Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Ολόκληρη η ομιλία του επίτιμου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννη Γράβαρη, για το βιβλίο του Αντώνη Ρουπακιώτη "ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ - ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ"



"Φησίν σιωπών"! 

Είναι φράση του αρχαίου τραγικού ποιητή Ευρυπίδη στο έργο του "Ορέστης", που στην καθομιλουμένη σημαίνει "μιλάς με τη σιωπή σου".

Αυτόν τον "εύγλωττο"  ο τρόπο  επέλεξε ο επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννης Γράβαρης, για να τοποθετηθεί στο περί καταστάσεων "της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης ζέουσες, του σήμερα", που μεταξύ πολλών άλλων θίγει στο νέο του βιβλίο ο Αντώνης Ρουπακιώτης.

Ο επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννης Γράβαρης, ένας εκ των εξαίρετων και ικανότερων ανώτατων δικαστών, που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη διαδρομή του στη Δικαιοσύνη, μιλώντας στην εκδήλωση, για την παρουσίαση του βιβλίου "ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ - ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ", που έγινε την περασμένη Τρίτη 21 Απριλίου στο Μέγαρο Μουσικής, τοποθετήθηκε με σαφήνεια, καθαρότητα και χωρίς περιστροφές στην "ανατομία της δικαστικής εξουσίας", που επιχειρεί ο συγγραφέας και έκλεισε την ομιλία του με εντυπωσιακό τρόπο, λέγοντας:

Μιλώντας στην εκδήλωση, για την παρουσίαση του βιβλίου "ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ - ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ", που έγινε την περασμένη Τρίτη 21 Απριλίου στο Μέγαρο Μουσικής, ο  επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννης Γράβαρης, ένας εκ των εξαίρετων και ικανότερων ανώτατων δικαστών, που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη διαδρομή του στη Δικαιοσύνη, έκλεισε την ομιλία του με εντυπωσιακό τρόπο, λέγοντας:

"Άφησα για το τέλος τις μακρές αναφορές του βιβλίου σε καταστάσεις της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης ζέουσες, του σήμερα. Τις τηλεφωνικές υποκλοπές [βλέπω με χαρά σήμερα εδώ τον Δικαστή – τον πάντα Δικαστή – Χρήστο Ράμμο], τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το Χρηματιστήριο, τη Siemens, τις υποθέσεις Βατοπεδίου, Marfin, Βγενόπουλου και πολλά άλλα. Με αναφορές, μεταξύ άλλων, σε δικαστικές αποφάσεις, ονόματα και πράξεις συγκεκριμένων δικαστών. Και την καταληκτική, πολύ βαριά εκτίμηση του Αντώνη Ρουπακιώτη πως - έτσι ακριβώς το λέει - «το δικαστικό σύστημα βρίσκεται στις ημέρες μας στο χειρότερο επίπεδο από την πτώση της δικτατορίας […].». 

Δεν θα τοποθετηθώ σ’ αυτά.

Μεταξύ άλλων, είναι πολύ κοντινή η ιδιότητά μου ως δικαστή για να το κάνω. Θα πω όμως τούτο, όπως το αισθάνομαι. Κάτι πολύ σοβαρό, κυρίες και κύριοι, συμβαίνει στη χώρα μας και στον κόσμο. Έχει να κάνει όχι πια με τα επί μέρους, αλλά με το ίδιο το νόημα της ζωής. Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία βρίσκεται σε τέτοιαν απορρύθμιση μια γενική αντίληψη για το νόημα του κόσμου, ικανή να συνέχει στοιχειωδώς τους ανθρώπους και να ανακουφίζει την υπαρξιακή αγωνία. Έτσι, έρχεται και καλύπτει το κενό η βουλιμική κατανάλωση και η βία κάθε μορφής. Η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη, ως κατ’ εξοχήν συστήματα του Λόγου, πλήττονται καίρια από την κατάσταση αυτή. Και τί απομένει? Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για τον Αντώνη, μέχρι να βγει το βιβλίο, βρήκα τούτους τους στίχους του:

« Όλο πιο λίγοι μένουμε απ’ τους παλιούς […]

Από εκείνους που τρέχαμε, φωνάζαμε, θυμώναμε, ελπίζαμε.

Κι όλ’ αυτά γιατί? Μήπως για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη?

Δεν ξέρω. […]

Το μόνο που ξέρω είναι πως την Ελένη εμείς δεν θα τη βρούμε πια.

Βρήκαμε όμως το πουκάμισο.

Μπορεί νάχει απάνω του ένα κόμπο ιδρώτα

Ή ένα δάκρυ αστέγνωτο μες τον καιρό.

[…] Γι αυτό και το πουκάμισο δεν είναι ίσως λίγο.

Σήμερα αρκεί και μόνο

Κάτι να κρατάς.»

Να λοιπόν που φεύγοντας απόψε θα κρατάμε τούτο το βιβλίο σας για τη Δικαιοσύνη, Αντώνη Ρουπακιώτη, για τη Δημοκρατία και για τον Άνθρωπο. Δεν είναι λίγο".

Διαβάστε ολόκληρη την ομιλία του επίτιμου Αντιπρόεδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννη Γράβαρη:

"Κυρίες και Κύριοι, καλησπέρα σας!

Ευχαριστώ πριν απ’ όλα τον Αντώνη Ρουπακιώτη για τη μεγάλη τιμή να μου προτείνει να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του. Δέχθηκα πρόθυμα, πριν ακόμα εκδοθεί. Έφταναν γι αυτό ο συγγραφέας και το θέμα. Ένας άνθρωπος αυτής της περιωπής, που υπηρέτησε όλη του τη ζωή μεκαθαρότητα και ευαισθησία τη Δικαιοσύνη, επιχειρούσε, όπως μού είπε, μια συνολική, όσο καισυγκεκριμένη, με πρόσωπα και πράγματα, αποτίμησή της. Στην παρούσα συγκυρία, τη γενική, αλλά και την προσωπική μου, δεν ήταν μονάχα τιμή˙ έμοιαζε ευκαιρία.

Το περίμενα λοιπόν πολύ το βιβλίο. Κι όταν κυκλοφόρησε και το κράτησα στα χέρια μου, σ’ αυτή την λιτή, ωραία έκδοση του ιστορικού «Θεμέλιου», με την ιδιόχειρη αφιέρωση του συγγραφέα, ένοιωσα χαρά και συγκίνηση. Ακόμα περισσότερο τώρα, που βρίσκομαι να μοιραστώ τη συνέχεια της συνάντησής μου μαζί του, σ’ αυτή την όμορφη αίθουσα, μ’ όλους εσάς, δίπλα σε ξεχωριστούς ανθρώπους, τον ίδιο τον συγγραφέα, την Εισαγγελέα Ξένη Δημητρίου, τον δικηγόρο Θεόδωρο Σχινά, και, βέβαια, τον Καθηγητή μου, Μιχάλη Σταθόπουλο, πρώτη φορά που κάθομαι κοντά του από εκείνη τη μέρα που με εξέταζε προφορικά στο Ενοχικό Δίκαιο. Δεν σας κρύβω το κάποιο τρακ μου, σαν να είναι τότε, κύριε Καθηγητά!

Το διάβασμα ενός βιβλίου – ακούστε το στην κυριολεξία του – είναι ένα πέρασμα. Ένα πέρασμα απότο τοπίο του δημιουργού του. Που προκαλεί εντυπώσεις και κινητοποιεί συνειρμούς στον αναγνώστη.

Καλώντας τον να αναγνωρίσει, να επανατοποθετήσει δηλαδή τη θεώρησή του για τα πράγματα σε σχέση μ’ εκείνη του συγγραφέα. Από αυτό λοιπόν το δικό μου «διάβασμα», αυτή την δική μου «ανάγνωση» της «Ανατομίας της Δικαστικής Εξουσίας» του Αντώνη Ρουπακιώτη, θα προσπαθήσω, στον λίγο χρόνο που μου αναλογεί, να σας δώσω κάποιες εικόνες. Όπως τις κατέγραψα όλες αυτές τις μέρες που κάναμε καλή συντροφιά με το βιβλίο. Συγχωρήστε με που δεν έχουν πάντα μεθοδική σειρά, κάποτε μοιάζουν ελεύθεροι συνειρμοί.

Στέκομαι στην πρώτη λέξη του τίτλου. «Ανατομία». Και στον υπότιτλο. «Αλήθειες και Μύθοι». Ό,τισημαίνουν οι λέξεις αυτές διατρέχει ολόκληρο το έργο, συνιστά τον βασικό, διακηρυγμένο όσο καιπραγματωμένο, σκοπό του. Πίσω από τις λέξεις που συνιστούν τα σημαίνοντα της δικαστικής εξουσίας, με τα λογής ιδεολογικά φορτία και απαιτήσεις, γυρεύει να ψηλαφήσει την πραγματικότητα, να καταγράψει υπαρκτές συνθήκες, να απομυθοποιήσει καταστάσεις, να ξεχωρίσει το ζητούμενο από το υπαρκτό, συχνά μπλεγμένα, ανεπίγνωστα ή θελημένα μεταξύ τους, αλλά και να επαναπροσδιορίσει όσα πρέπει πράγματι να ζητάει κανείς, διαδικαστικά και ουσιαστικά, από τη Δικαιοσύνη. Τί θα πει «δικαστικοί λειτουργοί»?

Είναι κάτι άλλο, κάτι ας πούμε ανώτερο από τους «επαγγελματίες», τους εργαζόμενους? Είναι οι«δικαστικές ενώσεις» συνδικαλισμός? Υπάρχει «δικαστική συνείδηση», αλλιώτικη από των άλλων ανθρώπων, να εγγυάται εξ ορισμού τη δίκαιη κρίση? Είναι οι δικαστές αδιάφθοροι? Αλλά και τί θα πει«Δικαιοσύνη» και τί να είναι «ανεξάρτητη» – και από ποιόν? Είναι πράγματι ανεξάρτητοι -και ακομμάτιστοι- οι δικαστές? Αυτά και άλλα στον ίδιο προβληματισμό. «Ανατομία». Διαβάζω τον ορισμό.

«Μελέτη των δομών, των μερών, των οργάνων ενός οργανισμού». Προβάλλω στον υπολογιστή μου τον πίνακα του Ρέμπραντ «Μάθημα ανατομίας». Βλέπω τον καθηγητή με το ψαλίδι και τους μαθητές, όλους προσηλωμένους, πλην ενός. Και το αντικείμενο του μαθήματος: Ένα νεκρό σώμα. Μα, φυσικά, εδώ μιλάμε μεταφορικά.

Το βιβλίο αρχίζει μ’ έναν Πρόλογο, τελειώνει μ’ έναν Επίλογο με τον παράξενο τίτλο «Επίλογος πουθα μπορούσε να είναι πρόλογος», και ενδιάμεσα διαρθρώνεται σε 10 Κεφάλαια. Στο Πρώτο αναζητείται «ανεξάρτητη δικαιοσύνη». Από την ίδρυση του [Ελληνικού] Κράτους. Η λέξη «αναζητείται» είναι στο τέλος της φράσης. Όλη η περιπέτεια, η ταλαιπωρία, η δυστυχία ενός λαού που, μετά το θαυμαστό του τίναγμα προς τα μπρος, να ανασάνει, τώρα παραδέρνει δίχως έρμα, γυρεύοντας πράγματα πιο σταθερά, κρατική οργάνωση και δικαιοσύνη, που δεν τα καλοξέρει… Κι έτσι, οι έννοιες φυτεύονται μα δεν ευδοκιμούν. Ισοβιότητα των δικαστών ήδη από το Σύνταγμα του 1844, μα οι δικαστές κάθε τόσο απολύονται, ή κακοπαθαίνουν ή διαφθείρονται. Κι οι δικαστικές αποφάσεις, μόλις αντιμετωπίσουν ισχυρούς παράγοντες υποχωρούν και δεν εκτελούνται. Και πρόβλημα να βρεθούν δικαστές καταρτισμένοι. Πάντως, προσωπικά συμπάθησα πολύ εκείνο τον «Πρόεδρο πρωτοκλήτου δικαστηρίου», που τον ειρωνεύεται ο Νικ. Δραγούμης ότι, απευθύνθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης λέγοντας πως τον Αρμενόπουλο τον είχε μα του έλειπαν βιβλία «για την επιείκεια και τον ορθό λόγο». 

Μακάρι, σκέφτηκα, και σήμερα να ζητούσαμε συχνότερα, μ’ αυτή την απλότητα, τέτοια βιβλία… Κι από την άλλη, στην πρώτη αυτή εποχή, τη σκοτεινή, κάποιες περιπτώσεις δικαστών αληθινά εξαιρετικές, με όλες τις σημασίες του όρου. Παρακινημένος από τις αναφορές του βιβλίου, ξαναείδα την περίπτωση του Αναστασίου Πολυζωίδη, κάπως κρυμμένη από το φως της μυθοποίησης και τις πληθωριστικές επικλήσεις, όχι μόνο στη στάση του στη δίκη Κολοκοτρώνη Πλαπούτα, αλλά και στον εκπληκτικό λόγο του λίγο νωρίτερα στα εγκαίνια του Δικαστηρίου του Ναυπλίου, πραγματικό μνημείο εμπνευσμένης όσο και οξυδερκούς ανάδειξης του τί σημαίνει και τί υπηρετεί και πώς διασφαλίζεται η δικαστική ανεξαρτησία: «Ἡ Δικαστική ἐξουσία ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τοῦ προ[ο]ρισμοῦ της διάφορος ἀπό τ’ ἄλλα δύο μέρη τῆς Δημοσίας ἐξουσίας […]οὐδέ συγχωρεῖται ποσῶς εἰς τόν Ἡγεμόνα, ἤ εἰς τινα τῶν ὑπουργῶν, ἤ εἰς ἄλλην ὁποιανδήποτε τῶν δημοσίων ἀρχῶν νά φέρῃ το ἐλάχιστον ἐμπόδιον, τήν ἐλαχίστην παρενόχλησιν εἰς τήν ἐντός τῶν ὁρίων τῆς νομοθεσίας κινουμένην ἐνέργειάν της. Τήν ἀνεξαρτησίαν ταύτην τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας, δυναμένην νά θεωρηθῇ ὡς μίαν τῶν κυριωτέρων ἀπαιτήσεων καί πρώτην βάσιν τῆς ἀγαθῆς δικαιοδοσίας, ὑπαγορεύουσι τό συμφέρον τῆς κοινωνίας καί ἡ ἱερότης τοῦ δικαίου. Ἐπειδή ἄλλως καί τοῦ συνετωτάτου καί ἀκεραιοτάτου δικαστοῦ, ὄντος ἀνθρώπου, ημπόρουν ἕν νεῦμα, μία προτροπή ἤ ἀπειλή πολλάκις νά μεταβάλωσι ἤ νά ταράξωσι τήν κρίσιν του, καί νά τόν ἀναδείξουν παραβάτην τῶν ιερῶν χρεῶν του, ἐμπαίκτην τῶν ἀνθρωπίνων δικαίων, ὄργανον τῆς αὐθαιρεσίας.».

Όσο για τον άλλο μειοψηφήσαντα στην ιστορική δίκη, τον Γεώργιο Τερτσέτη, ακούστε αυτούς τους λόγους του: «Δὲν εἶμαι ἀπὸ τὴν Σπάρτη, δὲν εἶμαι Ἀθηναῖος, πατρίδα μου ἔχω ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Τοιουτοτρόπως ἐκφράζεται ὁ γενναῖος Πλούταρχος, εἶναι σχεδὸν δύο χιλιάδες ἔτη, εἰς ἕνα τῶν συγγραμμάτων του. Ἡμεῖς γεννημένοι εἰς πλέον εὐτυχισμένην ἐποχήν, δηλαδὴ ὅταν ἡ θρησκεία καὶ ἡ φιλοσοφία ἐφώτισαν, ἐκήρυξαν, ἐσφράγισαν τὸ δόγμα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἰσότητος, δυνάμεθα νὰ εἰποῦμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οὔτε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, οὔτε ἀπὸ τὴν Ἰταλία, οὔτε ἀπὸ τὴν Γερμανία, οὔτε ἀπὸ τὴν Ἀγγλία, πατρίδα μας ἔχομεν τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὅση γῆ περιαγκαλιάζει ὁ εὔμορφος αἰθέρας εἶναι ἀγαπητή μας πατρίδα.». Οι φωτεινές μειοψηφίες κι οι αντιστάσεις στη βία καλλιεργούνται, καιρό πριν, σε τέτοια εδάφη. Κι όταν, χρόνια αργότερα, παρά το εκσυγχρονιστικό κύμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, η δικαιοσύνη βρέθηκε πάλι στη δίνη του Διχασμού και τέθηκε, στη Β΄Αναθεωρητική Βουλή του 1911, ζήτημα αναστολής της δικαστικής ισοβιότητας, για αιτίες που δεν ήταν πάντως καθεαυτές παράλογες (ανάγκη εκκαθάρισης της δικαστικής εξουσίας από ανάξια στελέχη, ενόψει ιδίως στελεχώσεως του νεοσύστατου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου και του Εκλογοδικείου), ο σπουδαίος εκείνος Υπουργός της Δικαιοσύνης Νικόλαος Δημητρακόπουλος, σ’ ένα μνημειώδη λόγο του στη Βουλή, αφού υπέμνησε την αυστηρότητά του έναντι πειθαρχικών παραπτωμάτων δικαστικών λειτουργών και δέχθηκε προς στιγμήν το συγκυριακά εύλογο της αναστολής, ανέδειξε εν συνεχεία τις ολέθριες συνέπειες που θα είχε για την εμπέδωση της δικαστικής ανεξαρτησίας, εντοπίζοντας τη σημασία της, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση του φρονήματος και στην καλλιέργεια συνθηκών ηρεμίας και νηφαλιότητας, όχι για τις εξαιρετικές περιπτώσεις δικαστών – ηρώων, αλλά για τους πολλούς, που είναι «άνθρωποι» με αδυναμίες και «το ένστικτο αυτοσυντηρήσεως». Πράγμα που κατ’ επανάληψη επισημαίνεται και τονίζεται – ορθά- στο βιβλίο τούτο. Που, συνεχίζει με τα μεγάλα ελλείμματα, σε Δημοκρατία και Δικαιοσύνη, του μεσοπολέμου, του πολέμου, του εμφυλίου. Με τις απροκάλυπτες διώξεις των αντιφρονούντων, τα «ιδιώνυμα», τις διοικητικές εκτοπίσεις και τους χιλιάδες εξόριστους, τους χιλιάδες κατάδικους, τους εκτελεσμένους, τις δηλώσεις μετανοίας…Και η «ανεξάρτητη Δικαιοσύνη», να θεωρεί την εκτόπιση «απλούν περιορισμόν» και όχι στέρηση της ελευθερίας, να αθωώνει δολοφόνο γιατί «φονεύων βενιζελικόν επίστευε ότι δεν εφόνευε ανθρώπινον ον», να αφήνει αδίκαστους ή να χαϊδεύει, έχοντας εξαντλήσει αλλού την αυστηρότητά της, τους δωσίλογους της Κατοχής. Κι όταν ένας «εύτολμος πρωτοδίκης», ο Παναγιώτης Γίδας, εννοεί να κάνει το καθήκον του και ν΄ανοίξει τους σχετικούς φακέλους, να βρίσκεται φριχτά δολοφονημένος. 

Κοίταξα στο διαδίκτυο την κάπως αυστηρή μα καθαρή ματιά του. Και την τιμή της Δημοκρατικής Πολιτείας να του αφιερώσει δρόμο. «Oδός Πρωτοδίκη Π. Γίδα». Μα η πινακίδα μισοσβησμένη, σ’ ένα χαλασμένο τοίχο, δύσκολα διαβάζεται. Ποιός ασχολείται μ’ αυτά…

Κι έτσι φτάνουμε στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Μια τυχαία αλλαγή της τελευταίας στιγμής έφερε την εκδήλωσή μας σήμερα, 21 Απριλίου, σαν ενδιαφέρον σημείο. «Η δικαστική ζωή εν τάφω», επιγράφεται το κεφάλαιο. «Εν τάφω». Μα, σωστά το βιβλίο μάς θυμίζει πως τέτοιοι θάνατοι δεν έρχονται ξαφνικά. Θυμάμαι κι εκείνο το «άφετε τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς», του Ευαγγελίου. Και το άλλο, από την Έρημη Χώρα του Έλιοτ. «Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής, χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί, Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.»… 

Στην πρώτη Κυβέρνηση της Χούντας φιγουράρουν δικαστές. Ανώτατοι. «Γνήσια τέκνα του ιστορικού παρελθόντος του δικαστικού συστήματος», παρατηρεί, κατονομάζοντάς τους, ο συγγραφέας. Μα είναι κι άλλοι, που απολύονται. Κι αυτοί με τα ονόματά τους.

Καθένας μας ξαναγράφει το όνομά του με τη ζωή του. Και, στη δικαστική νομιμοποίηση του καθεστώτος, συνέχεια κι αυτή του ιστορικού παρελθόντος των «εξαιρετικών περιστάσεων» και του «salus patriae», έρχονται, φωτεινή εξαίρεση, κείνες οι ιστορικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, που μας θυμίζει τόσο παραστατικά ο συγγραφέας, και που θάθελα κι εγώ να πω μαζί του δυο λόγια γι αυτές, για όσα μένουν μέχρι σήμερα στην πρώτη τους φρεσκάδα: Με συντακτική πράξη ανεστάλη για 3 μέρες η ισοβιότητα των δικαστών για να παυθούν οι «μη εμφορούμενοι υπό υγιών κοινωνικών φρονημάτων». Προσέφυγαν στο ΣτΕ. Πρώτος ο αρεοπαγίτης Αντώνιος Φλώρος, ο εμβληματικός δικαστικός συνδικαλιστής που τον είχε γι αυτό και στο παρελθόν διώξει ο Εισαγγελέας ΑΠ – και τώρα πρώτος πρωθυπουργός της Χούντας Κ. Κόλιας. Η προσφυγή του απορρίπτεται με απόφαση της Ολομέλειας. Και λίγο μετά, η προσφυγή των άλλων, με της Ολομέλειας πάλι αποφάσεις, γίνεται δεκτή.

Είναι μοναδικό ιστορικό παράδειγμα αυτές οι δυο αποφάσεις κοιταγμένες δίπλα δίπλα [Η αρχική 503/1969 κι έπειτα οι αντίθετες 1811-1831/1969]. Πρώτα, για να θυμίζουν την αξία της νομολογίας μα και τα όριά της. Σπουδαία για την ασφάλεια του δικαίου η προσήλωση στη νομολογία, μα οφείλει να υποχωρεί στον νόμο όταν κατάφωρα τον παραβιάζει. Και επί της ουσίας: Οι απολύσεις ακυρώθηκαν για παράβαση του δικαιώματος της προηγομένης ακροάσεως. Ούτε καν ρητά κατοχυρωμένου τότε στο Σύνταγμα. Μα που ενυπάρχει, ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου, σε κάθε πολιτειακή πράξη. Ακόμα και στη Συντακτική της Δικτατορίας. Έτσι είπαν οι αποφάσεις εκείνες – οι δεύτερες. 

Γράφει ο Αντώνης Ρουπακιώτης, ο ποιητής, στο άλλο του έργο, με τον ειλικρινή και ψευδή συγχρόνως τίτλο «Εγώ δεν είμαι ποιητής», και παραθέτει προμετωπίδα και στο βιβλίο τούτο, απευθυνόμενος στη Δικαιοσύνη: «[…] Γι αυτό ένα από σένα περιμένω. Να με κοιτάς όταν μιλάς στα μάτια.». 

Η προσδοκία αυτή η απλή και μεγάλη, εμπεριέχει και μιαν άλλη, πρωταρχική: «Να με ακούς». 

Στις μέρες μας, της ταχύτητας και της συνοπτικότητας των διαδικασιών, θα πρόσθετα, «σε ακροατήρια πραγματικά ˙αβίαστα. Με τη φυσική μου τη φωνή κι όχι μονάχα με χαρτιά.».

Η Δικτατορία έπεσε, σήμερα μάς μοιάζει παρελθόν δίχως επιστροφή, ούτε που διανοούμαστε ότι έτσι όπως είμαστε απόψε εδώ μαζεμένοι, ήταν -μας θυμίζει ο συγγραφέας- έτσι μαζεμένοι το 1972 σε αθρόα προσέλευση οι δικαστές να γιορτάζουν την 5 η επέτειο της «Επαναστάσεως». 

«Η αναζήτηση λοιπόν», μας λέει στο επόμενο κεφάλαιο -αλλά και τα κατοπινά- συνεχίζεται. Με καλές στιγμές. Αλλά και διαρκείς ματαιώσεις. Την ατελή δικαστική κάθαρση. Ίδιες κατεστημένες νοοτροπίες. Αποφάσεις υπηρετούσες με τρόπους κραυγαλέους, τις εκάστοτε κυβερνητικές σκοπιμότητες. Την ηγεσία της Δικαιοσύνης να επιλέγεται πάντα από την Κυβέρνηση. Δικαστές, μόλις αφυπηρετούν, να καταλαμβάνουν θέσεις εξουσίας.

Στέκομαι σ’ αυτό που προτάσσεται στην αναζήτηση. Τη σκέψη του Προέδρου Δημ. Μαργέλλου, που αν και αποκαταστάθηκε, παραιτήθηκε απογοητευμένος. «Το Δικαστικόν Σώμα δεν έχει παραδόσεις. […] Η δικαστική ανεξαρτησία δεν έγινε παρ’ ημίν κοινή συνείδησις. […] Εχάθη [το 1974] η ευκαιρία για το ανέβασμα […] Μόνον μπαλώματα ή πασαλείμματα μπορούν να γίνουν. Τίποτα το ριζικόν και ολοκληρωμένον». / 

«Κουλτούρα αντίστασης», το λέει ο Αντώνης Ρουπακιώτης, αυτό που λείπει. Κουλτούρα ανεξαρτησίας. Και ψάχνει με θάρρος και οξυδέρκεια να βρει τις ασθένειες και να προτείνει λύσεις, στις σελίδες που ακολουθούν. Θα κλείσω με κάποια σπαράγματα από τον διάλογο που έκανα με τις σελίδες αυτές, διαβάζοντάς τες.

«Προσωποκεντρική» είναι πράγματι, όπως ακριβώς το λέει εξαρχής το βιβλίο, η συνταγματική μορφή της δικαστικής εξουσίας˙ της δικαστικής ανεξαρτησίας. Από τα αληθινότερα της ουσίας του βιβλίου˙ της ουσίας του πράγματος. Ή έχεις δικαστές που είναι (που μπορούν να είναι) ανεξάρτητοι ή δεν έχεις Δικαιοσύνη. Μόνο διαδικασίες διεκπεραίωσης. Αυτό όμως, πρώτον, χτίζεται πολύ νωρίς στις ζωές των ανθρώπων, αναζητείται με πρόσφορους τρόπους - και όταν είναι καιρός -, και καλλιεργείται συνεχώς σε κατάλληλο κλίμα. Δύσκολα πράγματα, θάπρεπε να είναι αυτονόητα, κι ωστόσο ελάχιστα μιλούμε γι αυτά κι ακόμα λιγότερα κάνουμε. 

Κάποτε δέχθηκα την αφελή ερώτηση γιατί οι Κυβερνήσεις πασχίζουν τόσο να διορίζουν «δικούς τους Προέδρους», αφού, όπως είχα εξηγήσει, κι αυτοί μια μόνο ψήφο έχουν. Κι αφού είπα για τα διαδικαστικά, την επιλογή των συνθέσεων, τη διεύθυνση των διαδικασιών, τη θέση των ερωτημάτων για ψηφοφορία, όλα μεγάλες δυνατότητες ενός Προέδρου, πρόσθεσα πως όλα αυτά θα αποδυναμώνονταν σε μεγάλο βαθμό, αν ο Πρόεδρος είχε απέναντί του, κι ήταν βέβαια κι εκείνος, ψυχικά ενήλικους, καλλιεργημένους, ώριμους ανθρώπους, απελεύθερους όσο γίνεται από τον αρχέγονο φόβο και την εσωτερική ανασφάλεια, ικανούς να λένε συνειδητά ναι ή όχι, χωρίς να διακυβεύεται από αυτό η αυτοεκτίμησή τους.

Ναι, τεράστιο το ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας. Και ανοιχτό στις τρέχουσες εξελίξεις. Να θυμίσω όμως πρώτα κάτι εντελώς αγνοημένο. Με μιαν απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, την 2/2010, κρίθηκε με μεγάλη πλειοψηφία και εξαιρετική επιχειρηματολογία και τεκμηρίωση, πως το άνοιγμα της διαδικασίας με την ακρόαση των υποψηφίων και τη γνωμοδότηση της Βουλής, παρά την έντονη επίφαση εκδημοκρατισμού και ενίσχυσης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, ήταν αντίθετο στο Σύνταγμα. Γιατί τα αυτονόητα κατ’ αρχήν συνταγματικά αγαθά της διαφάνειας και της αιτιολογίας, εδώ κατ’ εξαίρεση, ήταν συνταγματικά ανεπιθύμητα. 

Στο σύστημα που έχει ώς τώρα επιλέξει, ορθά ή λάθος, το Σύνταγμα, το uno actu και αναιτιολόγητο της επιλογής της Κυβέρνησης, επιλογής δικαστικά απρόσβλητης, είναι το ελάχιστο αντίβαρο στη διατάραξη της Δικαιοσύνης. Με τη διαδικασία της συνέντευξης και τη γνώμη της Βουλής, κι αυτό κατά τα φαινόμενα, γιατί στην ουσία τής Κυβέρνησης είναι και πάλι, προαποφασισμένη και λαμβανόμενη σε λίγα λεπτά, χωρίς να προστίθεται τίποτα στο κύρος της επιλογής, αυξάνεται δραματικά, με το πολλαπλάσιο έναντι των θέσεων, των καλουμένων υποψηφίων, ο κύκλος των δικαστών που παίζουν στην πολιτική αυτή κούρσα ˙ με ό,τι αυτό συνεπάγεται, σε συνδυασμό με τον απαράδεκτα μεγάλο, όπως ορθά επισημαίνεται στο βιβλίο, αριθμό των θέσεων Αντιπροέδρων.

Όσο για την πρόσφατη αλλαγή, της γνώμης των Ολομελειών των Δικαστηρίων, διατηρώ και γι αυτήν, παρά την επίφαση του «αυτοδιοικήτου», σοβαρότατες επιφυλάξεις, για τους λόγους που και το βιβλίο επισημαίνει. 

Πάντως, το εντυπωσιακό είναι η εκκωφαντική σιωπή -ανησυχητική για το κράτος δικαίου- της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας – εσχάτως όμως και της ίδιας της δικαστικής – στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ. Σαν να μην υπήρξε. Το είπα, προφορικά και γραπτά, κάθε φορά που κλήθηκα στη Βουλή. Χωρίς να πάρω απάντηση. Όσο για την ενδεδειγμένη διάδοχη κατάσταση, δεν μπορώ να προσφέρω άλλο από μιαν αμηχανία, που θα έγερνε, με όλες τις προφανείς αδυναμίες της, ως το μη χείρον βέλτιστον, σε μιαν ήσυχη, κυκλική εναλλαγή των ανωτάτων δικαστών στις προεδρικές θέσεις.

Για την συμμετοχή εξωδικαστικών παραγόντων στη Διοίκηση της Δικαιοσύνης και το επιτρεπτό της εκδήλωσης των δικαστών υπέρ πολιτικών κομμάτων, αν και κατανοώ, αγαπητέ μου Αντώνη, τις καλές, ανοιχτές, δημοκρατικές σου προθέσεις, έχω σοβαρές επιφυλάξεις. Στη βάση τους, η κοινή μας, κατά τούτο, παραδοχή, της έλλειψης κουλτούρας ανεξαρτησίας στη χώρα μας ˙ θα προσέθετα, και πάνω και κάτω από τη δικαστική έδρα έδρα ˙ πράγμα που θα απέβαινε νομίζω επικίνδυνο στην παρούσα συγκυρία.

Γι αυτό, άλλωστε, και θεωρώ τα συγκριτικά παραδείγματα που πλούσια και σε κάθε περίπτωση επωφελώς παραθέτει το βιβλίο, εν προκειμένω μη πρόσφορα. Αναδέχομαι βέβαια την εκδοχή να είναι το θάρρος της δικής σου πολιτικής ματιάς το σωστό και ο δικός μου δικαστικός συντηρητισμός το λάθος.

Ναι, όπως τόσο ωραία το αναδεικνύεις, δεν είναι μονάχα «λειτουργός», είναι και επαγγελματίας ο δικαστής! – στους καιρούς μας μάλιστα, στην εξέλιξη και την πρόσληψη της εφαρμογής της σπουδαίας – και καθόλου «μεταφυσικής» - έννοιας του λειτουργήματος, η λέξη «επαγγελματίας» ίσως ακούγεται από μιαν άποψη και πιο απαιτητηκή! Πριν απ’όλα όμως, ο δικαστής, όπως σωστά διακρίνεις με την ευαισθησία σου του εργατολόγου,  είναι εργαζόμενος άνθρωπος. Η δουλειά που κάνει είναι πολύ ιδιαίτερη. Θα έλεγα ότι «επαγγέλλεται τον δικαστικό λειτουργό». Αυτό είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα παιχνίδι με τις λέξεις. 

Ειδικά σήμερα, που η αλόγιστη ταχύτητα και η ποσοτικοποίηση της ζωής, σαρώνει και αλλοιώνει τον κόσμο, και, σε συνδυασμό με την εκμετάλλευση της μεγάλης δομικής ανεπάρκειας σε επίκαιρη δικαιοδοσία, γυρεύει, με ευλογοφάνεια, διαρκώς «επιτάχυνση» και μεγιστοποίηση της ποσοτικής απόδοσης, η θέση του δικαστή που θέλει να κάνει καλά τη δουλειά του, την κατ’ εξοχήν στοχαστική και όχι μηχανικά διεκπεραιωτική, είναι συχνά δύσκολη. Κάποτε εξουθενωτική.

Στην ωραία αφιέρωση του βιβλίου «Σ’ εκείνους που άντεξαν… σ’ αυτούς που αντέχουν», θα έβαζα και τις εργασιακές αντοχές, που δεν είναι ατελείωτες. Η ακριβής, επιστημονική μέτρηση και μελέτη της δικαστικής εργασίας, των προϋποθέσεων και του χρόνου της, πριν από τη θέση ποσοτικών και χρονικών στόχων απόδοσης, είναι προϋπόθεση αναγκαία για την προστασία των στοιχειωδών εργασιακών δικαιωμάτων των δικαστών και συνακόλουθα για την ουσιαστική ανεξαρτησία τους και την ποιότητα της δικαιοδοτικής τους κρίσης. Και οι δικαστικές ενώσεις, που κατοχυρώθηκαν συνταγματικά ακριβώς έπειτα και εξαιτίας των αγώνων και των περιπετειών των πρώτων εκείνων συνδικαλιστών, σαν τον Αντώνιο Φλώρο, είναι ασφαλώς πριν απ’ όλα ενώσεις συνδικαλιστικές.

Και, όπως ακριβώς το λέει ο τίτλος του όγδοου κεφαλαίου, «Οι δικαστές είναι μεταξύ μας και όχι απόμακροι». Μεταξύ μας, πριν απ’ όλα θα πει να μετέχουν στον κοινωνικό βίο, στις πνευματικές ζυμώσεις και προβληματισμούς, να έχουν σχέσεις. Και είναι εντελώς διαφορετικό, να προστατεύουν την ανεξαρτησία και το κύρος τους από την κάθε λογής «υπερβολική συνάφεια», που θάλεγε κι ο Καβάφης, κι άλλο, τάχα γι αυτό, να αποσύρονται σε άνυδρες χώρες, σε αγκυλωμένους εαυτούς.

 Θυμάμαι πάντα τα λόγια του Λευτέρη Παπαδόπουλου, του μεγάλου μας στιχουργού, να λέει πως τονώνεται η εμπιστοσύνη του στη Δικαιοσύνη κάθε που βλέπει ένα δικαστή με την παρέα του στο θέατρο. Κι όσο για την αρχετυπική δικαστική αρετή, την αμεροληψία, είχα κι άλλοτε την ευκαιρία να πω πως η εντελέστερη εκδοχή της δεν είναι η ίση απόσταση από τους διαδίκους, αλλά το ίσο πλησίασμα, η ίση ενσυναίσθηση για τον καθένα τους.

Η δικαστική συνείδηση… Και σ’ αυτό συμφωνήσαμε με το βιβλίο. Δεν είναι καθόλου δεδομένη ούτε υπέρκειται, ελέω Θεού, των άλλων ανθρώπων. Είναι όμως το μεγάλο ζητούμενο. Σ’ αυτό τον εσωτερικό, τον σιωπηλό χώρο, τον γεμάτο μιλημένη και άρρητη ιστορία, παραστάσεις, βιώματα, προαντιλήψεις, προκαταλήψεις, παίζεται σε τελική ανάλυση το παιχνίδι. Δύσκολη η συνάντηση μαζί της. Όσο και το βάρος της ευθύνης της. Γιατί αυτήν εμπιστεύεται η κοινότητα να σχηματίσει και να αρθρώσει τη «ζώσα φωνή» του δικαίου της. 

Εδώ, το βιβλίο πετυχαίνει να αναδείξει και κάτι που μοιάζει τεχνικά νομικό μα είναι πολύ περισσότερο. Τη σχέση που έχει η θεμελιώδης συνταγματική υποχρέωση για αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, με τον έλεγχο από την κοινότητα της μόρφωσης της δικαστικής κρίσης, λειαίνοντας έτσι ακριβώς την υποκειμενική πλευρά της δικαστικής συνείδησης. 

Θυμήθηκα πόσο ωραία το έχει αναδείξει και ο Καθηγητής Νικόλαος Ανδρουλάκης, πως με την «απόδειξη» δεν είναι ο διάδικος, μα ο δικαστής που απόδεικνύει στην κοινότητα τον τρόπο με τον οποίο σχημάτισε την κρίση του, που η κοινότητα έτσι μπορεί να την ελέγχει, αν είναι πράγματι έλλογη, μ’ έναν βαθύτερο κατά πολύ του συχνά νομιζομένου αναιρετικό έλεγχο της αιτιολογίας. Αυτού ακριβώς που περιεστάλη, αν όχι καταργήθηκε, σε βάρος του κράτους δικαίου, και πάλιν εν ονόματι της ταχύτητας, με νόμους όπως ο 3900/2010.

Τί όμορφο το τελευταίο Κεφάλαιο για την «Εικαστική Προβολή της Θέμιδας»! 

Ούτε και μένα μου αρέσει πολύ η παραδοσιακή της εικόνα, με τα μάτια δεμένα, τη ζυγαριά και το σπαθί. Θα την προτιμούσα φωτεινή, φιλική και γελαστή, έξυπνη και καθησυχαστική για τους ανθρώπους. 

Είσαι όμως, νομίζω, λίγο άδικος, Αντώνη, με την τελετουργία εν γένει. Κι αυτό, ακριβώς γιατί είσαι ποιητικός. Και βλέπεις πως η χρήση των συμβόλων στη Δικαιοσύνη έγινε συχνά ακαλαίσθητα, με σκοπούς πομπώδεις και εξουσιαστικούς. Αν όμως αλλάζαμε τις οπτικές? Αν ας πούμε βλέπαμε τη δικαστική τήβεννο, όχι – ή πάντως όχι μόνο - ως σύμβολο εξουσίας προς το ακροατήριο, αλλά ως διαρκή υπόμνηση στον ίδιο τον δικαστή, να απεκδύεται, όπου πρέπει, τις προσωπικές του προτιμήσεις και να ενδύεται τις προσδοκίες της Κοινότητας? 

Είμαι, άλλωστε, βέβαιος πως η ποιητική σου φύση βρίσκει όμορφη τη φράση του Τσουλ Χαν πως «η τελετουργία κάνει τον χρόνο κατοικήσιμο».

Άφησα για το τέλος τις μακρές αναφορές του βιβλίου σε καταστάσεις της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης ζέουσες, του σήμερα. Τις τηλεφωνικές υποκλοπές [βλέπω με χαρά σήμερα εδώ τον Δικαστή – τον πάντα Δικαστή – Χρήστο Ράμμο], τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το Χρηματιστήριο, τη Siemens, τις υποθέσεις Βατοπεδίου, Marfin, Βγενόπουλου και πολλά άλλα. Με αναφορές, μεταξύ άλλων, σε δικαστικές αποφάσεις, ονόματα και πράξεις συγκεκριμένων δικαστών. Και την καταληκτική, πολύ βαριά εκτίμηση του Αντώνη Ρουπακιώτη πως - έτσι ακριβώς το λέει - «το δικαστικό σύστημα βρίσκεται στις ημέρες μας στο χειρότερο επίπεδο από την πτώση της δικτατορίας […].». 

Δεν θα τοποθετηθώ σ’ αυτά.

Μεταξύ άλλων, είναι πολύ κοντινή η ιδιότητά μου ως δικαστή για να το κάνω. Θα πω όμως τούτο, όπως το αισθάνομαι. Κάτι πολύ σοβαρό, κυρίες και κύριοι, συμβαίνει στη χώρα μας και στον κόσμο. Έχει να κάνει όχι πια με τα επί μέρους, αλλά με το ίδιο το νόημα της ζωής. Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία βρίσκεται σε τέτοιαν απορρύθμιση μια γενική αντίληψη για το νόημα του κόσμου, ικανή να συνέχει στοιχειωδώς τους ανθρώπους και να ανακουφίζει την υπαρξιακή αγωνία. Έτσι, έρχεται και καλύπτει το κενό η βουλιμική κατανάλωση και η βία κάθε μορφής. Η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη, ως κατ’ εξοχήν συστήματα του Λόγου, πλήττονται καίρια από την κατάσταση αυτή. Και τί απομένει? Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για τον Αντώνη, μέχρι να βγει το βιβλίο, βρήκα τούτους τους στίχους του:

« Όλο πιο λίγοι μένουμε απ’ τους παλιούς […]

Από εκείνους που τρέχαμε, φωνάζαμε, θυμώναμε, ελπίζαμε.

Κι όλ’ αυτά γιατί? Μήπως για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη?

Δεν ξέρω. […]

Το μόνο που ξέρω είναι πως την Ελένη εμείς δεν θα τη βρούμε πια.

Βρήκαμε όμως το πουκάμισο.

Μπορεί νάχει απάνω του ένα κόμπο ιδρώτα

Ή ένα δάκρυ αστέγνωτο μες τον καιρό.

[…] Γι αυτό και το πουκάμισο δεν είναι ίσως λίγο.

Σήμερα αρκεί και μόνο

Κάτι να κρατάς.»

Να λοιπόν που φεύγοντας απόψε θα κρατάμε τούτο το βιβλίο σας για τη Δικαιοσύνη, Αντώνη Ρουπακιώτη, για τη Δημοκρατία και για τον Άνθρωπο. Δεν είναι λίγο.

Ευχαριστούμε!".







Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Επιτέλους αθώος ο Ρωμανός. Ομως για τη 18μηνη προφυλάκιση ποιός θα τον αποζημιώσει;


Στα κείμενα του Χρήστου Ράμμου,  επίτιμου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και πρώην Προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), ξεχειλίζει η υπερηφάνεια, το ήθος και η αξιοπρέπεια, αλλά κυρίως η γενναιότητα και η ελπίδα ότι, "υπάρχουν δικασταί εις τας Αθήνας"!...


Γράφει ο Χρήστος Ράμμος

"ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ. ΑΘΩΟΣ Ο ΝΙΚΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΟΜΟΦΩΝΑ ΜΕ ΣΗΜΕΡΙΝΗ [24.4.2026] ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ.
 
ΟΜΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ 18ΜΗΝΗ ΠΡΟΦΥΛΑΚΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙ; 18 ΜΗΝΕΣ ΦΥΛΑΚΗ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΝ ΜΑΛΙΣΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΘΩΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΒΑΣΤΑΚΤΟ ΩΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΑΔΙΚΟ.

Στις 14.12.2025 είχα κάνει την πιο κάτω ανάρτηση για ποιο, κατά τη γνώμη μου λόγο, η εν λόγω προφυλάκιση [παρά μάλιστα την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, και παρά την ύπαρξη άλλων ολιγότερο επαχθών μέτρων για να μη διακινδυνευθεί η τυχόν διάπραξη άλλου εγκλήματος από τον κατηγορούμενο] δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα σε σχέση με το άρθρο 6 §4 του Συντάγματος και τις μεγάλες ευθύνες ανακριτών και εισαγγελέων που αποφασίζουν σχετικώς.
https://www.ethnos.gr/.../nikosromanosathoosgiathnypothes...

ΓΙΑ ΤΟ ΝΙΚΟ ΡΩΜΑΝΟ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Αυτές τις γιορταστικές μέρες η σκέψη μου πήγε φέτος, μεταξύ άλλων κατηγοριών αναξιοπαθούντων [βαρέως ασθενών, πενθούντων, γερόντων, μοναχικών, καταθλιπτικών, φυλακισμένων], για τους οποίους οι γιορτές είναι μάλλον μια επίταση της δοκιμασίας τους παρά πηγή χαράς ή/και εύρεσης κάποιων ψηγμάτων ελπίδας και τρυφερότητας, σε ένα νέο άνθρωπο, το Νίκο Ρωμανό, που παραμένει προφυλακισμένος για πάνω από ένα χρόνο, χωρίς να είναι κατάδικος, χωρίς δηλαδή να έχει διαγνωσθεί και βεβαιωθεί με όλες τις δικονομικές εγγυήσεις της δίκαιης δίκης και συγκεκριμένα με μια, έστω, πρωτοβάθμια αλλά πάντως οριστική δικαστική απόφαση, η ενοχή του. Μιλάμε, με άλλα λόγια, για ένα έτος -που θα γίνει ενάμιση μετά την πρόσφατη απόφαση του δικαστικού συμβουλίου για την παράταση της επίμαχης προφυλάκισης- στη ζωή ενός νέου ανθρώπου, που, δεν πρέπει να το ξεχνάμε, είναι πιθανό να αθωωθεί όταν δικαστεί. Δεν ξέρω αν συνειδητοποιούμε πόσο βαρύ είναι όλο αυτό, όταν μάλιστα υπήρχαν στην διάθεση του δικαστικού συμβουλίου, που έλαβε την σχετική απόφαση, ηπιότερα μέτρα, εξασφαλιστικά και αυτά της δημόσιας ασφάλειας, όπως είναι ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση [άρθρα 282 έως 285 και 292 έως 294 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας], ενόψει, μάλιστα, και του τεκμηρίου της αθωότητας ενός ανθρώπου που είναι απλώς κατηγορούμενος και δεν έχει ακόμη δικαστεί επί της ουσίας, τεκμηρίου που είναι μια από τις κορυφαίες κατακτήσεις του νομικού μας πολιτισμού.
Να θυμίσουμε εδώ ότι στο άρθρο 6 §4 του Συντάγματος ορίζεται με σαφήνεια και αδιάστικτα ότι “ Nόμος ορίζει το ανώτατο όριο διάρκειας της προφυλάκισης, που δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος στα κακουργήματα και τους έξι μήνες στα πλημμελήματα. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις τα ανώτατα αυτά όρια μπορούν να παραταθούν για έξι και τρεις μήνες, αντίστοιχα, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου”. Εν προκειμένω πρέπει από το πιο πάνω χωρίο να κρατήσουμε και να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση στην λέξη “εντελώς”. Ήδη από μόνη της η προφυλάκιση είναι με βάση τη βούληση και του ίδιου του συνταγματικού νομοθέτη -και πριν μιλήσει ο κοινός ποινικός νομοθέτης - ένα εξαιρετικό μέτρο ακριβώς επειδή είναι εξόχως επαχθής. Και εξαιρετικό μέτρο σημαίνει ότι είναι σπάνια η εφαρμογή του και δεν κινδυνεύει να μετατραπεί σε κανόνα. Κατά μείζονα λόγο η άνω του από το Σύνταγμα τιθέμενου ανώτατου ορίου παράταση του δυσμενέστατου αυτού μέτρου με απόφαση ενός δικαστικού συμβουλίου είναι αναγκαστικά ένα “εξαιρετικότερο” μέτρο [ζητώ συγγνώμη για τον γλωσσικό βαρβαρισμό που συνίσταται στην χρήση του συγκριτικού βαθμού για το μη επιδεχόμενο συγκρίσεις και υπερθετικότητες επίθετο “εξαιρετικός” ].
Επομένως, το ερώτημα που τίθεται σε οποιονδήποτε ακούει γι’ αυτήν την υπόθεση , είναι ποιες είναι αυτές οι πολλαπλά επαυξημένες και “εντελώς” εξαιρετικές περιπτώσεις στην συγκεκριμένη περίπτωση;
Εξαιρετικές περιπτώσεις δεν μπορεί, υποθέτω, να είναι οτιδήποτε άλλο από τον λίαν αυξημένο και αποδεδειγμένο , λόγω πχ τελέσεως σχετικών προπαρασκευαστικών ενεργειών, κίνδυνο να τελεστούν νέα αδικήματα από τον προφυλακισμένο, ή εάν υπάρχει λίαν αυξημένος κίνδυνος, ομοίως αποδεδειγμένος και αυτός, ο εν λόγω προφυλακισμένος να εξαφανιστεί και να διαφύγει από την λογοδοσία του, επειδή είναι ύποπτος φυγής ή διότι είναι αγνώστου διαμονής.
Συντρέχουν, όμως, αυτές οι εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν, όπως ανακοίνωσε η υπεράσπιση του Ν. Ρωμανού, ο ίδιος ο αρμόδιος εισαγγελέας, ο οποίος αναμφισβήτητα θα είχε άμεση γνώση του φακέλου και των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, στην εισήγηση του στο δικαστικό συμβούλιο είχε ταχθεί υπέρ της αποφυλάκισης του;
Και μόνο αυτή η εισαγγελική πρόταση δεν κλονίζει την κρίση του δικαστικού συμβουλίου περί της συνδρομής στην επίδικη υπόθεση των όλως [άλλως “εντελώς”] εξαιρετικών περιπτώσεων, που επιτρέπουν η προφυλάκιση να φτάσει στο ανώτατο όριο που ο συνταγματικός νομοθέτης απλώς ανέχεται, και μάλιστα μόνο κατά παράταση;
Και γιατί - εν τοιαύτη περιπτώσει - δεν επισπεύδεται η δίκη του, ώστε να εκκαθαριστεί οριστικά η υπόθεση και, αν μεν είναι αθώος να αποφυλακιστεί, αν δε είναι ένοχος να εκτίσει την ποινή του; Φρονώ, και νομίζω ευλόγως, ότι τις συνέπειες των καθυστερήσεων της Δικαστικής Εξουσίας στον προσδιορισμό και την διεξαγωγή μιας ποινικής δίκης δεν είναι επιτρεπτό να τις υφίσταται ένας πολίτης και μάλιστα, όχι σε κάποιο περιουσιακό του δικαίωμα, αλλά στο πιο ιερό του δικαίωμα, την προσωπική του ελευθερία, αυστηρά προστατευόμενη από το Σύνταγμα.
Και θα προσέθετα ότι δεν θα πρέπει να λησμονείται και να μην συνεκτιμάται και το γεγονός ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση μιλάμε εκτός όλων των άλλων για ένα άνθρωπο, που η ζωή του εδώ και 16 χρόνια συνίσταται σε μεγάλο βαθμό σε φυλακίσεις, αποφυλακίσεις και εκ νέου φυλακίσεις. Έναν άνθρωπο, δηλαδή, στον οποίο αφαιρείται για μια ακόμη φορά- και
μάλιστα αυτή την συγκεκριμένη φορά με μια υπεράγαν αυστηρή κρίση - η νεότητα του, με όσα η νεότητα αυτή κατά την κοινή πείρα προσφέρει σε ένα άνθρωπο, όταν βιώνεται εν ελευθερία, και τα οποία αυτός δεν θα μπορέσει να ξαναβρεί ποτέ πια στο μέλλον.
Δεν είναι θεμελιώδης αρχή της Δικαιοσύνης στο δικαιικό μας σύστημα μια αρχή, που, εκτός από εφαρμογή του ουμανισμού, την διδαχτήκαμε και κατά τα πρώτα έτη των νομικών μας σπουδών, η αρχή της επιείκειας, όταν φυσικά οι εφαρμοζόμενες διατάξεις δίνουν μια σχετική διέξοδο και επιτρέπουν την εφαρμογή της;
Ή μήπως την έχουμε ξεχάσει μέσα σε μια αποκλειστικά τιμωρητική νοοτροπία που φαίνεται να έχει πια επικρατήσει γενικότερα;".

Μήπως χρειάζεται Κοβέσι και για το παράνομο στοίχημα;


Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης μιλώντας στη Βουλή την περασμένη εβδομάδα, στη συζήτηση για το Κράτος Δικαίου στη χώρα μας και εξ αφορμής της υπόθεσης του ΟΠΕΚΕΠΕ  ανήγγειλε ότι, η κυβέρνηση θα αναλάβει νομοθετική πρωτοβουλία, ώστε οι δικαστικές διαδικασίες, που αφορούν πολιτικά πρόσωπα να επιταχύνονται και να εκκαθαρίζονται το συντομότερο δυνατόν.

Παράλληλα, ο κ. Φλωρίδης στη συνάντηση του με την Ευρωπαία Εισαγγελέα Λάουρα Κοβέσι επανέλαβε την ισχυρή βούληση της Κυβέρνησης και ιδίως του Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, για την προώθηση αυτής της νομοθετικής ρύθμισης, ώστε να επιταχύνονται οι δικαστικές διαδικασίες σε υποθέσεις με εμπλεκόμενα πολιτικά πρόσωπα. 

Με δύο λόγια θα επαναφέρουν νόμο, που υπήρχε και καταργήθηκε για την επιτάχυνση των ποινικών διαδικασιών, όπου εμπλέκονται βουλευτές.

Την ίδια στιγμή "λιμνάζουν" στη Δικαιοσύνη, για  περισσότερο από 3 χρόνια,  δύο δικογραφίες, με περισσότερους από 250 εμπλεκόμενους σε διεθνή κυκλώματα παράνομου στοιχηματισμού, μέσω των οποίων φέρεται ότι, διαπράχθηκε ξέπλυμα μαύρου χρήματος εκατοντάδων εκατομυρίων, που  θα μπορούσαν να γεμίσουν τα ταμεία του Δημοσίου, προς όφελος των φορολογουμένων και γενικά της χώρας.

Από επίσημα στοιχεία της Αρχής για το Ξέπλυμα μαύρου χρήματος, το 9,5% του πληθυσμού έχει συμμετάσχει σε παράνομα τυχερά παίγνια, έστω και μία φορά το έτος 2024, ενώ η ομάδα με τη μεγαλύτερη συμμετοχή σε αυτά είναι άτομα ηλικίας 18-34 ετών.

Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία, εντός του 2024, παίχτηκαν συνολικά σε μη αδειοδοτημένο περιβάλλον 1,67 δισεκατομμύρια ευρώ, ποσόν που δεν διαφοροποιείται ουσιωδώς από τα ποσά, που παίχτηκαν το 2023.

Κι όμως! Ενώ για τις ίδιες υποθέσεις σε άλλες χώρες της Ευρώπης οι κατηγορούμενοι έχουν ήδη καταδικαστεί, στην Ελλάδα παραμένουν στην..."κατάψυξη".

Μήπως θα πρέπει να υπάρξει αντίστοιχη ρύθμιση και για τις στοιχηματικές δικογραφίες, αφού το υπάρχον δίκαιο προφανώς δεν επαρκεί;


Η Κάτια Ταραμπάνκο στο Allwyn Game Time: Ο ΠΑΟΚ θα βγάλει ψυχή και πάθος στον τελικό


Η παρουσιάστρια του “Grande League” απαντά σε όσους αναρωτιούνται τι κάνει στη αθλητική ενημέρωση

Καλή μαγείρισσα, προσγειωμένη και με χιούμορ. Έτσι συστήνεται η Κάτια Ταραμπάνκο, η οποία άφησε την πασαρέλα για τα … VAR και βρέθηκε αυτή την εβδομάδα στο πλατό του Allwyn Game Time.




Η συμπαρουσιάστρια της νέας αθλητικής εκπομπής «Grande League» του OPEN μιλά για τον τελικό Κυπέλλου Ελλάδας ανάμεσα στον ΠΑΟΚ και τον ΟΦΗ, ο οποίος διεξάγεται το Σάββατο (20:30) στο Πανθεσσαλικό Στάδιο του Βόλου. Επισημαίνει πως, παρά τα προβλήματα και τις απουσίες που αντιμετωπίζει το τελευταίο διάστημα ο «Δικέφαλος του Βορρά» θα βγάλει το γνωστό πάθος και τη μαχητικότητά του στον τελικό.



Χαρακτηρίζει την ενασχόλησή της με την αθλητική ενημέρωση πιο απαιτητική και από το Survivor, σχολιάζει με διάθεση τα αθλητικά κλισέ, αποκαλύπτει ότι μικρή έπαιζε τερματοφύλακας, ενώ παραδέχεται ότι έχει πανηγυρίσει γκολ ακόμη και πίσω από το τιμόνι.



Δείτε το νέο επεισόδιο:



 https://youtu.be/DYsHzOnChEQ


Το Game Time υποστηρίζει το πρόγραμμα «Αθλητικές Ακαδημίες Allwyn», προσφέροντας επιπλέον αθλητικό εξοπλισμό στις 200 ακαδημίες που συμμετέχουν στο πρόγραμμα.

 

Πέμπτη 23 Απριλίου 2026

Σαφές μήνυμα Κοβέσι σε Κυβέρνηση και Δικαιοσύνη: “Aν ο Αρειος Πάγος δεν ανανεώσει τη θητεία των ελλήνων εισαγγελέων, η υπόθεση θα φθάσει στο Δικαστήριο της Ευρωπαικής Ενωσης”


ΠΗΓΗ: https://daily.nb.org/epikairotita/organa-europaikis-enosis/foroum-delfon-kovesi-an-o-areios-pagos-den-ananeosei-ti-thiteia-tous-i-ypothesi-tha-fthasei-sto-evropaiko-dikastirio/

Μια εφ’ όλης της ύλης «ακτινογραφία» του δικαστικού συστήματος και των ερευνών για τη διαφθορά στην Ελλάδα πραγματοποίησε η Ευρωπαία Εισαγγελέας, Λάουρα Κοβέσι, από το βήμα του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών. Η κ. Κοβέσι, σε μια συζήτηση με τον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα, τοποθετήθηκε με απόλυτη σαφήνεια για τις «ανοιχτές» υποθέσεις που απασχολούν την ελληνική κοινή γνώμη, στέλνοντας παράλληλα προειδοποιητικά μηνύματα προς πάσα κατεύθυνση.
«Ποιος έχει συμφέρον να σταματήσει τις έρευνες;»

Το πλέον φλέγον ζήτημα που έθιξε η Ευρωπαία Εισαγγελέας αφορά την ανανέωση της θητείας των τριών Ελλήνων εισαγγελέων που στελεχώνουν το ευρωπαϊκό κλιμάκιο, των κ.κ. Παπανδρέου, Μουζάκη και Θάνου. Η κ. Κοβέσι υπήρξε κατηγορηματική: η θητεία τους έχει ήδη ανανεωθεί από το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), όπως ορίζει ο κανονισμός, καθώς το έργο τους κρίνεται εξαιρετικό.

«Δεν υπάρχει λόγος ο Άρειος Πάγος να αντιταχθεί στην απόσπασή τους», σημείωσε, προσθέτοντας με νόημα:

«Ποιος έχει συμφέρον να απομακρύνει αυτούς τους εισαγγελείς από τις υποθέσεις, ενώ έχουν κάνει σπουδαία δουλειά; Γιατί να σταματήσουν οι εισαγγελείς που εργάζονται στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ;».

Σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο απορρίψει την ανανέωση, η κ. Κοβέσι προειδοποίησε πως η διαφωνία θα λυθεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο.
ΟΠΕΚΕΠΕ: «Ακρωνύμιο διαφθοράς και πελατειασμού»

Αναφερόμενη στις έρευνες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, η Ευρωπαία Εισαγγελέας δεν μάσησε τα λόγια της, υπενθυμίζοντας παλαιότερη δήλωσή της ότι ο οργανισμός αποτελεί σύμβολο για τη διαφθορά και τον πελατειασμό. Αποκάλυψε ότι ο όγκος των εγγράφων και των καταγγελιών είναι τεράστιος, ενώ ανακοίνωσε πως μετά από επαφές με την ελληνική κυβέρνηση και το Υπουργείο Εσωτερικών, αναμένεται ενίσχυση σε πόρους και προσωπικό για την επιτάχυνση των ερευνών.

Σχολιάζοντας τις πρόσφατες άρσεις ασυλίας βουλευτών, η κ. Κοβέσι ξεκαθάρισε ότι η άρση ασυλίας δεν αποτελεί καταδίκη, αλλά ένα υποχρεωτικό δικονομικό βήμα για να λάμψει η αλήθεια.

«Κανένας δεν θα με πείσει ότι η κατάχρηση εξουσίας ή το εμπόριο επιρροής είναι μέρος της περιγραφής της δουλειάς ενός πολιτικού».
Η ανεξαρτησία ως «κόκκινη γραμμή»

Η κ. Κοβέσι υπογράμμισε ότι η ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δοκιμάζεται καθημερινά, αλλά παραμένει μια αδιαπράγματευτη «κόκκινη γραμμή». Απαντώντας σε κριτικές από πολιτικούς κύκλους, τόνισε:

«Είμαστε εισαγγελείς, κάνουμε τη δουλειά μας και δεν κυνηγάμε πολιτικούς. Κυνηγάμε τη διαφθορά. Ο νόμος πρέπει να είναι ίσος για όλους».

Παράλληλα, εξέφρασε την ικανοποίησή της για την εμπιστοσύνη που δείχνουν οι Έλληνες πολίτες στον θεσμό, στέλνοντας σωρεία καταγγελιών. Μάλιστα, ανέφερε το συγκινητικό παράδειγμα μιας έντιμης αγρότισσας που κατήγγειλε τον αποκλεισμό της από επιδοτήσεις επειδή «δεν γνώριζε κανέναν πολιτικό».
Μήνυμα για αλλαγή νοοτροπίας

Κλείνοντας, η Ευρωπαία Εισαγγελέας παραδέχθηκε ότι το πιο δύσκολο κομμάτι στη μάχη κατά της διαφθοράς είναι η αλλαγή νοοτροπίας. «Έχω κουραστεί να ακούω “έτσι γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα”. Δεν το δέχομαι. Η διαφθορά δεν είναι τρόπος ζωής και οι Έλληνες δεν την αποδέχονται ως τέτοια», κατέληξε, δηλώνοντας περήφανη για το θάρρος των συναδέλφων της εισαγγελέων στην Αθήνα που επιδιώκουν να αλλάξουν το καλυμμένο «κάτω από το χαλί» σύστημα.

Κοβέσι από Δελφούς: «Δεν θα με πείσει κανείς ότι η απάτη αποτελεί μέρος της δουλειάς ενός πολιτικού»!




«Δεν θα με πείσει κανείς ότι η απάτη αποτελεί μέρος της δουλειάς ενός πολιτικού», τόνισε στο Φόρουμ των Δελφών η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, που έχει βρεθεί στο στόχαστρο της κυβέρνησης λόγω των δικογραφιών που αφορούν στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ

Ευθύς και αποκαλυπτική η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, από το οικονομικό φόρουμ των Δελφών, απάντησε στις ερωτήσεις του δημοσιογράφου Παύλου Τσίμα, στην ενότητα «Οι θεσμοί υπό πίεση», με στόχο να ξεκαθαρίσει τη θέση του ευρωπαϊκού θεσμού απέναντι στις επιθέσεις που δέχεται από την κυβέρνηση Μητσοτάκη – με μπροστάρη τον Άδωνι Γεωργιάδη – για τις δικογραφίες που αφορούν στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Η κ. Κοβέσι με αυστηρό τόνο χαρακτήρισε τις επιθέσεις στον θεσμό «αντιπερισπασμό», προκειμένου να μετατοπιστεί η συζήτηση από το πραγματικό διακύβευμα – τι πραγματικά συνέβη στον ΟΠΕΚΕΠΕ, ενώ έκανε λόγο για «έγκλημα» και παράδειγμα «νεποτισμού και πελατειακών σχέσεων».

«Αν κάποιος διαπράξει απάτη στην Ελλάδα, επιστρέφει τα χρήματα και μένει ελεύθερος. Πώς είναι δυνατόν αυτό;»

Ιδιαίτερα αιχμηρή ήταν η παρέμβαση Λάουρα Κοβέσι αναφορικά με τη διαχείριση υποθέσεων απάτης στην Ελλάδα.

Όπως σημείωσε χαρακτηριστικά, «αν κάποιος διαπράξει απάτη στην Ελλάδα, επιστρέφει τα χρήματα και μένει ελεύθερος. Πώς είναι δυνατόν αυτό;», αναρωτήθηκε, εκφράζοντας προβληματισμό για το θεσμικό πλαίσιο στη χώρα μας.

Παράλληλα, ανέφερε ότι μετά από συζητήσεις με τις ελληνικές αρχές υπήρξαν αλλαγές στη νομοθεσία, τονίζοντας ότι αυτός είναι «ο ευρωπαϊκός τρόπος αντιμετώπισης» τέτοιων ζητημάτων.

«Δεν υπάρχει ‘καθαρή’ χώρα – Υπάρχει απάτη και διαφθορά παντού»

Η Λάουρα Κοβέσι, κληθείσα να σχολιάσει ότι το 5% των υποθέσεων που ερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αφορούν στην Ελλάδα, ανέφερε αρχικά πως «έχουμε ετήσια έκθεση, αλλά δεν έχουμε έκθεση και για τα πιο διεφθαρμένα κράτη στην Ευρώπη. Μπορώ να αναφέρω ως παράδειγμα την Ρουμανία, που ήταν ένα διεφθαρμένο κράτος και αυτό άλλαξε – και είμαι ευτυχής γι’ αυτό», σημείωσε για την χώρα καταγωγής της.

«Ως επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, θα σας πω το εξής: Δεν υπάρχει ‘καθαρή’ χώρα – Υπάρχει απάτη και διαφθορά παντού», τόνισε χαρακτηριστικά.

Oσα είπε η κ. Κοβέσι:

Η Λάουρα Κοβέσι απάντησε με έναν χαρακτηριστικό τρόπο σε ερώτηση που αφορά στις επιθέσεις που δέχεται και η ίδια προσωπικά.

«Δεν υπάρχουν εγκλήματα στην Ελλάδα, δεν υπάρχει διαφθορά, δεν υπάρχει αδίκημα στον ΟΠΕΚΕΠΕ - Θα με πιστέψετε;», τόνισε χαρακτηριστικά, απευθυνόμενη στο ακροατήριο.

Και κάλεσε τους πολίτες να εμπιστευθούν την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αλλά και την δικαιοσύνη στην Ελλάδα.

Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ: Χαίρομαι που η Βουλή αποφάσισε τις άρσεις της ασυλίας

«Σε κάποιες υποθέσεις έχουμε ολοκληρώσει, σε άλλες συνεχίζουμε τις έρευνες, αν μιλήσουμε για αυτές που αφορούν στις άρσεις ασυλίας, να πω ότι είναι πολύ καλό αυτό που αποφάσισε η ελληνική Βουλή και ελπίζω να προχωρήσουμε με ταχείς ρυθμούς», ανέφερε η Λάουρα Κοβέσι.

Παράλληλα, δήλωσε ικανοποιημένη που «συμφωνήσαμε με τον υπουργείο Εσωτερικών», όπως είπε», «ώστε να διατεθούν κάποιοι αστυνομικοί για να συνδράμουν στις έρευνες. Ελπίζω να προχωρήσουμε γρήγορα», προσέθεσε.

«Αν είσαι εισαγγελέας και βλέπεις απάτη, κάνε τη δουλειά σου»

Μήνυμα προς τους εισαγγελείς έστειλε η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρα Κοβέσι, τονίζοντας την ανάγκη της αποφασιστικότητας για την αντιμετώπιση της διαφθοράς.

Όπως είπε χαρακτηριστικά: «Αυτοί οι εισαγγελείς έχουν το θάρρος να το κάνουν. Αν είσαι εισαγγελέας και βλέπεις απάτη, κάνε τη δουλειά σου!».

Κοβέσι: Τρέχουμε την έρευνα με περιορισμένους πόρους

Στην εξέλιξη της έρευνας για τον ΟΠΕΚΕΠΕ αναφέρθηκε η Λάουρα Κοβέσι, σημειώνοντας ότι «στόχος είναι η έρευνα να ολοκληρωθεί το ταχύτερο δυνατό». Ωστόσο, υπογράμμισε τους περιορισμούς: «Είμαστε άνθρωποι, έχουμε μόνο 24 ώρες την ημέρα και τρεις ανθρώπους ως έμψυχο υλικό, που πρέπει να διαβάσουν χιλιάδες έγγραφα».

Παράλληλα, ανέφερε ότι έχει υπάρξει επικοινωνία με το Υπουργείο Εσωτερικών για την ενίσχυση των πόρων, επισημαίνοντας ότι αναμένεται περαιτέρω υποστήριξη στο έργο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσον αφορά στο ανθρώπινο δυναμικό που ασχολείται με την υπόθεση.

«Ο ΟΠΕΚΕΠΕ έχει καταστεί συνώνυμο της διαφθοράς», ανέφεφε η Λάουρα Κοβέσι, υπογραμμίζοντας ότι πράξεις όπως η κατάχρηση εξουσίας και η απάτη αποτελούν σαφώς ποινικά αδικήματα βάσει της ελληνικής νομοθεσίας, απαντώντας σε όσα ειπώθηκαν χθες στην Βουλή κατά τη συζήτηση για την άρση ασυλίας των 13 βουλευτών της ΝΔ.

«Κανείς δεν μπορεί να με πείσει ότι τέτοιες πράξεις αποτελούν μέρος της δουλειάς ενός πολιτικού», σημείωσε χαρακτηριστικά.

«Είναι λογικό να ζητείται η άρση της ασυλίας βουλετών, είναι σεβασμός στους κανόνες»

Η Λάουρα Κοβέσι ξεκαθάρισε πως δεν κατηγορεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τους πολιτικούς, απλά κάνει τη δουλειά της και ερευνά τις υποθέσεις που φθάνουν σε αυτήν.

Κληθείσα να σχολιάσει την άρση ασυλίας 13 βουλευτών της ελληνικής κυβέρνησης, τόνισε πως είναι λογικό και «θέμα σεβασμού στους κανόνες» να ζητείται η άρση ασυλίας βουλευτών, προκειμένου να συνεχίσει η δικαιοσύνη τις έρευνες.

«Αντιπερασπισμός οι επιθέσεις στην Ευρ. Εισαγγελία»

«Νεποτισμός και πελατειακές σχέσεις χαρακτηρίζουν την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ», τονίζει η Λάουρα Κοβέσι, ενώ χαρακτηρίζει ως «αντιπερασπισμό» τις επιθέσεις που δέχεται η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία από την κυβέρνηση.

Κοβέσι: Ποιος ασκεί κριτική στην Ευρ. Εισαγγελία; Οκ, πολιτικοί...

«Κατηγορηματικά αντικρούω τις όποιες κατηγορίες και ισχυρισμούς για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία», ξεκαθάρισε η Λάουρα Κοβέσι.

'Οταν ρωτήθηκε για τις επιθέσεις που δέχεται ο θεσμός, απάντησε χαρακτηριστικά: «Ποιος ασκεί κριτική στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία; Οκ, πολιτικοί...».

Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ: Υπάρχουν αρκετές υποθέσεις

Έχουμε αρκετές υποθέσεις, πιθανώς θα έρθουν κι άλλες καταγγελίες για πιθανά αδικήματα, αλλά δεν μπορώ να πω αν θα υπάρξουν κι άλλες δικογραφίες αυτή τη στιγμή.

Η Λάουρα Κοβέσι για τους τρεις Ευρωπαίους εισαγγελείς από την Ελλάδα: Έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά

Στην Ελλάδα, για τους τρεις Ευρωπαίους εισαγγελείς απαιτείται για την παράταση της απόσπασής τους η απόφαση από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου.

Έχουν κάνει εξαιρετική δουλειά. Τους εμπιστεύομαι απόλυτα.

Κοβέσι: Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι μια μεγάλη επιτυχία

Αν πρέπει να πω κάτι για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με μία πρόταση, θα έλεγα ότι είναι μια μεγάλη επιτυχία και έχει άμεση επίδραση στη ζωή των πολιτών. Έχουμε πολλά αιτήματα από τους πολίτες σε όλη την ΕΕ. Αν δεν εμπιστεύεσαι έναν θεσμό, δεν ζητάς τη βοήθειά του.








Η μπάλα που κάνει γκελ στην ψυχή μας!

Του Λύσανδρου Γεωργιάδη

ΠΗΓΗ: https://dikisports.blogspot.com/2026/04/blog-post_429.html

Σαν σήμερα, στις 23 Απριλίου κάθε έτους, τιμάται η «παγκόσμια ημέρα βιβλίου». Η επίσημη καθιέρωσή της έγινε με απόφαση της UNESCO, το 1995, με σκοπό να προωθήσει την αγάπη για το βιβλίο και την ανάγνωση και, παράλληλα, να αναδείξει τη συμβολή του βιβλίου στην εκπαίδευση και στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και της εν γένει προσωπικότητας των ανθρώπων.

Η ημερομηνία επιλέχθηκε γιατί η 23η Απριλίου είναι η ημέρα θανάτου (του ίδιου έτους, 1616), τριών σημαντικών συγγραφέων της παγκόσμιας λογοτεχνίας, του Ουίλιαμ Σαίξπηρ, του Μιγκέλ ντε Θερβάντες και του Ίνκα Γκαρθιλάσο δε λα Βέγα.

Επέλεξα για την ημέρα αυτήν, κάποια αποσπάσματα από βιβλία που γράφτηκαν για το ποδόσφαιρο, για τη «μπαλίτσα» που τόσο αγαπάμε (κάποιοι)…

1.Εντουάρντο Γκαλεάνο (1940-2015), από το βιβλίο του «Τα χίλια πρόσωπα του ποδοσφαίρου» (Εκδόσεις ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ),

…Ο παίκτης τρέχει λαχανιασμένος πάνω κάτω. Από τη μια μεριά, τον περιμένει η ουράνια δόξα, από την άλλη, η άβυσσος της καταστροφής. Στη γειτονιά του τον ζηλεύουν. Ο επαγγελματίας ποδοσφαιριστής γλίτωσε το εργοστάσιο ή το γραφείο και τον πληρώνουν για να κάνει το κέφι του· κοντολογίς, κέρδισε τον πρώτο λαχνό. Και, παρότι πρέπει να χύνει ποτάμια τον ιδρώτα χωρίς να έχει δικαίωμα ούτε να κουραστεί ούτε να λαθέψει, φιγουράρει στις εφημερίδες και στην τηλεόραση, το ραδιόφωνο επαναλαμβάνει το όνομά του, οι γυναίκες αναστενάζουν για χάρη του και τα παιδιά θέλουν να του μοιάσουν. Εκείνος, όμως, που ξεκίνησε να παίζει μπάλα για τη χαρά του παιχνιδιού στους χωματόδρομους κάποιας φτωχογειτονιάς, τώρα δουλεύει ως παίκτης στα στάδια, με την υποχρέωση να κερδίζει. Οι επιχειρηματίες τον αγοράζουν, τον πουλάνε, τον δανείζουν κι εκείνος αφήνεται με αντάλλαγμα την υπόσχεση για περισσότερη φήμη και χρήματα. Όσο μεγαλύτερη επιτυχία έχει και όσο περισσότερα χρήματα κερδίζει, τόσο περισσότερο δέσμιος του συστήματος γίνεται. Υποδουλωμένος σε στρατιωτική πειθαρχία, υποφέρει καθημερινά το μαρτύριο των εξαντλητικών προπονήσεων και βομβαρδίζεται από παυσίπονα και κορτιζόνες, που ξεγελούν το κορμί και κάνουν τον πόνο να ξεχαστεί. Και την παραμονή των σημαντικών αγώνων τον κλείνουν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης για καταναγκαστικά έργα: άνοστα φαγητά, μεθύσι με νερό και μοναχικός ύπνος. Στα άλλα ανθρώπινα επαγγέλματα, η δύση έρχεται με τα γηρατειά, όμως ο ποδοσφαιριστής μπορεί να γεράσει και στα τριάντα του. Οι μύες κουράζονται νωρίς: « Αυτός δεν βάζει γκολ ούτε με αίτηση», «Αυτός; Ούτε άμα δέσεις τα χέρια του τερματοφύλακα». Μπορεί και πριν απ’ τα τριάντα, όταν ένα σουτ τον ξαπλώσει άσχημα κάτω ή του τύχει να υποστεί κάποια σοβαρή θλάση ή μια κλοτσιά τού τσακίσει ένα κόκαλο ανεπανόρθωτα. Και μια ωραία ημέρα, ο ποδοσφαιριστής διαπιστώνει πως έπαιξε τη ζωή του κορόνα γράμματα και ότι το χρήμα και η δόξα έχουν κάνει φτερά. Η δόξα, αυτό το πεφταστέρι, δεν του άφησε ούτε ένα γράμμα παρηγοριάς…

2. Κριστιάν Μπρομπερζέ, από το βιβλίο του «Ποδόσφαιρο, Σύμβολα-αξίες-φίλαθλοι» (Εκδόσεις ΒΙΒΛΙΟΡΑΜΑ),

…Το ποδόσφαιρο, κάτω από το κάλυμμα μιας ασήμαντης διασκέδασης, αποτελεί μια από τις κατεξοχήν συμβολικές μήτρες της εποχής μας. Αιωρείται ανάμεσα στο τελετουργικό και το σόου, στο τραγικό και στο κωμικό, τη γιορτή και τον πόλεμο, την καλή κοσμική έξοδο, γι’ αυτούς που είναι στις σουίτες και τη θυσία του απλού οπαδού, ο οποίος μέσα στο κρύο ξελαρυγγίζεται στα πέταλα. Στο ποδόσφαιρο εκφράζονται οι σχέσεις ανάμεσα σε διάφορες ηλικιακές ομάδες, φύλα, κοινότητες. Δοκιμάζεται η ευχαρίστηση της υπέρβασης των ορίων, του πειραματισμού με τις νόρμες. Για όλους αυτούς τους λόγους, το ποδοσφαιρικό παιχνίδι παρουσιάζεται ως μια προοπτική εξαιρετικά διαφωτιστική, για τις θεμελιώδεις αξίες και τις αντιθέσεις που συνέχουν τον κόσμο μας. Εν κατακλείδι, το ποδόσφαιρο είναι ένα λαϊκό παιχνίδι γεμάτο νόημα.

…Αν μπαίνουμε τόσο πρόθυμα σε μια ιστορία με μπάλα, πόδια, στήθος, κεφάλια, είναι γιατί το ποδοσφαιρικό παιχνίδι μάς κάνει να βιώσουμε, σε 90 μόλις λεπτά, ολόκληρη τη γκάμα των συγκινήσεων που μπορούμε να νιώσουμε στο διάστημα μιας ζωής : τη χαρά, τον πόνο, το μίσος, το άγχος, τον θαυμασμό, το αίσθημα της αδικίας. Βρίσκουμε ξανά εδώ το ενδεδειγμένο «μήκος» που, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη*, οργανώνει την τραγωδία, δηλαδή «τόσον μέγεθος εντός του οποίου, εκτυλισσομένων διαδοχικώς των πραγμάτων κατά το πιθανόν ή το αναγκαίον, συμβαίνει μεταβολή εις ευτυχίαν εκ δυστυχίας ή εξ ευτυχίας εις δυστυχίαν».

(* Αριστοτέλης «Περί ποιητικής», κεφάλαιο 7 / μετάφραση Σίμου Μενάρδου)

3. Νίκου Μπογιόπουλου, από το βιβλίο του «Ποδόσφαιρο, μια θρησκεία χωρίς απίστους» (Εκδόσεις Α. Α. Λιβάνη),

…Το ποδόσφαιρο είναι το δημοφιλέστερο άθλημα γιατί είναι το συνώνυμο της αίσθησης ή της ψευδαίσθησης (το ίδιο κάνει) της δημοκρατίας. Είναι ο χώρος που επιτρέπει τη συμμετοχή. Σε όλους! Αυτή η μεγάλη αλήθεια, που η πραγματική ζωή τη μετατρέπει σε μια μεγάλη απάτη, συντηρεί το αέναο της αυταπάτης γύρω από το απόλυτο ποδοσφαιρικό θεώρημα : όλοι μπορούν να παίξουν μπάλα!

…Στην πραγματικότητα οι συζητήσεις περί ποδοσφαίρου είναι γεμάτες από αναλύσεις που υποπίπτουν στο σύνηθες λάθος : Βάζουν το ποδόσφαιρο στην πολιτική ζυγαριά για να κρίνουν και να κατακρίνουν την επίδρασή του στις λαϊκές συνειδήσεις, αλλά χωρίς να ξεκινούν από το βασικό, δηλαδή από το γεγονός ότι η «ζυγαριά» είναι «πειραγμένη» και ότι βγάζει τα αποτελέσματα που εκείνη θέλει ανάλογα με το ποιος κατέχει και ποιος ρυθμίζει το…ζύγι, δηλαδή την πολιτική εξουσία. Εκκινώντας με αυτόν τον λαθεμένο και στρεβλό τρόπο, είναι φυσικό από κει και πέρα να μην αναγνωρίζουν ότι και στις πιο μαύρες στιγμές της καπηλείας του και της αξιοποίησής του από φασίστες, δικτάτορες, τυράννους και απατεώνες, το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που παρέμεινε πιστό στη «δημοκρατία» και, όχι λίγες φορές, κατόρθωσε να ξεσκεπάσει τους αντιδραστικούς «ιδιοκτήτες» του ή τους «τσαρλατάνους» που το καπηλεύτηκαν. Αν ως προς το τελευταίο χρειάζεται να φέρουμε κάποιο παράδειγμα, θα επικαλεστούμε την…εξέδρα : ΄Ηταν εκείνη η ιστορική στιγμή στο «Καραϊσκάκη», όταν επί εποχής του Αργύρη Σαλιαρέλη, στο άκουσμα της ανακοίνωσης από τα μεγάφωνα του σταδίου ότι κάποιος φίλαθλος είχε χάσει το πορτοφόλι του, οι οπαδοί του Ολυμπιακού μετατράπηκαν μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα σε «στιχουργούς» και «συνθέτες» μαζί και σηκώθηκαν εν χορώ κραυγάζοντας ρυθμικά το σύνθημα : «Αργύρη, καριόλη, δώσ’ το πορτοφόλι»!

4. Γιάννη Γεωργάκη, από το βιβλίο του «Κόμμα αλλάζουμε, ομάδα ποτέ» (Εκδόσεις IANOS),

…Η ομάδα είναι το συναισθηματικό αποκούμπι του οπαδού. Σπανίως ο οπαδός θα πει: «Σήμερα παίζει η ομάδα μου». Συνήθως λέει : «Σήμερα παίζουμε». Είναι βέβαιος ότι αγωνίζεται και ο ίδιος. Δεν διαχωρίζει τον ποδοσφαιριστή από τον εαυτό του. Του αρέσει, μεθυστικά, που ο αγαπημένος του ήρωας προέρχεται -όπως και ο ίδιος- από τα λαϊκά στρώματα.

…Φίλους αλλάζεις, και μάλιστα εύκολα. Φύλο αλλάζεις. Δύσκολα, αλλά με λίγη θέληση γίνεται. Πατρίδα, θρησκεία, κόμμα, όλα τα αλλάζεις. Γυναίκα αλλάζεις. Ομάδα δεν αλλάζεις, όπως δεν αλλάζεις τη μάνα σου. Ό,τι και να ’ναι, στρίγγλα, μητριά, χαμένη και πουλημένη. Η Ομάδα είναι η μήτρα που σε ξεπετά κάθε Σαββατοκύριακο, σε τρέφει, σε πληγώνει και σε πορώνει.

…*Καλλιτέχνης είναι κάποιος που μπορεί να ανάψει ένα φως σε ένα σκοτεινό δωμάτιο. Ποτέ δεν βρήκα -και δεν θα προσπαθήσω να βρω- τη διαφορά μεταξύ της πάσας του Πελέ στον Κάρλος Αλμπέρτο στον τελικό του Παγκοσμίου Κυπέλλου του 1970 στο Μεξικό, από την ποίηση του νεαρού Γάλλου ποιητή Ρεμπό : «Άπλωσα σχοινιά από καμπαναριό σε καμπαναριό, γιρλάντες από παράθυρο σε παράθυρο, χρυσές αλυσίδες από αστέρι σε αστέρι και χορεύω». Καθεμιά από αυτές τις ανθρώπινε ενέργειες είναι μια έκφραση ομορφιάς που μας αγγίζει και μας προσφέρει αίσθημα αιωνιότητας».

(*μεταφορά από το βιβλίο «Η δική μου ιστορία» του σπουδαίου Γάλλου ποδοσφαιριστή Ερίκ Καντονά)

5. Κώστα Μαμέλη, από το βιβλίο του «Ο δικός μας bizim ΠΑΟΚ!» (Εκδόσεις ΜΠΑΡΜΠΟΥΝΑΚΗ),

Ανάμεικτοι και θυμωμένοι συνειρμοί στον τελικό (Τελικός Μουντιάλ 2006, Ιταλία-Γαλλία 1 – 1, στα πέναλτυ 5 – 3)

Τι ζητάν από τον Ζιντάν οι καθώς πρέπει, σοβαροί και υπεύθυνοι ! «Μα, να επεδείκνυε γενναία αυτοσυγκράτηση, υψηλό αίσθημα ευθύνης, παροιμιώδη πατριωτική αντίληψη, συνεπή επαγγελματισμό. Nα δίδασκε τη συναδελφικότητα ως άσκηση ήθους, τη συναλληλία ως γαλατική συμπεριφορά, την αφοσίωση ως στοιχείο του κρίσιμου τελικού, το αθλητικό φερ πλέι αντάξιο της μεγάλης Γαλλίας και της παράδοσής της, την απόλυτη προσήλωση στον εθνικό στόχο. Να αντέγραφε στις δέλτους της ποδοσφαιρικής παγκόσμιας ιστορίας την πρακτική των διπλωματών του Και ντ’ Ορσαί, την πασίγνωστη φιλοφρόνηση των ευγενών του Παρισιού του 18ου αιώνα. Να σέβονταν τον «άρχοντα του αγώνα».

Αντί αυτών, αυτός ο άθλιος «μαυροπόδαρος» - έτσι ονοματίζουν τους «μπάσταρδους Γαλλοαλγερίνους - προτίμησε την κουτουλιά, του ’σπασε τα δόντια, του μάτωσε τα χείλια και - ω! της ντροπής - «αμαύρωσε (μπροστά στον Σιράκ κιόλας!) τη διαδρομή του, ευτέλισε την υστεροφημία του κι έφτυσε κατάμουτρα τον μοναδικό γαλλικό λαό του γηπέδου, μέσα στην τρικολόρ υστερία του!».

Α, ρε παλικάρι μου! Που αψήφησες τις συμβατικότητες των κανονισμών, που υπερασπίστηκες τη μαυριδερή κατατρεγμένη μετανάστρια μάνα σου από το μπινελίκι του Ιταλού και επέλεξες την «αρνητική» γραφή στα επίσημα ιστορικά κατάστιχα, από τη «θετική» του σοβαρού και υπεύθυνου «ηττημένου», του λησμονημένου «δεύτερου».

6. Σπύρου Βούγια, από την ποιητική συλλογή του «Άδειες κερκίδες» (Εκδόσεις ΜΙΚΡΟΣ ΙΑΝΟΣ),

ΣΟΛΟ

Θα ντριμπλάρω τους δισταγμούς σου, θα μπω με τη μπάλα στα δίχτυα σου.

ΣΥΝΤΡΙΒΗ

Παράξενη η τροχιά του βλέμματός σου, το παίρνει ο αγέρας, τόσο ελαφρύ που δε μ’ αφήνει να στρώσω παιχνίδι. Αναστάτωση σ’ όλες τις γραμμές, χάρτινη άμυνα, αλλεπάλληλες συγκινητικές ταπεινώσεις, υπέροχη συντριβή. Μα γιατί πανηγυρίζεις, σ’ άφησα να με κερδίσεις.

7. Λέων Ναρ, από το βιβλίο του «Το Παιχνίδι της Εξέδρας» (Εκδόσεις «Μεταίχμιο»)

…Η κουλτούρα των γηπέδων είναι ιδιότυπη, ή τη γουστάρεις ή δεν μπορείς να την ανεχτείς. Ενδιάμεσες καταστάσεις δεν υπάρχουν.

…Θυμάμαι έναν χαρακτηριστικό διάλογο σε αγώνα τοπικού πρωταθλήματος στο γήπεδο της Σταυρούπολης, στη Θεσσαλονίκη. Ήταν τέτοια η πλάκα, ώστε διακόπηκε προσωρινά μέχρι και ο αγώνας, αφού οι παίκτες που έπαιζαν κοντά στην πλάγια γραμμή και άκουσαν τον διάλογο πέθαναν στα γέλια : Σε μια φάση του αγώνα κάποιοι από τις γνωστές γηπεδικές φυσιογνωμίες αρχίζουν να τρώγονται και κατέληξαν να μαλώνουν για το ποιος ξέρει περισσότερη μπάλα. «Παράτα μας, ρε φιλαράκο, που ξέρεις εσύ μπάλα!», «Ποιος, εγώ;» ανταπάντησε ο συνομιλητής. «Εγώ πάω στα γήπεδα τριάντα χρόνια, φιλαράκι, συνέχεια». Και ο άλλος : "Ε και; Τι πάει να πει αυτό; Κι εγώ πάω στα μπουζούκια τριάντα χρόνια και βάλε, αλλά μπουζούκι δεν έμαθα".τεινό δωμάτιο. Ποτέ δεν βρήκα -και δεν θα προσπαθήσω να βρω- τη