ΠΗΓΗ: "ΕΣΤΙΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ"
Προ των ευθυνών του βρίσκεται ο Αρειος Πάγος, μετά τη μηνυτήρια αναφορά - βόμβα του εν ενεργεία ανώτερου στελέχους της ΕΥΠ Γιάννη Παπαδόπουλου, που, μεταβάλλει ριζικά τα δεδομένα και προσδίδει στην υπόθεση χαρακτηριστικά εθνικής απειλής.
Η νέα δικαστική εξέλιξη για το σκάνδαλο των υποκλοπών, συνιστά έναν θεσμικό «καθρέφτη» για την ηγεσία της ανώτατης δικαστικής εξουσίας, η οποία καλείται πλέον να αποδείξει αν διαθέτει τη βούληση να φτάσει το μαχαίρι μέχρι το κόκκαλο ή αν θα επιτρέψει να πλανάται η σκιά της συγκάλυψης πάνω από μια υπόθεση που πλήγωσε βαθιά το κράτος δικαίου.
Η νέα δικαστική εξέλιξη ωστόσο σηματοδοτεί ότι, η έρευνα για τις υποκλοπές δεν μπορεί πλέον να περιοριστεί, καθώς είτε η ανάσυρση της υπόθεσης ή η έναρξη μιας νέας αυτόνομης έρευνας αγγίζει πλέον τον σκληρό πυρήνα της κρατικής εξουσίας. Με δεδομένο ότι, με δική του απόφαση αμέσως μετά τις εκλογές του 2019, πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ είναι ο ίδιος ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, η δικαστική αναζωπύρωση της υπόθεσης αποκτά εκρηκτικές πολιτικές διαστάσεις.
Η μήνυση του ανώτατου στελέχους της ΕΥΠ στρέφεται ευθέως κατά των τεσσάρων επιχειρηματιών και στελεχών που έχουν ήδη καταδικαστεί σε πρώτο βαθμό για την υπόθεση του Predator —των Ταλ Ντίλιαν, Φέλιξ Μπίτζιου, Γιάννη Λαβράνου και Σάρας Χάμου, ενώ παράλληλα κάνει λόγο, για κατασκοπεία σε βάρος της χώρας, καθώς ο μηνυτής ξεκαθαρίζει ότι, η δική του περίπτωση επιμόλυνσης με το λογισμικό Predator διαφέρει ριζικά από εκείνες των ιδιωτών, των δημοσιογράφων ή των πολιτικών προσώπων.
Οπως εξήγησε και ο συνήγορος του Απόστολος Πόντας λόγω της ανώτατης θέσης του στην Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών, ο κ. Παπαδόπουλος διαχειριζόταν καθημερινά άκρως απόρρητα έγγραφα και ευαίσθητες πληροφορίες που άπτονται της εθνικής ασφάλειας. Συνεπώς, η παγίδευση του δικού του τηλεφώνου δεν συνιστά μια απλή παραβίαση προσωπικών δεδομένων, αλλά κατασκοπεία σε βάρος του ελληνικού κράτους, καθώς οι δράστες απέκτησαν πρόσβαση στα βαθύτερα μυστικά της ΕΥΠ.
Σύμφωνα με όσα είπε και δημόσια ο νομικός παραστάτης του κ. Παπαδόπουλου, με τη μήνυση αποδίδεται επίσης στα εμπλεκόμενα πρόσωπα το βαρύ κακούργημα της συγκρότησης ή ένταξης σε εγκληματική οργάνωση, αποδεικνύοντας ότι το Predator δεν λειτούργησε ως μια μεμονωμένη εμπορική εφαρμογή, αλλά ως το βασικό εργαλείο ενός δομημένου και διαρκούς εγκληματικού δικτύου.
Ο μηνυτής ζητά ρητά από τις δικαστικές αρχές να επεκτείνουν την έρευνά τους, προκειμένου να αποκαλυφθεί το πλήρες δίκτυο που κρύβεται πίσω από τις παρακολουθήσεις και να ταυτοποιηθούν όλοι όσοι συμμετείχαν ή διευκόλυναν τη δράση του, είτε ως ηθικοί αυτουργοί, είτε ως άμεσοι συνεργοί.
Τη μηνυτήρια αναφορά του κ. Παπαδόπουλου παρέλαβε ο εισαγγελέας υπηρεσίας στην Εισαγγελία Πρωτοδικών της Αθήνας. Σύμφωνα με πληροφορίες, ο προιστάμενος της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αριστείδης Κορρέας επρόκειτο να τη διαβιβάσει στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελο Μπακέλα, ο οποίος έχει ήδη επαναρχειοθετήσει την υπόθεση, την οποία είχε αρχειοθετήσει ο προκάτοχος του Κώστας Τζαβέλας, αλλά και ο επίτιμος Αντεισαγγελέας ΑΠ Αχιλλέας Ζήσης, με τις "ευλογίες" της τότε Εισαγγελέα ΑΠ Γεωργίας Αδειλίνη.
Με βαση το ιστορικό των αλλεπάλληλων αρχειοθετήσεων της υπόθεσης, οι δικονομικές επιλογές της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου είναι οι εξής:
Η πρώτη δυνατότητα είναι να κριθεί ότι τα στοιχεία της μήνυσης συνδέονται με το προηγούμενο υλικό των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και δεν προσθετουν νεότερα στοιχεία στον ήδη σχηματισθέντα φάκελο. Αποτέλεσμα θα είναι να επαναρχειοθετηθει η υπόθεση από τον Αρειο Πάγο.
Η πρώτη δυνατότητα είναι να κριθεί ότι τα στοιχεία της μήνυσης συνδέονται με το προηγούμενο υλικό των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και δεν προσθετουν νεότερα στοιχεία στον ήδη σχηματισθέντα φάκελο. Αποτέλεσμα θα είναι να επαναρχειοθετηθει η υπόθεση από τον Αρειο Πάγο.
Η επιλογή αυτή όσο κι αν ευννοεί την Κυβέρνηση , ενδεχομένως να αποτελέσει ένα ακόμη πλήγμα στο ήδη βαριά τρωθέν κύρος της Δικαιοσύνης, ενω εάν αποδειχθεί εκ των υστέρων ότι η μήνυση περιείχε κρίσιμα στοιχεία που αγνοήθηκαν, η Δικαιοσύνη θα κατηγορηθεί για εσκεμμένη τυφλότητα. Επιπλέον, ανοίγει ο δρόμος για νέες προσφυγές σε ευρωπαϊκά δικαστικά όργανα, εκθέτοντας τη χώρα διεθνώς.
Η δεύτερη δυνατότητα είναι η μήνυση να συσχετιστεί με την αρχική υπόθεση των υποκλοπών και τα στοιχεία της να κριθούν τόσο επιτακτικά, ώστε να επιβάλλουν την ανάσυρση ολόκληρης της δικογραφίας από το αρχείο.
Σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ), η ανάσυρση μιας δικογραφίας από το αρχείο απαιτεί την εισφορά «νέων ουσιωδών γεγονότων ή αποδεικτικών στοιχείων». Η μήνυση ενός προσώπου που προέρχεται εκ των έσω της ΕΥΠ, φέρει εκ των πραγμάτων το ειδικό βάρος της «ένορκης μαρτυρίας», η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως κρίσιμο νέο αποδεικτικό μέσο, ικανό να ανατρέψει το σκεπτικό της προηγούμενης αρχειοθέτησης.
Μιά τόσο σοβαρή εξέλιξη γκρεμίζει το κυβερνητικό αφήγημα ότι «το θέμα των υποκλοπών έκλεισε δικαστικά», ενω κυβερνητικά στελέχη και στενοί συνεργάτες που βρέθηκαν στο παρελθόν στο επίκεντρο της κριτικής —όπως ο πρώην γενικός γραμματέας του πρωθυπουργού, Γρηγόρης Δημητριάδης, θα βρεθούν ξανά κάτω από το μικροσκόπιο μιας εν εξελίξει δικαστικής έρευνας.
Η τρίτη δυνατότητα είναι η μήνυση να αξιολογηθεί αυτόνομα ως νέα υπόθεση, εφόσον τα καταγγελλόμενα περιστατικά εισφέρουν καινούργια, άγνωστα μέχρι σήμερα δεδομένα για τη δράση του παρακράτους των παρακολουθήσεων και να ξεκινήσει νέα έρευνα, για τη συγκεκριμένη δικογραφία.
Οποια κι αν είναι η εξέλιξη, η μηνυτήρια αναφορά Παπαδόπουλου σηματοδοτεί το άνοιγμα ενός νέου δικαστικού μετώπου, που σημαίνει ότι το σκάνδαλο των υποκλοπών θα παραμείνει ενεργό μέτωπο, για την κυβέρνηση σε μιά χρονική συγκυρία, που υνδέεται άρρηκτα με τις επικείμενες εθνικές εκλογές.
Το διακύβευμα για τον Άρειο Πάγος ξεπερνά τα στενά όρια της νομικής τυπολατρίας. Η υπόθεση Παπαδόπουλου προσφέρει στην ηγεσία της Δικαιοσύνης την ευκαιρία –είτε μέσω της ανάσυρσης βάσει του άρθρου 43 του ΚΠΔ, είτε μέσω μιας νέας αυτόνομης έρευνας– να αποτινάξει τις υποψίες περί πολιτικής κηδεμονίας.
Ο Άρειος Πάγος βρίσκεται, προ των ιστορικών ευθυνών του. Η ιστορία δεν θα κρίνει μόνο τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς των υποκλοπών, αλλά και εκείνους που είχαν το θεσμικό καθήκον να τους ελέγξουν και επέλεξαν τον δρόμο της σιωπής.
