Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Επιμένει η Κοβέσι, για το άρθρο 86!


ΠΗΓΗ: EΣΤΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ

O "πέλεκυς" του Δικαστηρίου της Ευρωπαικής Ενωσης επικρέμαται συνέχεια πάνω από την κυβέρνηση, για τον τρόπο με τον οποίο  προσπαθεί, να εργαλειοποιήσει την ελληνική νομοθεσία, για να επηρεάσει τη λειτουργία της EPPO στην Ελλάδα και να μειώσει ή να εξαλείψει τις ποινικές και πολιτικές συνέπειες από τις έρευνες των ευρωπαίων εισαγγελέων, ενόψει μάλιστα εκλογών.

Η πρώτη φορά, που η Ευρωπαία Εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι επικαλέστηκε την... "απειλή" του  Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν στο "Φόρουμ των Δελφών", όπου αναφερόμενη στην ανανέωση της θητείας των τριών εντεταλμένων Ευρωπαίων Εισαγγελέων προειδοποίησε πως σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο απορρίψει την παράταση της παραμονής τους και της απόσπασης τους στην EPPO, τότε η διαφωνία θα λυθεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο.

«Ποιος έχει συμφέρον να απομακρύνει αυτούς τους εισαγγελείς από τις υποθέσεις, ενώ έχουν κάνει σπουδαία δουλειά; Γιατί να σταματήσουν οι εισαγγελείς που εργάζονται στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ;», είχε διερωτηθεί η κ. Κοβέσι τότε.

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο προχώρησε τελικά στην ανανέωση της θητείας των τριών Ελλήνων Εισαγγελέων, που υπηρετούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, κάτι που δεν επιθυμούσαν πολλοί στην Κυβέρνηση.

 Ο Αρειος Πάγος  ανανέωσε την θητεία των εντεταλμένων ευρωπαίων εισαγγελέων Πόπης Παπανδρέου, Διονύση Μουζάκη και Χαρίκλειας Θάνου για δύο χρόνια και όχι για πέντε όπως είχε αποφασίσει το Κολέγιο των Εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και η εξέλιξη αυτή ερμηνεύτηκε από πολλούς ως  «επίδειξη αντίστασης της ελληνικής κυβέρνησης και της ηγεσίας της Δικαιοσύνης απέναντι στις  έρευνες της ευρωπαϊκής εισαγγελίας», που έχουν προκαλέσει πανικό στο Μέγαρο Μαξίμου. Αλλοι κάνουν λόγο για μια προσπάθεια προσωρινής εκεχειρίας  ανάμεσα στον ευρωπαϊκό κανονισμό και την ελληνική κυβέρνηση, καθώς ο ορίζοντας προβλέπεται νεφελώδης για τον πρωθυπουργό και την κυβέρνησης του, αφού η Ευρωπαική Εισαγγελία αναμένεται να αποστείλει κι άλλες δικογραφίες με εμπλοκή πολιτικών σε οικονομικά σκάνδαλα στη χώρα μας.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η επιλογή της διετούς παράτασης αντί της πλήρους πενταετούς ανανέωσης ερμηνεύεται από ορισμένους ως ένα μήνυμα επιφυλακτικότητας και φόβου απέναντι στην πλήρη «αυτονόμηση» της ευρωπαϊκής εισαγγελικής δομής στην Ελλάδα και βέβαια δυσφορίας για το γεγονός ότι η ευρωπαϊκή εισαγγελία έχει προκαλέσει τεράστιο πολιτικό πρόβλημα στην κυβέρνηση με τις έρευνες της για τον ΟΠΕΚΕΠΕ και όχι μόνο...

Οσοι μιλούσαν για σφοδρή ενόχληση της Ευρωπαικής Εισαγγελίας απέναντι στην Κυβέρνηση και τη Δικαιοσύνη επιβεβαιώθηκαν πλήρως, μετά τις πρόσφατες εξελίξεις, όπου πήταν σάρκα και οστά όσα κατά καιρούς έχει υποστηρίζει η Ευρωπαία Εισαγγελέας με  αιχμές για εμπόδια, καθυστερήσεις και θεσμικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί σε ορισμένα κράτη-μέλη, όπως η Ελλάδα.

Η δυσφορία της Ευρωπαίας Εισαγγελέα κ. Κοβέσι αποτυπώθηκε σε δύο επιστολές - φωτιά, που απέστειλε  προς τον υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη, με αιχμές και βέλη,  για τον τρόπο με τον οποίο η ελληνική νομοθεσία επηρεάζει τη λειτουργία της EPPO στην Ελλάδα.

Μετά την ανανέωση της θητείας των τριών εντεταλμένων ευρωπαίων εισαγγελέων και στις δύο περιπτώσεις, στις οποίες αναφέρεται στις επιστολές της η κ. Κοβέσι, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο προσφυγής στο Δικαστήριο της Ευρωπαικής Ενωσης, όπου επιλύονται οι διαφωνίες ως προς το ποιό δίκαιο υπερισχύει. Της Ευρωπαικής Εισαγγελίας ή το δίκαιο της εσωτερικής έννομης τάξης ενός κράτους - μέλους, όπως η Ελλάδα!

Η πρώτη επιστολή, με ημερομηνία 24 Απριλίου 2026, εστάλη μετά την επίσκεψη της κ. Κοβέσι στην Αθήνα και τη συνάντησή της με τον υπουργό Δικαιοσύνης.

Σύμφωνα με πληροφορίες,  επίκεντρο της συζήτησης τότε, ήταν μεταξύ άλλων  οι απαραίτητες θεσμικές παρεμβάσεις, ώστε να επιταχυνθεί και να ενισχυθεί η δράση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα.

Από το περιεχόμενο της επιστολής ωστόσο, καταδεικνύεται ότι οι επιφυλάξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ήταν πολύ βαθύτερες, καθώς η  κ. Κοβέσι επισημαίνει ότι συγκεκριμένες διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας βρίσκονται σε ευθεία σύγκρουση με τον κανονισμό λειτουργίας της EPPO, δημιουργώντας γραφειοκρατικά εμπόδια, επικαλύψεις αρμοδιοτήτων και καθυστερήσεις σε υποθέσεις που αφορούν ευρωπαϊκά κονδύλια και οικονομικά εγκλήματα.

Στην επιστολή της η Ευρωπαία Εισαγγελέας  εστιάζει στη διαφοροποίηση που επιβάλλει η ελληνική νομοθεσία μεταξύ των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων ανάλογα με τον βαθμό που κατείχαν πριν τον διορισμό τους στην EPPO. Όπως σημειώνει, αυτό έχει ως αποτέλεσμα η ίδια υπόθεση να απαιτεί εμπλοκή περισσοτέρων του ενός εισαγγελέων σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας, προκαλώντας περιττές καθυστερήσεις και διπλή εργασία.

Η θέση της είναι σαφής: ο κανονισμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν προβλέπει τέτοιου είδους διαφοροποιήσεις και θεωρεί ότι όλοι οι Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς πρέπει να έχουν πλήρη δυνατότητα άσκησης των αρμοδιοτήτων τους από την αρχή έως το τέλος μιας ποινικής διαδικασίας.

Στο στόχαστρο της Ευρωπαίας εισαγγελέως μπαίνει και ο ρόλος του ανακριτή στην ελληνική ποινική διαδικασία.

 Όπως επισημαίνει, σε υποθέσεις κακουργηματικού χαρακτήρα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της EPPO, βασικές ανακριτικές πράξεις εξακολουθούν να ασκούνται αποκλειστικά από εθνικό ανακριτή, γεγονός που – κατά την ερμηνεία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας – συνιστά αδικαιολόγητη παρέμβαση στις αρμοδιότητές της.

Στην επιστολή της η  κ. Κοβέσι υπενθυμίζει ότι σε άλλα κράτη-μέλη με αντίστοιχες δικαστικές δομές, όπως η Γαλλία και η Ισπανία, έχουν ήδη θεσπιστεί ειδικές εξαιρέσεις, ώστε να μην παρεμποδίζεται η λειτουργία της EPPO.

Η κ. Κοβέσι επισημαίνει ιδιαίτερα τη  διαδικασία αρχειοθέτησης υποθέσεων, που ισχύει στη χώρα μας. Σύμφωνα με το ισχύον νομικό πλαίσιο στην Ελλάδα, οι Ευρωπαίοι εντεταλμένοι εισαγγελείς υποχρεούνται να ζητούν έγκριση από εισαγγελέα Εφετών για την αρχειοθέτηση υπόθεσης λόγω έλλειψης στοιχείων — μια διαδικασία που η EPPO θεωρεί αδικαιολόγητη παρέμβαση στις αρμοδιότητές της.

Από τα πιό κρίσιμα σημεία στην επιστολή της κ. Κοβέσι θεωρείται η αναφορά της στο άρθρο 86 του Συντάγματος, σύμφωνα με το οποίομόνο η Βουλή μπορεί να κινήσει διαδικασίες διερεύνησης κατά εν ενεργεία ή πρώην υπουργών για αδικήματα που σχετίζονται με την άσκηση των καθηκόντων τους.

Δεν είναι η πρώτη φορά που το άρθρο 86 αποτελεί σημείο τριβής της κ. Κοβέσι με την ελληνική κυβέρνηση.

Η Ευρωπαία εισαγγελέας στην επιστολή της επαναλαμβάνει την πάγια θέση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ότι, η συγκεκριμένη πρόβλεψη περιορίζει ουσιαστικά τις εξουσίες της EPPO, παραβιάζοντας την αρχή της υπεροχής του ευρωπαϊκού δικαίου και δημιουργώντας ειδικό καθεστώς μεταχείρισης για συγκεκριμένες κατηγορίες προσώπων, όπως οι υπουργοί.

Ακόμη πιο αιχμηρή εμφανίζεται η δεύτερη επιστολή της Ευρωπαίας Εισαγγελέα, η οποία εστάλη στον κ. Φλωρίδη, μετά την αιφνιδιαστική κατάθεση τροπολογίας του υπουργείου Δικαιοσύνης για την επιτάχυνση εκδίκασης υποθέσεων που αφορούν βουλευτές.

Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξέφρασε οργισμένη δυσαρέσκεια τόσο για τη διαδικασία του κατεπείγοντος όσο και για την ίδια τη διάταξη, υποστηρίζοντας ότι στην αρχική της μορφή επιχειρούσε ουσιαστικά να αφαιρέσει από τους Ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς τον έλεγχο των σχετικών ερευνών, μεταφέροντας την κύρια ανακριτική διαδικασία σε εθνικό δικαστικό λειτουργό.

Η Κοβέσι χαρακτηρίζει τη ρύθμιση «σαφώς ασυμβίβαστη» με το ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο, προειδοποιώντας ότι τέτοιες παρεμβάσεις θέτουν σε κίνδυνο την αποτελεσματική προστασία του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα.

Το πιο βαρύ σημείο της επιστολής, ωστόσο, είναι η ευθεία αναφορά στο κράτος δικαίου.

Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, εάν τέτοιες αλλαγές υιοθετηθούν στην προτεινόμενη μορφή τους, δημιουργούν «σοβαρές ανησυχίες από την άποψη του σεβασμού του κράτους δικαίου».

Η παρέμβαση της κ. Κοβέσι είχε αποτέλεσμα, καθώς ο υπουργός Δικαιοσύνης αναγκάστηκε να επιφέρει βελτιώσεις στο κείμενο της τροπολογίας, όπως στο σημείο που αφορά τη ρητή διασφάλιση των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Συγκεκριμένα προστέθηκε διάταξη που ξεκαθαρίζει ότι οι νέες διαδικασίες-εξπρές εφαρμόζονται «με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας».

Ωστόσο, το βασικό σώμα της τροπολογίας για τους Έλληνες βουλευτές δεν αποσύρθηκε και προβλέπει ότι, οι υποθέσεις πλημμελημάτων βουλευτών (μετά την άρση ασυλίας) οδηγούνται απευθείας στο ακροατήριο εντός το πολύ τριών μηνών.

Εκλογές έρχονται γαρ...

Στο μεταξύ, όπως προκύπτει από απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαικής Ενωσης, στην οποία αναφέρθηκε η κ. Κοβέσι, σε προσφυγή Ισπανού ανακριτή, σε υπόθεση για απάτη σχετικά με επιδοτήσεις και για πλαστογραφία σε σχέση με τη χρηματοδότηση ενός έργου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ανώτατο Δικαστήριο της Ευρώπης (ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 8ης Απριλίου 2025 στην υπόθεση C-292/23) αναγνωρίζει την  αρχή της δικονομικής αυτονομίας των κρατών μελών.

Ωστόσοι ότι,  "απόκειται στην εσωτερική έννομη τάξη εκάστου κράτους μέλους να θεσπίσει τους δικονομικούς κανόνες των ένδικων βοηθημάτων και μέσων που είναι αναγκαία για να διασφαλίζεται ο σεβασμός του δικαιώματος των ιδιωτών σε αποτελεσματική δικαστική προστασία στους τομείς που καλύπτονται από το δίκαιο της Ένωσης, υπό τον όρο, ωστόσο, ότι οι κανόνες αυτοί δεν είναι, στις καταστάσεις που εμπίπτουν στο δίκαιο της Ένωσης, λιγότερο ευνοϊκοί από τους διέποντες παρόμοιες καταστάσεις που υπόκεινται στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) και δεν καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή υπερβολικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων που απονέμει το δίκαιο της Ένωσης (αρχή της αποτελεσματικότητας).

Με δυό λόγια το δικαστήριο αναγνωρίζει ότι, κατισχύει το Δίκαιο της Ενωσης και κατ΄επέκταση ο κανονισμός της Ευρωπαικής Εισαγγελίας.