
Το τελευταίο διάστημα η ελληνική κοινωνία παρακολουθεί άφωνη τις καταιγιστικές εξελίξεις γύρω από το μεγάλο σκάνδαλο στο ελληνικό μπάσκετ.
Μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, οι αρχές ενεργοποίησαν αντανακλαστικά που σπάνια συναντά κανείς στο εγχώριο δικαστικό σύστημα, εκδόθηκαν εντάλματα, πραγματοποιήθηκαν συλλήψεις, διατάχθηκαν προφυλακίσεις, ενώ η Αρχή Καταπολέμησης Μαύρου Χρήματος προχώρησε άμεσα σε δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων και εξονυχιστικούς ελέγχους στις οικονομικές συναλλαγές, όχι μόνον των εμπλεκόμενων προσώπων, αλλά σε όλο το φάσμα του επαγγελματικού αθλητισμού, καθώς στο "μικροσκόπιο" του Προέδρου της Αρχής μπαίνουν τα οικονομικά στοιχεία παραγόντων και διαιτητών, για να διαπιστωθεί εάν είναι νόμιμες ή ξεπλένουν "μαύρο χρήμα".
Η ταχύτητα αυτή αποδεικνύει περίτρανα ένα απλό αξίωμα: Όταν η Δικαιοσύνη θέλει, μπορεί. Όταν υπάρχει βούληση, τα γρανάζια του νόμου μπορούν να κινηθούν με ακρίβεια και ταχύτητα ελβετικού ρολογιού.
Αυτή η διαπίστωση, ωστόσο, καθίσταται βαθύτατα προκλητική όταν έρθει σε πλήρη αντιπαραβολή με τη σκανδαλώδη βραδύτητα που επιδεικνύεται σε άλλες, πολύ πιο σοβαρές υποθέσεις με αθλητικό υπόβαθρο.
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της αντίθεσης, αρκεί να βάλει δίπλα-δίπλα δύο διαφορετικές δικαστικές πορείες:
Στην περίπτωση του Μπασκετ η δικαστική διαδικασία ήταν αστραπή.
Αντίθετα στις δύο μεγάλες δικογραφίες παράνομου στοιχηματισμού, με εμπλεκόμενους και κατηγορούμενους 250 άτομα η Δικαιοσύνη κινείται με ρυθμούς χελώνας.
Στο Μπάσκετ οι διώξεις, οι συλλήψεις και οι προφυλακίσεις έγιναν μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα
Σε αντίθεση με το Μπάσκετ, οι δύο δικογραφίες για το διεθνές κύκλωμα παράνομου στοιχηματισμού, "λιμνάζουν" στα δικαστικά γραφεία. Η πρώτη υπόθεση με τους 183 κατηγορούμενους στο 13ο ανακριτικό γραφείο περισσότερο από τρία χρόνια, καθώς η υπόθεση αλλάζει διαρκώς χέρια ανακριτριών, φτάνοντας ήδη στην πέμπτη, αναγκάζοντας τη διαδικασία να ξεκινά κάθε φορά από το μηδέν. Οσο για τη δεύτερη δικογραφία με εμπλεκόμενους στο διεθνές κύκλωμα παράνομου στοιχηματισμού 66 άτομα, αγνοείται η πορεία της...
Η περίπτωση του μπάσκετ στερεί από το δικαστικό σύστημα το μόνιμο άλλοθί του: τον μεγάλο όγκο δουλειάς και τις δαιδαλώδεις διαδικασίες. Όταν οι αρχές θέλησαν να ξεριζώσουν το κύκλωμα που έφτασε να αλλοιώνει μέχρι και σχολικούς αγώνες για τη μοριοδότηση των Πανελλαδικών, βρήκαν και τον χρόνο, και τα μέσα, και τις νομικές φόρμουλες για να δράσουν υποδειγματικά.
Την ίδια στιγμή, όμως, ο ψηφιακός πλούτος της δικογραφίας του 2023 για το παράνομο στοίχημα - δεκάδες ψηφιακοί δίσκοι, στοιχεία από άρση απορρήτου, στοιχεία για money mules και εκατοντάδες ευρήματα χιλιάδες ευρώ - παραμένει ουσιαστικά εγκλωβισμένος στα συρτάρια. Οι κατηγορούμενοι εκείνης της υπόθεσης όχι μόνο δεν αντιμετωπίζουν το φάσμα της άμεσης τιμωρίας, αλλά διεκδικούν δικαστικά μέχρι και την αποδέσμευση των λογαριασμών τους, ποντάροντας με μαθηματική ακρίβεια στη δικαστική κόπωση και την παραγραφή.
Αυτή η επιλεκτική ταχύτητα δημιουργεί μια επικίνδυνη αίσθηση στην κοινή γνώμη.
Η κάθαρση δεν μπορεί να εφαρμόζεται με δύο ταχύτητες. Αν η Δικαιοσύνη μπορεί να κανει πρωταθλητισμό για το Μπάσκετ, οφείλει να κάνει το ίδιο και για τις υποθέσεις με τα κυκλώματα διεθνούς στοιχηματισμού.
Τώρα πιά, μετά το σπριντ στο Μπάσκετ, εαν οι αξιόποινες πράξεις στην υπόθεση του παράνομου στοιχήματος οδηγηθούν σε παραγραφή, όλοι θα ξέρουν ότι, η καθυστέρηση δεν ήταν αδυναμία, αλλά επιλογή!