Ισχυρό αποτύπωμα άφησε με την εισήγηση του, στο Ενατο Συνέδριο της Ενωσης Ελλήνων Ποινικολόγων, ο Αντιπρόεδρος της, διακεκριμένος δικηγόρος Ιωάννης Ηρειώτης.
Στην διημερίδα, που έγινε στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, στην Αίθουσα «Αιμίλιος Ριάδης», την 20η και 21η Οκτωβρίου 2023 και είχε θέμα «Ζητήματα απόδειξης στην ποινική διαδικασία», ο γνωστός ποινικολόγος Ιωάννης Ηρειώτης, καθήλωσε το ακροατήριο με το θέμα, το οποίο ανέπτυξε και αφορούσε τη «Συλλογή και αξιοποίηση αποδεικτικών στοιχείων στην ψηφιακή εποχή: Το αποτύπωμα της τεχνολογίας στην ποινική αποδεικτική διαδικασία».
Διαβάστε την εισήγηση του Αντιπροέδρου Ε.Ε.Π. Ιωάννη Θ. Ηρειώτη.
Α. Αντικείμενο της εισήγησης
Οι διαρκείς τεχνολογικές εξελίξεις μεταβάλλουν καθημερινά την κοινωνική πραγματικότητα. Η εκτεταμένη χρήση των «έξυπνων τηλεφώνων» (smartphones), η συνεχής ανάπτυξη ιστοσελίδων, τα ηλεκτρονικά μηνύματα και έγγραφα, τα δεδομένα γεωεντοπισμού και τα ψηφιακά αρχεία κυριαρχούν στην καθημερινότητα των πολιτών1
Την ίδια στιγμή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (social media) αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της επικοινωνίας, καλύπτοντας μεγάλο εύρος διαφορετικών αναγκών, μέσω της ανταλλαγής πληροφοριών και περιεχομένου από τους χρήστες2
Όπως είναι λογικό, δεν θα ήταν δυνατόν ο νομικός κόσμος να παραμείνει ανεπηρέαστος από τις εξελίξεις αυτές, αφ ́ης στιγμής η διαρκής χρήση των ανωτέρω μέσων δημιουργεί ένα νέο πεδίο για τον εφαρμοστή του δικαίου. Η νέα αυτή «πραγματικότητα» αποτέλεσε και το έναυσμα για την συγγραφή της παρούσας εισήγησης.
Ειδικότερα, η σταδιακή είσοδος της τεχνολογίας στο χώρο της απονομής δικαιοσύνης έχει επηρεάσει, μεταξύ άλλων, και την αποδεικτική διαδικασία στην ποινική δίκη. Πλέον δεν γίνεται λόγος μόνο για χρήση παραδοσιακών αποδεικτικών μεθόδων, αλλά και για
αξιοποίηση νέων εργαλείων, τα οποία η τεχνολογία καθιστά προσβάσιμα στους παράγοντες της δίκης. Στο πλαίσιο αυτό διαμορφώθηκε ένα νέο είδος απόδειξης, η ηλεκτρονική απόδειξη (e-evidence). Ως τέτοια ορίζεται η απόδειξη, η οποία αφορά «σε
κάθε δεδομένο (συμπεριλαμβανόμενου του εξαγόμενου από αναλογικές συσκευές ή των δεδομένων σε ψηφιακή μορφή), το οποίο μπορεί κανείς μέσω τεχνικής συσκευής,
1 Ως προς τα παραδείγματα βλ. και Χ. Μιχαηλίδου «Κυβερνοέγκλημα και ηλεκτρονική απόδειξη - ένας τρόπος εξακρίβωσης του ψηφιακού αποτυπώματός του. Ευρώπη με μια ματιά», The art of crime, τεύχος 5, 30/11/2018.
2 Βλ. και Φ. Κοτσαλής «Η εξύβριση στα social media: η περίπτωση του like και του share», The art of crime, τεύχος 11, Νοέμβριος 2021.ηλεκτρονικού υπολογιστή ή πληροφοριακού συστήματος να χειριστεί/αλλοιώσει, να αποθηκεύσει ή να κοινοποιήσει, ή να μεταδώσει μέσω συστήματος επικοινωνιών και το οποίο μπορεί να ενισχύσει ή να αποδυναμώσει την αξιοπιστία των πραγματικών ισχυρισμών που επικαλούνται οι διάδικοι συγκριτικά με την αξιοπιστία τους χωρίς την απόδειξη αυτή»
Για την αποτελεσματική συλλογή και αξιοποίηση αυτού του νέου είδους απόδειξης καθίσταται αναγκαία η ύπαρξη νομοθετικών κανόνων που θα το περιβάλλουν. Εντός της Ε.Ε. παρατηρείται ένα κατακερματισμένο νομικό πλαίσιο που θέτει εμπόδια στη συνεργασία παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών και κρατικών αρχών αναφορικά με την παροχή ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων. Η δε διαδικασία απόκτησης των πληροφοριών αυτών, μέσω των παραδοσιακών μεθόδων δικαστικής συνεργασίας, αποδεικνύεται χρονοβόρα και πολλές φορές αλυσιτελής, δεδομένης της ευμετάβλητης φύσης των ψηφιακών αυτών δεδομένων.
Αμέσως κατωτέρω θα εξεταστεί το νομικό πλαίσιο, όπως αυτό διαμορφώνεται σήμερα, κατόπιν των αλλαγών που έχουν επέλθει στην ενωσιακή έννομη τάξη, με αναφορά στις ουσιώδεις διατάξεις του νέου Κανονισμού (ΕΕ) 2023/1543. Θα ακολουθήσει ανάλυση
σχετικά με την προσέγγιση του ζητήματος της ηλεκτρονικής απόδειξης από τα ελληνικά δικαστήρια δια της παρουσίασης νομολογιακών παραδοχών. Τέλος, θα αποτυπωθούν σκέψεις σχετικά με την συμβολή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (social media) στην ανεύρεση της ουσιαστικής αλήθειας κατά την ποινική αποδεικτική διαδικασία και θα παρατεθούν ορισμένοι, απότοκοι των ανωτέρω προβληματισμοί.
Β. Ηλεκτρονική απόδειξη μέσω εντολών υποβολής και διατήρησης στοιχείων σε ποινικές διαδικασίες: νομοθετικό πλαίσιο - σκέψεις με αφορμή τον νέο Κανονισμό (ΕΕ) 2023/15434
(i) Με τον άρτι εκδοθέντα ως άνω Κανονισμό5 επιχειρείται η επίλυση του ζητήματος της συλλογής και διατήρησης ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων στον ενωσιακό χώρο.
Για τον ορισμό βλ. Δ. Τσιλίκης «Η διασυνοριακή συλλογή ηλεκτρονικών αποδείξεων στον ενωσιακό χώρο – Προβληματισμοί για τη σχεδιαζόμενη νομοθετική ρύθμιση της η-απόδειξης (e-
evidence)» ΠΧ 2021, σελ. 241 με παραπομπή στον ορισμό των Μason/Seng, «[...] electronic evidence data: (comprising the output of analogue devices or data in digital form) that is
manipulated, stored or communicated by any manufactured device, computer or computer system or transmitted over a communication system, that has the potential to make the factual account of
either party more probable or less probable than it would be without the evidence».
4Προσπελάσιμο το περιεχόμενό του στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://eur-lex.europa.eu/legal- content/EL/TXT/?uri=CELEX:32023R1543.
Σελίδα 3 από 22
Αντικείμενο του Κανονισμού είναι η θέσπιση κανόνων σύμφωνα με τους οποίους αρχή κράτους μέλους, σε ποινική διαδικασία, μπορεί να εκδώσει ευρωπαϊκή εντολή υποβολής στοιχείων ή ευρωπαϊκή εντολή διατήρησης στοιχείων6
Ευρωπαϊκή εντολή υποβολής στοιχείων είναι η απόφαση με την οποία διατάσσεται η υποβολή ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων, και η οποία εκδίδεται ή επικυρώνεται από δικαστική αρχή κράτους μέλους, κατά τα ειδικώς οριζόμενα στον Κανονισμό, ενώ ευρωπαϊκή εντολή διατήρησης στοιχείων είναι η απόφαση με την οποία διατάσσεται η διατήρηση ηλεκτρονικών αποδεικτικών στοιχείων για τους σκοπούς επακόλουθου αιτήματος
υποβολής στοιχείων, η οποία εκδίδεται ή επικυρώνεται από δικαστική αρχή κράτους μέλους, κατά τα ειδικώς οριζόμενα στον Κανονισμό 7.
Στόχος της ρύθμισης είναι η καταπολέμηση του εγκλήματος σε επίπεδο Ε.Ε. μέσω της δημιουργίας αποτελεσματικών μηχανισμών και της συνακόλουθης εξασφάλισης κατά τον τρόπο αυτό του ενιαίου χώρου ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εντός της
ένωσης8.
Στο πλαίσιο αυτό κρίθηκε σκόπιμο να επιτευχθεί η συνεργασία μεταξύ: α) των αρχών επιβολής του νόμου, β) έτερων τρίτων χωρών και γ) παρόχων ψηφιακών υπηρεσιών που δραστηριοποιούνται σε ευρωπαϊκό έδαφος. Σημειώνεται ότι, η νομοθετική αυτή πρωτοβουλία σε ενωσιακό επίπεδο αντανακλά την επίδραση από την