Παρασκευή 2 Δεκεμβρίου 2022

Δίκη Μάτι: Σηκώθηκαν όλοι όρθιοι και χειροκρότησαν τη Βαρβάρα Φύτρου


Αναπάντεχη σκηνή στο δικαστήριο, πριν από λίγο, με τον κόσμο να σηκώνεται αυθόρμητα όρθιος, σε ένδειξη σεβασμού, όταν μπήκε στη δικαστική αίθουσα η Βαρβάρα Βουκάκη - Φύτρου, που έχασε το σύζυγο και τα δύο παιδιά της Γρηγόρη και τα δυο παιδιά της Εβίτα και Ανδρέα στη φονική πυρκαγιά στο Μάτι.

"Σήμερα θα ήθελα να περιμένω τα παιδιά μου να γυρίσουν από το σχολείο, όχι να είμαι εδώ μαζί σας. Βοηθήστε οι δολοφονίες των ανθρώπων μας στο Μάτι να είναι η τελευταία τραγωδία σε αυτή τη χώρα" είπε η Βάρβαρα Φύτρου, που βρήκε το κουράγιο να μιλήσει με ανθρωπιά και καταχειροκροτήθηκε από όσους βρέθηκαν στην αίθουσα, πολλοί από τους οποίους σκούπιζαν τα δάκρυα τους.

«Για την Εβίτα, τον Αντρέα και τον Γρήγορη. Πέθαναν στη φονική πυρκαγιά στις 23ης Ιουλίου 2018 από τις εγκληματικές παραλήψεις και τα τραγικά λάθη όλων των κατηγορουμένων. Ο σύζυγος μου με τα παιδιά έμεναν στο Μάτι κι εγώ πηγαινοερχόμουν στο Γαλάτσι. Θα ήθελα να μην είμαι στη δουλειά μου εκείνο το απόγευμα. Θα ήθελα να ήμουν μαζί τους. Ενημερώθηκα από το Ίντερνετ ότι έχει φωτιά στο Νταού Πεντέλης. Τηλεφώνησα στο σύζυγο μου και μου είπε ότι, άδικα ανησυχώ. Ότι άκουσε στην τηλεόραση πως κατευθύνεται στο Διόνυσο και θα έπρεπε να ανησυχούμε για το σπίτι μας στη Δροσιά» ξεκίνησε στην κατάθεση της η μάρτυρας, που καθήλωσε με όσα είπε το δικαστήριο.

Ηταν η πρώτη φορά, από την ημέρα που ξεκίνησε η δίκη, για την τραγωδία στο Μάτι, που μέσα στη δικαστική αίθουσα ακούγονταν λυγμοί.

Η μάρτυρας περιέγραψε λεπτό προς λεπτό όσα έγιναν εκείνο το απόγευμα, που έχασε γιά πάντα την οικογένεια της.

Είπε:

"Εγώ επέμενα, τηλεφωνούσα συνεχώς. Ο άνδρας μου βγήκε στη λεωφόρο Μαραθώνος να δει τι συμβαίνει. Γύρω στις έξι παρά βγήκε να δει. Με πήρε τηλέφωνο και ήταν άλλος άνθρωπος. Ήταν τρομοκρατημένος, γιατί η φωτιά πλησίαζε απειλητικά. Θα έφευγε από το σπίτι για να βρει ασφαλές σημείο με τα παιδιά. Εγώ μόλις το άκουσα αυτό έφυγα από το γραφείο. Όταν κατάφερα να βρεθώ στη λεωφόρο Μαραθωνος στην έξοδο προς Ραφήνα, αυτό που αντίκρισα ήταν τρομακτικό. Ακινητοποιημένα αυτοκίνητα. Δεν καταλάβαινα, γιατί έχουν σταματήσει. Έπαιρνα το Γρήγορη, τα παιδιά στα κινητά τους, δεν το σήκωναν".

Η Βαρβάρα Φύτρου διέκοψε, για να πάρει αναπνοή και συνέχισε:

"Κάποια στιγμή ο γιος μου σήκωσε το τηλέφωνο του συζύγου μου. Το παιδί ήταν τρομοκρατημένο. Μου είπε ότι βρίσκεται στο λιμάνι του Ματιού, ότι γίνονταν εκρήξεις και ήταν μια χαοτική κατάσταση. "Φοβάμαι Μαμά μου!" μου είπε. Του είπα ότι προσπαθώ να έρθω να τους βρω. Μου λέει "εσύ να μην έρθεις, θα έρθουμε εμείς". Ήταν φοβισμένος κι εγώ δεν ήμουν εκεί. Να του κρατήσω το χέρι να του πω ότι όλα θα πάνε καλά".

Η περιγραφή της έκανε το δικαστήριο να ανατριχιάσει, όταν είπε πως στην προσπάθεια να φτάσει στο Μάτι, ένα μηχανάκι της φώναξε "Γύρνα πίσω, θα καείς, καίγονται τα πάντα".

Η Βαρβάρα Φύτρου δε σταμάτησε, αλλά συνέχισε την μάταιη πορεία της.

Είπε:

"Έπαιρνα το Γρηγόρη. Κάποια στιγμή γύρω στις 18.30, όταν μου απάντησε στο τηλέφωνο, ούρλιαζε. "Καιγόμαστε! Δεν το καταλαβαίνεις! Που να έρθεις να μας βρεις!". Ο Γρηγόρης μου έκανε ότι ήταν δυνατό για να σώσει τα παιδιά μας. Δεν μπορεί να ήταν οι δικοί μου. Όχι τα δικά μου τα παιδιά, όχι ο άντρας μου. Όχι έτσι"...

H μάρτυρας ξέσπασε σε λυγμούς.

Χωρίς να τη διακόψει το δικαστήριο, συνήλθε και συνέχισε λέγοντας ότι, βρήκε το φίλο της Τάκη Μπαλάσκα, που τη βοήθησε να ψάξει την οικογένεια της.

"Του είπα να πάει στο σπίτι στο Μάτι να δει μήπως τους βρει. Με παίρνει και μου λέει "στο σπίτι δεν υπάρχει κανένας" και πως καιγόταν ένα σημείο του σπιτιού και προσπαθούσε να το σβήσει μόνος του".

- Να το ξαναπώ; φώναξε στο δικαστήριο η Βαρβάρα Φύτρου. Ανυπαρξία κρατικού μηχανισμού!

Kαι συμπλήρωσε:

" Ξεκίνησα να πάω στο Μάτι φορτωμένη με όσα πράγματα θεωρούσα ότι μπορεί να χρειάζονταν άνθρωποι που έχουν περάσει από φωτιά. Πριν φτάσω στην Αγία Μαρίνα είδα δυο περιπολικά σταματημένα κι έκλειναν το δρόμο. "Που πάτε κυρία μου; Είστε τρελή; Κάτω κάηκαν τα πάντα" μου είπαν και απάντησα "θα περάσω τώρα, ψάχνω την κόρη μου, τον άντρα και το γιο μου". Ποιο Μάτι; Ποια περιοχή; Δεν υπήρχε τίποτα. Μυρωδιά καμένου, σκοτάδι, νεκρική σιωπή! Δεν είχε μείνει τίποτα ζωντανό. Μόνο κάποιοι άνθρωποι σαν εμάς".

Oπως είπε στη συνέχεια, φτάνοντας στο σπίτι της αντίκρισε εικόνα εγκατάλειψης και κατάλαβε ότι η οικογένεια της προσπαθούσε για να σωθεί.

Είπε:

"Κατάλαβα ότι ο Γρηγόρης έτρεχε για να σωθεί. Έκανα εικόνα τη στιγμή που μιλούσα με το Γρήγορη και φώναζε στα παιδί να φύγουν και η Εβίτα έλεγε "μπαμπά να βάλω τα παπούτσια μου" και τις φώναζε "έλα με τις σαγιονάρες". Ήθελα να ψάξω στο δρόμο. Κατεβαίναμε στον παραλιακό δρόμο του Ματιού. Εγκατάλειψη. Καμένα. Κόσμος που έψαχνε τους δικούς του. Δεν ξέρω αν μπορείτε εσείς να μπείτε στα δικά μας μάτια να ζήσετε ότι ζήσαμε. Με τι λόγια; Ποιες πινελιές να ζωγραφίσουν εκείνη τη μαύρη εικόνα;".

Η Βάρβαρα Φύτρου περιέγραψε στη συνέχεια τις αγωνιώδεις προσπάθειες της να βρει την οικογένεια της.

Είπε:

"Φτάσαμε στο σημείο που ήταν τα αυτοκίνητα το ένα πάνω στο άλλο. Χαμός. Είχε μέσα απανθρακωμένους ανθρώπους. Που ήταν οι δικοί μου άνθρωποι; Θα τους έβρισκα έτσι; Βλέπω το αμάξι του συζύγου μου παρατημένο. Λέω όχι εδώ ο άνδρας μου και τα παιδιά μου! Γιατί έχει παρατήσει το αμάξι ανοιχτό; Τι τον ανάγκασε; Δεν ήξερα. Φώναζα τα ονόματα τους. Ποιος να απαντήσει; Τι να απαντήσει;".

Το μαρτύριο της δεν είχε τέλος. Κατάφερε, όπως είπε να φτάσει στο λιμάνι της Ράφήνας:

"Έδωσα ονόματα και στοιχεία. Κατέβηκα κάτω. Οι βάρκες έφταναν, πρόσωπα μαυρισμένα, κουβέρτες, σε άθλια κατάσταση. Πανικοβλημένοι. Κάθε φορά που ερχόταν μια βάρκα τρέχαμε. Κι όταν έφευγε η βάρκα και δεν κατέβαινα κανείς από τους δικούς μας, απογοήτευση είπε και συμπλήρωσε:

"Σε μια από όλες τις φορές που βρίσκομαι στο Λιμεναρχείο με πλησίασε μια αξιωματικός και μου είπε ότι έχουν βρει ένα κοριτσάκι. Από τις φωτογραφίες που τους είχα δώσει…. Είχε μια φωτογραφία στο κινητό της. Με ρώτησε αν μπορεί να μου τη δείξει. Της είπα ναι. Πίστευα ότι δεν θα είναι το δικό μου παιδί. Και είδα τη φωτογραφία και δεν ήταν λάθος και ήταν η Εβίτα μου. Με το ροζ μπλουζάκι της, όπως μου είχε στείλει λίγες ώρες νωρίτερα ένα βίντεο. Τραγουδούσε και γελούσα. Τώρα δεν είχε ζωή. Έπρεπε να συνεχίσω. Η ζωή μου είχε τελειώσει, αλλά είχα άλλο ένα παιδί κι ένα σύζυγο. Έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου. Να ξανακατέβω στις βάρκες να τους βρω. Ερχόντουσαν οι βάρκες και οι δικοί μου δεν κατέβαιναν".

Οση ώρα κατέθετε η Βαρβάρα Φύτρου, ξαναζούσε την αγωνία εκείνων των στιγμών.

Εδειχνε να έχει στεγνώσει η ψυχή της, όπως και εκείνη την ώρα, μετά την είδηση του θανάτου της Εβίτας.

Οι προσπάθειες της συνεχίστηκαν, για να βρει τον σύζυγο και τον γιο της.

Είπε:

"Κάποια στιγμή μάθαμε ότι, υπήρχε ένα οικόπεδο, το οικόπεδο Φράγκου. Ποιό είναι αυτό το οικόπεδο? ρωτάω. Από την περιγραφή του σημείου κατέρρευσα. Ήταν πολύ κοντά, εκεί, που βρέθηκε το αυτοκίνητο. Είχα περάσει απ’ έξω! Φώναξα, ποιος να μου πει ότι, όταν πέρασα απ’ έξω το βράδυ ότι, μέσα σε εκείνο το οικόπεδο, εγώ η μάνα είχα χάσει το παιδί μου και τον άντρα μου".

H φωνή της Βαρβάρας Φύτρου είχε στεγνώσει, όταν περιέγραψε την εικόνα.

Είπε:

"Hταν όλα καμμένα και μύριζε ανθρώπινη σάρκα. Θέλω να μπω μέσα. Κάποιοι αστυνομικοί έκλεισαν την καγκελόπορτα. Τους λέω αν δε με αφήνετε, μπείτε εσείς, ο σύζυγος μου έχει ένα τατουάζ με τα ονόματα των παιδιών. Λίγο αργότερα είδα να έρχονται οι άνθρωποι της ΕΜΑΚ. Τους παρακάλεσα να μπω μέσα. Μας είπαn να αναγνωρίσουμε τους ανθρώπους μας στο Σχιστό και στο Γουδί. Ο Τάκης βρήκε κάποιους δικούς του και τους έδωσε πληροφορίες για τον άντρα μου και το παιδάκι μου. Μετά άρχισε το ταξίδι μου στις υπηρεσίες. Δε μπορώ να πιστέψω ότι από μια πυρκαγιά, την κρατική ανυπαρξία, χωρίς πυροσβεστικά, χωρίς εναέρια, να φτάνεις να χάνεις τους δικούς σου και να πηγαίνεις από τη μια υπηρεσία στην άλλη. Όχι εμάς, των ανθρώπων μας. Να σε σέρνουν και να σε τρέχουν και να μη ξέρει ένας να πει, αν οι άνθρωποι σου είναι εδώ".

Oπως είπε στη συνέχεια της κατάθεσης της, πληροφορήθηκε τον θάνατο και των άλλων δύο μελών της οικογένειας της, αφού προηγουμένως η ίδια ταλαιπωρήθηκε με κυνηγητό σε υπηρεσίες.

«Εγώ η ίδια πήγα στα ψυγεία να δω, αφού δε μπορούσαν να μου δώσουν μιαν απάντηση. Κάποια στιγμή με ειδοποίησαν από την ιατροδικαστική υπηρεσία να δώσω dna για να γίνει η επίσημη ταυτοποίηση για την Εβίτα. Ζήτησα να δω. Μου το επέτρεψαν. Τα χεράκια της, τα δαχτυλάκια της. Ήξερα για τον άντρα μου, αλλά ευχόμουν για τον Αντρέα μου. Μέχρι τελευταία στιγμή ηλπιζα ακόμα. Με ενημέρωσαν ότι ταυτοποιήθηκε και ο Αντρέας μου και ακολούθησε το δρόμο που άνοιξε ο Γρηγόρης και η Εβιτα μου".

Η δίκη συνεχίζεται.

Δίκη Μάτι: "Κάποιος μου λέει κοπελιά καίγεσαι"!...


"Κάποιος μου λέει κοπέλια καίγεσαι. Είχα πιάσει φωτιά από πίσω. Έφτασα στη θάλασσα κι έπεσα κατευθείαν μέσα. Από πάνω καιγόντουσαν τα πάντα. Είχε εκρήξεις. Κάθησα δίπλα σε μια οικογένεια. Κάποια στιγμή κρύωνα. Θυμάμαι να είμαι στη θάλασσα με τα χέρια απλωμένα και να βγάζω τις σάρκες μου. Βγήκα έξω και ξαναμπηκα μέσα γιατί στέγνωσα και πέθαινα από τον πόνο!.

Πάγωσε το δικαστήριο με την ανατριχιαστική περιγραφή μίας ακόμη μάρτυρας, που γλύτωσε από την κόλαση της φωτιάς στο Μάτι, αφού υπέστη εκτεταμένα εγκαύματα κι έχασε μητέρα και πατέρα, που κάηκαν ζωντανοί.

Η μάρτυρας Ιωάννας Πέταλα, που κάηκε, όπως είπε "στα χέρια, πλάτη, στους γλουτούς και στα πόδια, έπαθε πνευμονική εμβολή, με επιπλοκές και μπήκε στη ΜΕΘ επί 8 ημέρες, με τους γιατρούς να τη θεωρούν σχεδόν νεκρή", καθήλωσε το δικαστήριο, με τη φρίκη που έζησε και την περιέγραψε στην κατάθεση της.

"Είχαν πει ότι δε θα γλιτώσω. Δε μπορούσα να περπατήσω. Ακόμα με πονάνε στη ζέστη τα εγκαύματα. Δε μπορώ να λειτουργήσω σωστά. Δεν περνάει μέρα που να μη σκεφτώ αυτά που έχω ζήσει", είπε με τον τρόμο ακόμη στα μάτια της.

Οι σκηνές που περιέγραψε η μάρτυρας, όταν η ίδια άρχισε να φλέγεται, σόκαραν το ακροατήριο, που άκουγε με κομμένη την ανάσα.

"Εκείνη την ημέρα γύρω στις 17.30 άκουσα στην τηλεόραση για τη φωτιά στο Νταού. Δέκα λεπτά μετά κόπηκε το ρεύμα και βγήκε όλη η γειτονιά έξω. Υπήρχε κάτι περίεργο στην ατμόσφαιρα, ο αέρας δυνατός. Είπαμε να κλειστούμε στο σπίτι. Την ώρα που έκλεινα το τελευταίο παντζούρι ακούω τη μαμά μου να ουρλιάζει. Είχαν λαμπαδιάσει κάτι κλαδιά. Άρπαξε η μαμά μου την τσάντα της κι εγώ τα κλειδιά και φύγαμε προς Περικλεους. Την ώρα που φεύγαμε μια γειτόνισα έμπαινε στο αμάξι της και πήγαμε μαζί της. Φύγαμε αναγκαστικά αριστερά κάτω. Η φωτιά μας κυνήγαγε από αριστερά και πίσω. Όταν ακινητοποιήθηκαμε είδα ότι η φωτιά ήταν πολύ κοντά. Τους λέω βγείτε έξω θα κάουμε. Έπεσε πολύ πυκνός μαύρος καπνός", είπε και συνέχισε:

"Έπεσα κάτω, έχασα τα γυαλιά μου. Γύρισα πίσω και είδα πύρινες νιφάδες. Ενστικτωδώς κατευθύνθηκα προς θάλασσα. Άκουγα ανθρώπους να ουρλιάζουν. Περνούσε ένας νεαρός μόνο με το μποξεράκι του και μια μάνα με ένα λιπόθυμο παιδάκι ή νεκρό…Κάποιος μου λέει κοπέλια καίγεσαι. Είχα πιάσει φωτιά από πίσω. Έφτασα στη θάλασσα κι έπεσα κατευθείαν μέσα. Από πάνω καιγόντουσαν τα πάντα. Είχε εκρήξεις. Κάθησα δίπλα σε μια οικογένεια. Κάποια στιγμή κρύωνα. Θυμάμαι να είμαι στη θάλασσα με τα χέρια απλωμένα και να βγάζω τις σάρκες μου. Βγήκα έξω και ξαναμπηκα μέσα γιατί στέγνωσα και πέθαινα από τον πόνο".

H έδωσε έδωσε περιέγραψε, τις ανθρώπινες κραυγές, που της έσκιζαν τα αυτιά και τον κόσμο που αβοήθητος καιγόταν.

Καμμία ανταπόκριση, όπως είπε δεν ήρθε, ενώ κάποια στιγμή κάποιος από το πλήθος, που καιγόταν, κατάφερε να μιλήσει μα κάποιον δικό στο κινητό

''Είμαστε όλοι στην παραλία, ειδοποίησε κάποιον να μας σώσει'', είπε ο άνθρωπος, όπως περιέγραψε η μάρτυρας στην κατάθεση της.

Και συμπλήρωσε:

"Κάποια στιγμή άκουσα τη φωνή κάποιου γνωστού μου. Ζήτησα βοήθεια γιατί δε μπορούσα ούτε να μιλήσω. Άκουσα στην παραλία τη φωνή της γειτόνισσας. Της λέω που είναι η μάνα μου. Μου λέει είναι καλά. Προσπάθησα να τη βρω. Κάποια στιγμή ήρθε ένα καραβάκι, έπεσα λιπόθυμη. Φτάσαμε στη Ραφήνα. Κάποια στιγμή με πήγαν στο Θριάσιο, μετά από λίγο με πήγαν στο ΓΝΑ, έμεινα 54 μέρες μέρες. Έχω καεί στα χέρια, πλάτη, γλουτούς και πόδια. Έπαθα πνευμονική εμβολή, είχα επιπλοκές. Μπήκα ΜΕΘ 8 ημέρες. Είχαν πει ότι δε θα γλιτώσω. Δε μπορούσα να περπατήσω. Ακόμα με πονάνε στη ζέστη τα εγκαύματα. Δε μπορώ να λειτουργήσω σωστά. Δεν περνάει μέρα που να μη σκεφτώ αυτά που έχω ζήσει".

Mε βαριά εγκαύματα στο σώμα, η μάρτυρας, που ακόμη ταλαιπωρείται, περιέγραψε στην κατάθεση της όλα όσα υπέστησαν η μήτερα και ο πατέρας της, που τους έχασε στη φωτιά.

Είπε:

"Η μάνα μου ήταν πεσμένη στο πεζοδρόμιο, πεσμένη στα γόνατα, τόσο καμμένη που δεν είχε μαλλιά. Ήταν γυμνή, χωρίς μαλλιά και ούρλιαζε. Της έφεραν ένα τραπεζομάντηλο από την ταβέρνα. Ξέρω από έναν κύριο που ήταν μαζί της ότι 5-6 ώρες ήταν ζωντανή. Με το που έφτασε στη Ραφήνα πέθανε. Ο πατέρας μου απανθρακωθηκε κοντά στο αμάξι. Δεν κατάφερε να πάει μακριά".

H μάρτυρας ξέσπασε τη δικαιολογημένη οργή της, για την ολιγωρία και την ανυπαρξία των Αρχών, λέγοντας:

"Δεν μας ενημέρωσε κανείς. Υπήρξε η αντίληψη στο Μάτι ότι αν συνέβαινε κάτι επικίνδυνο χτυπούσαν οι καμπάνες. Αν μας ειδοποιούσε κάποιος έστω και δέκα λεπτά νωρίτερα… ήταν μια κατηφόρα. Οι δικοί μου θα ζούσαν".

Ακολούθησε η κατάθεση της αδελφής της, Δήμητρας Πεταλά, η έζησε το χάος, όλων εκείνων, που προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με τους δικούς τους, χωρίς αποτέλεσμα, λόγω ανυπαρξίας του κρατικού μηχανισμού.

Ενώ περιέγραψε το απίστευτο ότι, δέχτηκε κλήση από την Πυροσβεστική Θεσσαλονίκης, για να δηλώσει τους αγνοούμενους της, στο Μάτι!

Είπε:

"Αναζητώντας τους δικούς μου ανθρώπους, έκανα δεκάδες τηλέφωνα παντού. Λιμενικό, πυροσβεστική, νοσοκομεία. Δεν έβρισκα κανέναν. Και δέχομαι κλήση λίγη ώρα αργότερα τηλέφωνο από την πυροσβεστική Θεσσαλονίκης! Εκεί δήλωσα τους αγνοούμενους! Στην πυροσβεστική Θεσσαλονίκης".

Και συμπλήρωσε:

"Όταν πλέον ενημερώθηκα ότι η αδελφή της νοσηλεύεται, ζήτησα να της μιλήσω. Μου είπαν ''δεν μπορείτε, είναι καμένα τα χέρια της''. Καταλαβαίνετε το σοκ. Πήγα να την δω και ο θαλαμος μύριζε καμένη σάρκα. Ήταν άλλοι 3 μαζί με την αδελφή μου".

Ακόμη χειρότερα, όπως είπε στη συνέχεια, μόνη της πήρε τηλέφωνο να αναγνωρίσει τους νεκρούς γονείς της.

«Δεν είχα καμία ενημέρωση. Πήρα τηλέφωνο και τους λέω ''νομίζω πως σε αυτούς τους σάκους που έχετε, έχω δυο νεκρούς μέσα''.

Η δίκη συνεχίζεται.

Παρεμβαίνει ο Εισαγγελέας για τις κατολισθήσεις και την ταλαιπωρία των οδηγών στην Κακιά Σκάλα


Την παρέμβαση του Προισταμένου της Εισαγγελίας Πρωτοδικών της Αθήνας Αντώνη Ελευθεριάνου προκάλεσε το περιστατικό των κατολισθήσεων στην Κακιά Σκάλα, που έγιναν αιτία να διακοπεί η κυκλοφορία στο ρεύμα προς Αθήνα.

Ο κ. Ελευθεριάνος μελετάει το ενδεχόμενο αναζήτησης ποινικών ευθυνών, αφού προηγουμένως ζητήσει πληροφορίες από την Τροχαία, για το συμβάν της κατολίσθησης, που έγιναν αιτία, να διακοπεί η κυκλοφορία και να παραμείνουν εγκλωβισμένοι οδηγοί και συνεπιβάτες στα αυτοκίνητα επί ώρες.

Στη συνέχεια, ενδέχεται να παραγγείλει προκαταρκτική εξέταση, για το ενδεχόμενο τέλεσης αυτεπαγγέλτως διωκομένων αδικημάτων.
Στο μεταξύ, άναυδοι οι τηλεθεατές άκουσαν νωρίς το πρωί, τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της Ολυμπίας Οδού, Παναγιώτη Παπανικόλα, να δηλώνει άγνοια, γι΄το έαν θα έπρεπε να έχουν ληφθεί πιο αυστηρά μέτρα προστασίας και εάν υπήρξε αμέλεια από την Ολυμπία Οδό.

Ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, η οποία εκμεταλλεύεται την Εθνική Οδό δήλωσε ότι, το σημείο από όπου έγινε η αποκόλληση και πτώση των βράχων «είναι έξω από το έργο παραχώρησης. «Είναι ψηλά στο βουνό. Έχουν γίνει εργασίες και έχουν μπει φράχτες από παλιά και εμείς το παρακολουθούμε, το επιθεωρούμε» δήλωσε και συμπλήρωσε ότι «πρέπει να γίνουν πρόσθετοι φράχτες».





"Εμφανίστηκε" στην Εισαγγελία ο πατήρ Αντώνιος


"Εμφανίστηκε" ο πατέρας Αντώνιος στην Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας και δήλωσε ότι, βρίσκεται στη διάθεση των Αρχών, όποτε χρειαστεί!

Σύμφωνα με πληροφορίες, μετά την εισαγγελική διάταξη, που του απαγορεύει, επί τρίμηνο, ακόμη να πλησιάζει στις δομές της Κιβωτού και τις φήμες ότι, παραμένει άφαντος, ο πατέρας Αντώνιος επικοινώνησε με την Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας και δήλωσε παρών.

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, οι συνήγοροι του Θρασύβουλος Κονταξής, Τάσος Τριανταφύλου και Γιάννης Κώτσος επισκέφτηκαν τον προιστάμενο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών της Αθήνας Αντώνη Ελευθεριάνο και δήλωσαν τη νέα διεύθυνση του Πατρός Αντωνίου, καθώς επίσης ότι, βρίσκεται στη διάθεση των Αρχών.

Σύμφωνα με άλλες πηγές ο πάτερ Αντώνιος διαμένει σε σπίτι στην Πετρούπολη, που ή του παραχωρήθηκε, ή το ενοικίασε.

Στο μςταξύ ο εισαγγελέας Πρωτοδικών κ. Σέβης, που διενεργεί Προκαταρκτική Εξέταση, για να οικονομικά της Κιβωτού, έστειλε παραγγελία στην Οικονομική Αστυνομία, ζητώντας να διερευνηθεί η διάπραξη τεσσάρων αδικημάτων, που είναι: Φοροδιαφυγή, ξέπλυμα μαύρου χρήματος, απιστία και υπεξαίρεση,

Τα δύο τελευταία αδικήματα είναι κατ΄έγκληση διωκόμενα, ωστόσο οι Εισαγγελείς άνοιξαν δικογραφία και γι΄αυτά, με το ενδεχόμενο να έχει ολοκληρωθεί εντός τριμηνου ο έλεγχος στα οικονομικα της Κιβωτού, που διενεργεί το νέο ΔΣ., ούτως ώστε εάν διαπιστωθούν ατασθαλίες, να υποβληθεί και η απαιτούμενη έγκληση.



Το "Πολιτικό Οδοιπορικό 1914 - 1940" του ε.τ. Αντεισαγγελέα ΑΠ. Γιώργου Ζορμπά

 


Ούτε... καρφίτσα δεν έπεφτε στο αμφιθέατρο του Ιδρύματος Θεοχαράκη, όπου έγινε η παρουσίαση του τρίτομου έργου ιστορικού έργου του επίτιμου Αντεισαγγελέα Αρείου Πάγου Γιώργου Ζορμπά, με τίτλο "Πολιτικό Οδοιπορικό 1914 - 1940", των εκδόσεων Λιβάνη.

Γεμάτος σθένος και ενέργεια ο βετεράνος εισαγγελικός λειτουργός Γιώργος Ζορμπάς (στη φωτό με την εκδότρια), γνωστός σε μας τους δικαστικούς συντάκτες από τις μεγάλες υποθέσεις που χειρίστηκε, όσο ήταν εν υπηρεσία, απέδειξε χτες ότι, η πραγματική ηλικία δεν έχουν σχέση με τα χρόνια...



Ο ίδιος μίλησε για το βιβλίο του, που μεταξύ άλλων πραγματεύεται τη Μικρασιατική Εκστρατεία και τη Δίκη των Εξι.

Προηγουμένως είχαν πάρει το λόγο ο γνωστός δικηγόρος Σάκης Κεχαγιόγλου και η συγγραφέας ιστορικός Χαρίκλεια Δημακοπούλου, ενώ το κενό του τρίτου ομιλητή Ιωάννη Παπαφλωράτου, Νομικού, Διεθνολόγου, καθηγητή στρατιωτικών σχολών, που προσεβλήθη από ίωση, κάλυψε ο δημοσιογράφος Σπύρος Τρίψας, ο οποίος εκτός από την παρουσίαση της εκδήλωσης διάβασε και το λόγο του απόντα ομιλητή.



Στην εκδήλωση, που έγινε σε κατάμεστη αίθουσα, παραβρέθηκαν, μεταξύ άλλων ο Μητροπολίτης Λαοδικείας Θεοδώρητος, εκπρόσωπος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, ο Μητροπολίτης Γουινέας Γεώργιος, εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας, ο πρώην υπουργός Σπήλιος Λιβανός, ο γραμματέας της ΝΔ Παύλος Μαρινάκης, η διευθύντρια του Πολιτικού Γραφείου του Πρωθυπουργού Σάκη Κυπραίου, η επίτιμη Αντιπρόεδρος Αρείου Πάγου Μαρία Γαλάνη, η Προισταμένη της Εισαγγελίας Εφετών Αθήνας Μαρία Γκανέ, ο επίτιμος Αντεισαγγελέας ΑΠ Παναγιώτης Αγγελόπουλος, ο Εισαγγελέας Εφετών και μέλος της πλειοψηφίας του ΔΣ της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Στάθης Βεργώνης, ο Πρόεδρος της Ενωσης Ποινικολόγων Μαχόμενων Δικηγόρων Γιάννης Γλύκας, ο γνωστός δικηγόρος Γιάννης Παγουρόπουλος και πολλοί άλλοι.

Η εκδήλωση έκλεισε με κρασί στο μπάρ του Μεγάρου, όπου ο επίτιμος Αντεισαγγελέας ΑΠ Γιώργος Ζορμπάς υπέγραψε τα βιβλία του.












Η παιδαγωγικώς ορθή προσέγγισης ενός ανηλίκου


Γράφει ο δικηγόρος παρ΄Αρείω Πάγω Χαράλαμπος Β. Κατσιβαρδάς

Η προτεραιότητα των ανήλικων τέκνων, ήτοι το καλώς νοούμενο ή υπό άλλη διατύπωση το υπέρτερο συμφέρον του τέκνου καθίσταται, ιδιαίτατα σπουδαίο, τούτο δε, εξειδικεύεται, κατά περίσταση εκ του νόμου, όμως, εις πάσα περίπτωση εν προκειμένω το μείζον είναι, πέραν του
νομικού σκέλους της υποθέσεως, αμφότεροι οι γονείς να αντιληφθούν το πραγματικό συμφέρον
του τέκνου, συνειδητοποιώντας εναργώς ότι το τέκνο τους το οποίο είναι ανήλικο τώρα, εν καιρώ θα ενηλικιωθεί και πρέπει να σκέπτεται αντικειμενικά και ανεπίληπτα.

Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δια τους γονείς (ανεξαρτήτως εάν είναι διαζευγμένοι η μη) το μέλλον των παιδιών τους, δέον όπως αποτελεί τον κράτιστο γνώμονα, και την κατευθυντήρια
γραμμή προς πάσα κίνησή τους, εν άλλοις λόγοις, οι αποφάσεις οι οποίες λαμβάνονται, υπό αυτούς, πρέπει να σταθμίζουν το συμφέρον του παιδιού με προβολή προς το μέλλον του,
λαμβάνοντας υπόψιν του τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εκάστοτε παιδιού καθώς και τα γνωρίσματά του, εις πάσα περίπτωση.

Πιο συγκεκριμένα, οι γονείς οφείλουν εκ του Νόμου, αλλά ηθικά και εκ του Θεού, σεβόμενοι την αυτοτέλεια μία Ζωής, ότι τα παιδιά αποτελούν μοναδικές ψυχές, οι οποίες επιβάλλεται να διαπαιδαγωγούνται, κατά ουδέτερο και αντικειμενικά ορθό ηθικά τρόπο, ούτως ώστε να έχουν την δυνατότητα, μετά την ενηλικίωσή τους να επιλέξουν αυτόνομα τον τρόπο ζωή τους.

Ασφαλώς οι ισορροπίες καθίστανται εύθραυστες και κατά περίσταση δυσχερείς, πλην όμως ο διαρκής αγών, υπό την έννοια της αδιαλείπτου προσπάθειας, θα επιφέρει, πάντοτε εις το
ανθρωπίνως δυνατό μέτρο, το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα δια την ισόρροπη διάπλαση του χαρακτήρα του ανηλίκου τέκνου.

Ως εκ τούτου απαιτείται, πέραν από τον ακρογωνιαίο λίθο, όπου είναι η αγάπη, ο σεβασμός, η επιείκεια, η ανοχή, η διάκριση, ο διάλογος και η τρυφερότητα, απαιτείται ιδιαίτερη υπομονή,
επιβράβευση και κατά περίσταση αυστηρότητα, όλα όμως τα ως άνω με την κοινή συνισταμένη ότι, απευθυνόμαστε προς ένα ανήλικο τέκνο, το οποίο, εισέτι, «μπουσουλάει» τρόπον τινά, εις
την ζωή, και οφείλουμε εις πάσα έκφανση του βίου μας, να το στηρίξουμε προσηκόντως, δεν τον αντιμετωπίζουμε ως ίσο προς ίσο, διότι χρειάζεται την στήριξή μας ίνα θεμελιωθεί προσηκόντως
εις τα πρώτα βήματα του και αναπτύξει ξεχωριστή προσωπικότητα, εν πολλοίς, καλύτερη και από ημάς (εννοώ ως γονείς) προκειμένου να εξελιχθεί και να προοδεύσει δεόντως.

Κατά συνέπεια λοιπόν τα παιδιά καθίστανται ιδιαίτατα ευαίσθητες ψυχές, πλην όμως ιδίως εις την παιδική, προεφηβική και εφηβική τους ηλικία, υπολαμβάνουν, ως και είναι εύλογο, την ίδια
την ζωή, πολύ διαφορετικά από ότι ημείς, διότι ακριβώς, έχουν ανάγκη την κατά τον νόμο επιμέλεια και άσκηση της γονικής μέριμνας υπό ημάς, ένεκεν ακριβώς της υφισταμένης
καταστάσεως.

Εκ παραλλήλου δηλαδή, ενώ καλούνται να ζήσουν «συμβατικά» εις τον κόσμο των μεγάλων, να τους υπακούσουν, να τους μιμηθούν ούτως ώστε δημιουργήσουν τις κατάλληλες προτυπώσεις,
εν ταυτώ επαναστατούν, αμφισβητούν, δηλαδή διέρχονται κατά φύση από διάφορες διεργασίες, ενηλικίωσης, όπου στο ακανθώδες αυτό σημείο, απαιτείται ανυπερθέτως η ιδική μας, παντί
τρόπω, σιδηρά, αμέριστη και τεταμένη προσοχή, δηλαδή η μεθοδολογία προσεγγίσεως των παιδιών ως προς την μετάδοση της ανατροφής αλλά και την εν γένει διαπαιδαγώγηση, συνιστά
το μείζον στοιχείο δια την περαιτέρω πορεία του παιδιού αλλά και την συμπεριφορά του τόσο ως προς τους γονείς του αλλά και ως προς τους τρίτους.

Είναι γεγονός ότι η αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά του παιδιού, πλειστάκις αντικατοπτρίζει, την μη ορθή μέθοδο διαπαιδαγωγήσεως εκ μέρους του παιδιού, με αποτέλεσμα η εκδήλωση αυτής της
πρακτικής προς το παιδί με σκοπό ή τον σωφρονισμό του ή την ενδεχομένως νουθεσία του, να συνεπάγεται αυτόχρημα, μία βάναυση ή ακατάλληλη στρατηγική η οποία δύναται να το
τραυματίσει λίαν ανεπανόρθωτα και δυσχερώς αναστρέψιμα, με συνέπεια η συσσώρευση αυτών των προσλαμβανουσών εικόνων, να παγιωθούν και να πυροδοτηθούν όταν υπάρξει, προϊόντος του χρόνου, εισέτι και κατά την ενηλικίωσή του, το προσήκον έναυσμα.

Συνελόντι ειπείν η ορθή διαπαιδαγώγηση, συνιστά έναν ατελεύτητο αγώνα, ιδίως μέχρι την ενηλικίωση αλλά και ισόβιο, όμως ιδίως κατά την εύπλαστη ηλικία των παιδιών, κατά την διάρκεια των οποίων υποχρεούμεθα, να ασκούμε υπεύθυνα την γονική μέριμνα και επιμέλεια.

Δίκη Μάτι: Kαταθέτει η Βαρβάρα Βουκάκη - Φύτρου, που έχασε σύζυγο και δύο παιδιά


Κορυφαία στιγμή της δίκης, για τη φονική πυρκαγιά στο Μάτι η σημερινή, όπου αναμένεται να καταθέσει η Βαρβάρα Βουκάκη - Φύτρου, η γυναίκα που έχασε το σύζυγο και τα δύο ανήλικα παιδιά της, στη φονική πυρκαγιά στο Μάτι, τον Ιούλιο του 2018.

Η Βαρβάρα Βουκάκη - Φύτρου, εμβληματική μορφή στην υπόθεση της τραγωδίας στο Μάτι, που στοίχισε τη ζωή σε 103 ανθρώπους, ήταν από τα πρόσωπα, που πάλεψαν με όλη τους την ψυχή, μέσω της Δικαιοσύνης, να φωτιστούν όλες οι πτυχές του δράματος και να επιμεριστούν ευθύνες στους κατηγορούμενους, που βρίσκονται στο εδώλιο.

Η κατάθεση της στον ανακριτή, ήταν συγκλονιστική.

Σύμφωνα με όσα ανέφερε τότε, βρισκόταν στη δουλειά της εκείνο το απόγευμα όταν έμαθε για την πυρκαγιά. Ο σύζυγος και τα δυο παιδιά της, η Εβίτα και ο Αντρέας της, ήταν στο εξοχικό της οικογένειας στο Μάτι.

Ξεκίνησε μιά απεγνωσμένη προσπαθεια να φτάσει κοντά τους.

"Πού να έρθεις; Πού να μας βρεις; Καιγόμαστε δεν το καταλαβαίνεις;» της απάντησε ο σύζυγός της, μιλώντας μαζί της για τελευταία φορά".

Στην κατάθεση της περιγράφει τον εφιάλτη της:

"Συνέχισα να πηγαίνω προς το σπίτι όταν λίγο πριν από την Αγία Μαρίνα, συνάντησα δύο αστυνομικούς και δε με άφησαν να περάσω. Κατέβηκα και τους είπα ότι ψάχνω τα παιδιά μου και τον άντρα μου, ότι καίγεται το σπίτι μου να με αφήσουν να περάσω, αλλιώς θα περάσω από πάνω τους. Παντού υπήρχε σκοτάδι και μαυρίλα, όλα καμένα. Η αποκάλυψη του Ιωάννη. Ήξερα ότι ο Γρηγόρης ήταν μαχητής και θα έκανε τα πάντα για να σώσει τα παιδιά. Πήγα στο Κόκκινο Λιμανάκι. Φώναζα τα ονόματά τους. Πατούσα σε αποκαΐδια γύρω μου. Ήταν καμένα αυτοκίνητα και σε κάποια ήταν μέσα καμένοι άνθρωποι. Το καουτσούκ από τις σαγιονάρες που φορούσα είχε καεί. Δεν ήξερα που πατούσα. Παντού μύριζε καμένη σάρκα".

Δεν εγκατέλειψε την προπάθεια και έφτασε στο Λιμεναρχείο, για να εντοπίσει την οικογένεια της.

"Μπήκα στο γραφείο του Διευθυντή του Λιμενικού, έδωσα και τα τρία ονόματα. Μετά από λίγο, με δυσκολία μία αξιωματικός του Λιμενικού μου είπε ότι έχουν ενημέρωση για ένα κοριτσάκι. Ζήτησα να μου δείξουν φωτογραφία και πράγματι αναγνώρισα την Εβίτα μου. Πάγωσα. Ήξερα ότι το νήμα της ζωής του παιδιού μου είχε κοπεί. Συνέχισα να ελπίζω για τον Ανδρέα και τον Γρηγόρη μου¨".

Το πιό τραγικό ήταν, όπως εξήγησε η ίδια ότι, η μικρούλα Εβίτα θα μπορούσε να είχε σωθεί, αν είχαν κινηθεί άμεσα οι αρμόδιοι φορείς. Το κοριτσάκι δεν κάηκε, αλλά έπεσε στη θάλασσα στην προσπάθειά της να γλιτώσει από τις φλόγες, τραυματίστηκε αλλά δεν διακομίστηκε εγκαίρως στο Νοσοκομείο.

"Με ενημέρωσαν ότι υπάρχει ένα οικόπεδο, το λεγόμενο «οικόπεδο του θανάτου» στο οποίο είχαν βρεθεί νεκρά 26 άτομα. Κατευθύνθηκα προς τα εκεί. Όταν έφτασα σε εκείνο το σημείο στο οποίο είχα φτάσει πρώτη μαζί με ένα ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ, κατάλαβα ότι εκεί θα βρίσκονταν ο σύζυγος μου και ο γιος μου με το δεδομένο ότι λίγο πιο πάνω είχα δει παρατημένο το αυτοκίνητο του συζύγου μου. Δε με άφηνε κάνεις να περάσω. Μετά ήρθε και η αστυνομία. Εγώ ήμουν στην καγκελόπορτα, επέμενα να μπω μέσα αλλά μου έλεγαν ότι είναι όλοι καμένοι και υπάρχουν μόνο στάχτες. Όταν έμαθα ότι έχει περισυλλεγεί από το οικόπεδο ένας άντρας ο οποίος έφερε ένα τατουάζ με τα ονόματα των παιδιών μας, βεβαιώθηκα ότι είναι νεκρός και ο Γρηγόρης. Όταν τον είδα στο νεκροτομείο ήταν καμένος τελείως. Έδωσα DNA και μετά από 2-3 ημέρες ταυτοποιήθηκε με την Εβίτα και το Γρηγόρη. Μέχρι και την τελευταία στιγμή ήλπιζα ότι μπορεί ο Αντρέας να είναι ζωντανός και αγνοούμενος. Δυστυχώς με το δικό μου DNA ταυτοποιήθηκε και το δεύτερο παιδί μου ο Αντρέας ο οποίος ήταν πολύ λιγότερο καμένος από τον Γρηγόρη και ήταν με ανοιχτά μάτια. Το πρόσωπο του ήταν αναγνωρίσιμο".

Οπως έμαθε εκ των υστέρων, η οικογένεια της προσπαθώντας να σωθεί από τις φλόγες μπήκε στο οικόπεδο της οικογένειας Φράγκου.

Αλλά, όπως περιγράφει:

"Εκεί δυστυχώς η φωτιά, που κινούνταν από δύο – τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις, τους πρόλαβε και τους εγκλώβισέ με αποτέλεσμα ο μεν σύζυγός μου να είναι ολοσχερώς καμένος, ο Αντρέας μου να φέρει λιγότερα εγκαύματα, ενώ η Εβίτα στην προσπάθεια της να σωθεί από τη φωτιά που την κυνηγούσε, έτρεξε προς τη θάλασσα προς διαφορετική κατεύθυνση και όταν έφτασε στο γκρεμό επέλεξε να πηδήξει στο κενό από ύψος 20 – 30 μέτρων", είχε πει στην κατάθεση της η Βαρβάρα Βουκάκη - Φύτρου.