η δικαστής μετέφερε πληροφορίες από τον Πρόεδρο του Εφετείου ότι, ο αιτών συνήθιζε να συντάσσει τόσο τις απόψεις της πλειοψηφίας όσο και τις απόψεις της μειοψηφίας και δεν επέτρεπε στους συναδέλφους του να συντάσσουν τις δικές τους απόψεις διαφωνίας.
Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, πρώην Επιθεωρητής στο Εφετείο Αθηνών, περιέγραψε ένα περιστατικό της 7ης Ιουνίου 2017, στο οποίο ο αιτών φέρεται να αρνήθηκε συμφωνημένη διακοπή της ακροαματικής διαδικασίας και προσέβαλε μια γραμματέα, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει σε δάκρυα
Μετά την απόρριψη της έφεσής του, ο αιτών επέδωσε εξώδικες δηλώσεις στους τρεις δικαστές, με ειδοποίηση προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, χαρακτηρίζοντας τις καταθέσεις ή τις πληροφορίες τους ως «ασαφείς», «ψεύτικες» και «συκοφαντικές», απαιτώντας ανάκληση εντός δέκα ημερών και επιφυλασσόμενος του δικαιώματος να ασκήσει ποινικές και αστικές διαδικασίες.
Στις 17 Απριλίου 2019, το επταμελές πειθαρχικό συμβούλιο του Ακυρωτικού Δικαστηρίου, με την απόφαση αριθ. 158/2019, του επέβαλε προσωρινή αναστολή τριών μηνών.
Το πειθαρχικό συμβούλιο έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι οι εξώδικες δηλώσεις ήταν ασυμβίβαστες με το δικαστικό αξίωμα, ότι έβλαπταν τη φήμη του αιτούντος και της δικαστικής εξουσίας και ότι η επίδοσή τους από δικαστικό επιμελητή, είχε επιτρέψει σε τρίτο να λάβει γνώση του περιεχομένου τους .
Τα πειθαρχικά συμβούλια του Ακυρωτικού Δικαστηρίου του επέβαλαν προσωρινή αναστολή τριών μηνών.
Τα πειθαρχικά συμβούλια του Ακυρωτικού Δικαστηρίου του επέβαλαν προσωρινή αναστολή τριών μηνών.
Ο Πρόεδρος Εφετών κατέθεσε προσφυγή στο Ευρωπαικό Δικαστήριο στις 25 Ιουνίου 2020, με ισχυρισμό για παραβίαση του Άρθρου 10 της ΕΣΔΑ.
Στο σκεπτικό του το ΕΔΔΑ αποδοκίμασε πλήρως την ελληνική πειθαρχική πρακτική, ξεκαθαρίζοντας ότι οι δικαστές δεν στερούνται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους επειδή φορούν την τήβεννο.
Μάλιστα στο σκεπτικό της απόφασής του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο προχώρησε σε τρεις κρίσιμες διαπιστώσεις:
Για τη φύση των δηλώσεων του δικαστή (Αξιολογικές Κρίσεις)
«Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν από τον προσφεύγοντα στις εξώδικες δηλώσεις του προς τους ανώτατους συναδέλφους του συνιστούσαν αξιολογικές κρίσεις (value judgments). Οι κρίσεις αυτές διέθεταν επαρκή πραγματική βάση (sufficient factual basis), καθώς εδράζονταν άμεσα στις αρνητικές αξιολογήσεις που είχε λάβει κατά τη διαδικασία των προαγωγών του. Το δικαίωμα ενός δικαστικού λειτουργού να αμφισβητεί τη νομιμότητα ή την αντικειμενικότητα της υπηρεσιακής του κρίσης, χρησιμοποιώντας τις προβλεπόμενες νομικές οδούς, προστατεύεται από το Άρθρο 10 της Σύμβασης, στον βαθμό που δεν υπερβαίνει τα όρια της δικαιολογημένης υπεράσπισης των εννόμων συμφερόντων του».
Για τον εμπιστευτικό χαρακτήρα και το ανύπαρκτο πλήγμα στο «κύρος» της Δικαιοσύνης
«Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν επέλεξε τη δημόσια σφαίρα, ούτε τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης για να διατυπώσει τα παράπονά του. Αντίθετα, επέλεξε τη νόμιμη οδό της εξώδικης επίδοσης, η οποία απευθυνόταν αποκλειστικά και εμπιστευτικά στα εμπλεκόμενα μέλη του δικαστικού συμβουλίου. Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενέργειές του προκάλεσαν δημόσια προσβολή, ούτε ότι κλόνισαν την εμπιστοσύνη των πολιτών στον θεσμό της Δικαιοσύνης. Η διαφύλαξη της "αυθεντίας της δικαστικής εξουσίας" δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για τον περιορισμό της εσωτερικής κριτικής, όταν αυτή ασκείται με θεσμικό τρόπο».
Για τη δυσαναλογία της ποινής και το «αποτρεπτικό αποτέλεσμα» (Chilling Effect)
«Η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της τρίμηνης προσωρινής παύσης από τα καθήκοντά του, η οποία συνοδεύτηκε από την αντίστοιχη στέρηση των αποδοχών του, κρίνεται ως εξαιρετικά σοβαρή και δυσανάλογη (severe and disproportionate sanction). Μια τέτοιου είδους αυστηρότητα από τα ανώτατα πειθαρχικά όργανα ενέχει τον κίνδυνο να λειτουργήσει ως μέσο καταστολής και εκφοβισμού (chilling effect). Μπορεί να αποτρέψει άλλους δικαστικούς λειτουργούς από το να εκφράσουν ελεύθερα τη γνώμη τους ή να προσβάλουν αποφάσεις που θίγουν την επαγγελματική τους υπόσταση, πλήττοντας έτσι μακροπρόθεσμα την ίδια την εσωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης».
«Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν από τον προσφεύγοντα στις εξώδικες δηλώσεις του προς τους ανώτατους συναδέλφους του συνιστούσαν αξιολογικές κρίσεις (value judgments). Οι κρίσεις αυτές διέθεταν επαρκή πραγματική βάση (sufficient factual basis), καθώς εδράζονταν άμεσα στις αρνητικές αξιολογήσεις που είχε λάβει κατά τη διαδικασία των προαγωγών του. Το δικαίωμα ενός δικαστικού λειτουργού να αμφισβητεί τη νομιμότητα ή την αντικειμενικότητα της υπηρεσιακής του κρίσης, χρησιμοποιώντας τις προβλεπόμενες νομικές οδούς, προστατεύεται από το Άρθρο 10 της Σύμβασης, στον βαθμό που δεν υπερβαίνει τα όρια της δικαιολογημένης υπεράσπισης των εννόμων συμφερόντων του».
Για τον εμπιστευτικό χαρακτήρα και το ανύπαρκτο πλήγμα στο «κύρος» της Δικαιοσύνης
«Ιδιαίτερη βαρύτητα πρέπει να δοθεί στο γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν επέλεξε τη δημόσια σφαίρα, ούτε τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης για να διατυπώσει τα παράπονά του. Αντίθετα, επέλεξε τη νόμιμη οδό της εξώδικης επίδοσης, η οποία απευθυνόταν αποκλειστικά και εμπιστευτικά στα εμπλεκόμενα μέλη του δικαστικού συμβουλίου. Κατά συνέπεια, δεν αποδείχθηκε ότι οι ενέργειές του προκάλεσαν δημόσια προσβολή, ούτε ότι κλόνισαν την εμπιστοσύνη των πολιτών στον θεσμό της Δικαιοσύνης. Η διαφύλαξη της "αυθεντίας της δικαστικής εξουσίας" δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για τον περιορισμό της εσωτερικής κριτικής, όταν αυτή ασκείται με θεσμικό τρόπο».
Για τη δυσαναλογία της ποινής και το «αποτρεπτικό αποτέλεσμα» (Chilling Effect)
«Η επιβολή της πειθαρχικής ποινής της τρίμηνης προσωρινής παύσης από τα καθήκοντά του, η οποία συνοδεύτηκε από την αντίστοιχη στέρηση των αποδοχών του, κρίνεται ως εξαιρετικά σοβαρή και δυσανάλογη (severe and disproportionate sanction). Μια τέτοιου είδους αυστηρότητα από τα ανώτατα πειθαρχικά όργανα ενέχει τον κίνδυνο να λειτουργήσει ως μέσο καταστολής και εκφοβισμού (chilling effect). Μπορεί να αποτρέψει άλλους δικαστικούς λειτουργούς από το να εκφράσουν ελεύθερα τη γνώμη τους ή να προσβάλουν αποφάσεις που θίγουν την επαγγελματική τους υπόσταση, πλήττοντας έτσι μακροπρόθεσμα την ίδια την εσωτερική ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης».