Κυριακή 4 Αυγούστου 2024

"Εμφυλιος" στον Αρειο Πάγο, μετά την κατακραυγή, για τις υποκλοπές!


ΠΗΓΗ: "Εστία της Κυριακής"

Δεν είναι η πρώτη φορά από την ημέρα, που ανέλαβε τα ηνία της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου η εισαγγελέας Γεωργία Αδειλίνη, που η Δικαιοσύνη βγαίνει βαριά τραυματισμένη από τους χειρισμούς της.

Αλλωστε, δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που, η κ. Αδειλίνη βρέθηκε στη δυσχερή θέση, να προσπαθεί να διαψεύσει τις καταγγελίες της Μαρίας Καρυστιανού και άλλων γονέων ή συγγενών θυμάτων των Τεμπών, σύμφωνα με τις οποίες σε συνάντηση μαζί τους, τους παρέπεμψε για... παρηγοριά στην εκκλησία, λέγοντας επιπλέον ότι ο αβάσταχτος πόνος αυτών των ανθρώπων και η δίκαιη οργή τους δικαιολογεί τυχόν παρερμηνείες των όσων τους όσων είπε.

«Δεν είμαι απέναντί τους, αλλά μαζί τους», ήταν η χαρακτηριστική της φράση της.


Η υπόθεση της αρχειοθέτησης του σκανδάλου των υποκλοπών, που θεωρήθηκε το μεγαλύτερο σκάνδαλο της Μεταπολίτευσης, ξεχείλισε το ποτήρι, καθώς σύσσωμη η Αντιπολίτευση ζήτησε να κληθεί στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου κ. Αδειλίνη και ο Αντεισαγγελέας ΑΠ Αχιλλέας Ζήσης, προκειμένου να δώσουν εξηγήσεις επί του πορίσματος, για τις υποκλοπές.

Δυστυχώς, η κυβερνητική πλειοψηφία όρθωσε τείχος προστασίας στην κ. Αδειλίνη, απορρίπτοντας το αίτημα κλήσης της και απεμπολώντας ουσιαστικά το δικαίωμα της Βουλής, να ακροάται τον εισαγγελέα.

Αντίθετα, όλα τα κόμματα της Αντιπολίτευσης, ζήτησαν να κληθούν στη Βουλή η κ. Αδειλίνη και ο κ. Ζήσης.

Η κ. Αδειλίνη δεν προσήλθε στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής, παρά το γεγονός ότι, η υπόθεση των υποκλοπών είναι τεράστιο πολιτικό θέμα, αφού αγγίζει την καρδιά της Κυβέρνησης, καθώς η εποπτεία της ΕΥΠ είναι θέμα του ίδιου του Πρωθυπουργού.

Αντίθετα, δεν είχε πρόβλημα η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου να παραβρεθεί στο 9ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, το οποίο διοργανώνεται από ιδιώτες!

Και όχι μόνον πήγε η κ. Αδειλίνη στο Forum των Δελφών, αλλά εκεί επέλεξε, να πάρει θεση για πρώτη φορά δημοσίως, για την καταγγελία της Μαρίας Καρυστιανού ότι, παρέπεμψε συγγενείς θυμάτων των Τεμπών στην Εκκλησία.

Οι ενέργειες της ανώτατης εισαγγελέα στην υπόθεση των υποκλοπών, σύμφωνα με πληροφορίες, προκάλεσαν δυνατούς τριγμούς και στο εσωτερικό της Δικαιοσύνης, καθώς ορισμένοι και μάλιστα εντός του Αρείου Πάγου, ενοχλήθηκαν σφόδρα απο την κατακραυγή, που προκάλεσε η αρχειοθέτηση της υπόθεσης των υποκλοπών, για την οποία μάλιστα υπήρξε καθολική ομοβροντία από το σύνολο των ΜΜΕ.

Σύμφωνα με πληροφορίες, ανώτατες δικαστικές πηγές, πολύ κοντά

στην κ. Αδειλίνη, σχολιάζοντας το σχεδόν 300 σελίδων (για την ακρίβεια 287) πόρισμα του Αντεισαγγελέα ΑΠ Αχιλλέα Ζήση, με το οποίο απάλλαξε από οποιαδήποτε ευθύνη την ΕΥΠ, ή άλλη κρατική υπηρεσία για τις υποκλοπές δεκάδων πολιτικών, Υπουργών, εισαγγελέων, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών, αναγνωρίζοντας ευθύνες μόνο σε τέσσερις ιδιώτες, εκπροσώπους δύο εταιρειών εμπορίας λογισμικού της Intellexa και της Krikel, για τους οποίους, μάλιστα ζητείται, να κατηγορηθούν για παραβίαση του νόμου για το τηλεφωνικό απόρρητο και τα προσωπικά δεδομένα (πλημμέλημα), τόνισαν:

"Τριακόσιες σελίδες πόρισμα, γιά ένα αδίκημα του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου? Περισσότερο σε... απολογία προσομοιάζει"!

Και μπορεί μεν η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδας να εξέδωσε ανακοίνωση, με την οποία στήριξε ουσιαστικά την Εισαγγελέα ΑΠ κ. Αδειλίνη και τον Αντειεσαγγελέα ΑΠ κ. Ζήση, διαβεβαιώνοντας ότι "οι Εισαγγελικοί Λειτουργοί ασκούν τα καθήκοντά τους με απόλυτη ευσυνειδησία, κατά το χειρισμό κάθε υπόθεσης ενεργούν σύμφωνα με το νόμο και τη συνείδησή τους, με βάση το αποδεικτικό υλικό, και δεν χειραγωγούνται, ούτε επηρεάζονται από ευθείες ή έμμεσες απειλές και πιέσεις από οποιαδήποτε πηγή και αν αυτές προέρχονται".

Ωστόσο δεν περνάει απαρατήρητο ότι, Πρόεδρος της Ενωσης Εισαγγελέων είναι ο ίδιος ο κ. Ζήσης!

Στο πόρισμα δεν αποδίδεται καμία ευθύνη στην ΕΥΠ, ή άλλη κρατική υπηρεσία για τις υποκλοπές δεκάδων πολιτικών, Υπουργών, εισαγγελέων, δημοσιογράφων και επιχειρηματιών, καθώς, όπως συνοψίζει ο εισαγγελικός λειτουργός , κατά το επίμαχο διάστημα της έρευνας, δε διαπιστώθηκε καμία σύμβαση μεταξύ της ΕΥΠ και της Intellexa και των άλλων εταιρειών που μπήκαν «στο κάδρο» της έρευνας.

«Λάδι» βγήκαν ο πρώην διοικητής της ΕΥΠ, Παναγιώτης Κοντολέων, η πρώην εισαγγελέας της ΕΥΠ Βασιλική Βλάχου, και βεβαίως το άλλοτε δεξί χέρι του Πρωθυπουργού, Γρηγόρης Δημητριάδης.

Σύμφωνα με δικαστικές και νομικές πηγές, που μελέτησαν το πόρισμα του Αντεισαγγελέα ΑΠ κ. Ζήση, το οποίο υιοθέτησε με... πανηγυρισμούς σε μακροσκελή ανακοίνωση της η Εισαγγελέας ΑΠ κ. Αδειλίνη, από τις μεγαλύτερες αδυναμίες του είναι ότι, καταλήγει αυθαίρετα στο συμπέρασμα πως μόνο δύο από τους 116 στόχους του λογισμικού κατασκοπείας Predator επιμολύνθηκαν.

Κατά τον εισαγγελέα τα κινητά τηλέφωνα του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη και της πρώην μάνατζερ ασφαλείας της Facebook (META), Άρτεμις Σίφορντ, ήταν τα μόνα που παγιδεύτηκαν διότι «οι υπόλοιποι αποδέκτες μηνυμάτων δεν άνοιξαν τα links που έλαβαν».

Αναφέρει ο κ. Ζήσης:

«Στην προκειμένη περίπτωση τα lίnks που είχαν λάβει και είχαν ανοίξει η Αρτεμις Σίφορντ και ο Αθανάσιος Κουκάκης ήταν αντίστοιχα τα «emvolίo-gov.gr» και «blogspot.edolίo.com» , ενώ οι υπόλοιποι αποδέκτες μηνυμάτων δεν άνοιξαν τα links που έλαβαν. Με την πράξη τους αυτή οι κατηγορούμενοι απέκτησαν χωρίς τη ρητή συναίνεση των νόμιμων δικαιούχων, πρόσβαση σε μέρος ή στο σύνολο συστήματος πληροφοριών η σε ηλεκτρονικά δεδομένα των παθόντων Αρτεμις Σίφορντ και Αθανασίου Κουκάκη, ενώ στις λοιπές 114 περιπτώσεις επιχείρησαν να αποκτήσουν πρόσβαση σε μέρος ή στο σύνολο συστήματος πληροφοριών ή σε ηλεκτρονικά δεδομένα των παθόντων, το έγκλημά τους όμως στην τελευταία περίπτωση δεν ολοκληρώθηκε για λόγους ανεξάρτητους από τη θέλησή τους, εν όψει του ότι οι υπόλοιποι-πλην των ανωτέρω δύο- αποδέκτες δεν άνοιξαν τα lίnks που έλαβαν».

Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, "η παραδοχή αυτή δεν τεκμηριώνεται με στοιχεία, καθώς δεν κλήθηκαν να καταθέσουν όλοι οι στόχοι του Predator, ούτε έγινε έλεγχος των κινητών τους τηλεφώνων, κάτι που δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για την πληρότητα και την ακρίβεια της έρευνας".

Οταν μάλιστα, σύμφωνα με έγγραφα, στα θύματα των υποκλοπών, συγκαταλέγονται πρόσωπα ακόμη και της Δικαιοσύνης, όπως Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Χρήστος Μπαρδάκης, ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ Κωνσταντίνος Φλώρος, πλήθος υπουργών (Δένδιας, Χατζηδάκης, Θεοδωρικάκος, Χρυσοχοΐδης, Γεραπετρίτης, Γεωργιάδης, Πλεύρης κ.ά.), ο πρώην επίτροπος Δημήτρης Αβραμόπουλος, στελέχη της ΕΛ.ΑΣ., γενικοί διευθυντές υπουργείων και κανένας από αυτούς δεν κλήθηκε, να καταθέσει, ενώ όλοι διαχειρίζονταν και διαχειρίζονται υψίστης σημασίας θέματα, τα κενά της έρευνας Ζήση είναι μεγαλώνουν...

Επιπλέον το πόρισμα δεν αναφέρεται σε τεχνικό έλεγχο από διεθνή εργαστήρια, παρά το γεγονός ότι το Citizens Lab του Πανεπιστημίου του Τορόντο, που επιβεβαίωσε τη στόχευση του Κουκάκη και της Σίφορντ, προσφέρθηκε να βοηθήσει στη διαλεύκανση του σκανδάλου στην Ελλάδα.

Σκληρή είναι η κριτική, που δέχτηκε η κ. Αδειλίνη και για το γεγονός ότι, εξέδοσε ανακοίνωση, για την υπόθεση της αρχειοθέτησης της υπόθεσης των υπικλοπών.

Ανώτατες δικαστικές πηγές χαρακτήρισαν την ανακοίνωση "αδόκιμη δικαστικά τακτική", ενώ τόνισαν ότι, πρόκειται για ένα κείμενο καθαρά επικοινωνιακό και όχι "στεγνά" νομικό.

Μάλιστα ο καθηγητής συνταγματικού Δικαίου Νίκος Αλιβιζάτος τοποθετήθηκε δημόσια, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι, "ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι, για μια τέτοια υπόθεση, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου όφειλε να εκδώσει ειδική ανακοίνωση (κάτι που δεν προβλέπεται), η κ. εισαγγελεύς θα έπρεπε να κρατήσει τις αποστάσεις που προσήκουν στη θέση της".

Ο κ. Αλιβιζάτος αναρωτιέται αν οι κατηγορηματικές διαπιστώσεις της κ. Αδειλίνη ότι, οι παρακολουθήσεις του Predator δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με αυτές της ΕΥΠ, προδίδουν προκατάληψη. Κι αυτό γιατί μόνο από σατανική σύμπτωση μπορεί να συμβαίνει 28 άνθρωποι να παρακολουθούνται ταυτοχρόνως και από το Predator και από την ΕΥΠ".

Σφοδρές αντιδράσεις προκάλεσε η φράση "αναντίλεκτα", που επέλεξε να χρησιμοποιήσει η κ. Αδειλίνη στην ανακοίνωση της, για υποστηρίξει ότι οι παρακολουθήσεις του Predator δεν είχαν καμιά απολύτως σχέση με αυτές της ΕΥΠ, ενώ θα αρκούσε η στερεότυπη διατύπωση ότι «δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις» για να κινηθεί ποινική διαδικασία εις βάρος των εμπλεκόμενων κρατικών λειτουργών (της ΕΥΠ και άλλων υπηρεσιών).

Το ίδιο ισχύει και για τη φράση «απαρέγκλιτα», που η κ. Αδειλίνη χρησιμοποίησε για να πληροφορήσει ότι, από την προκαταρκτική εξέταση προέκυψε ότι, η τότε Εισαγγελέας της ΕΠΥ Βασιλική Βλάχου, τήρησε τη νόμιμη διαδικασία όταν διέτασσε την άρση του απορρήτου δεκάδων πολιτών.

Βαριά ερωτηματικά προκάλεσε η στάση της κ. Αδειλίνη, που υιοθέτησε χωρίς δισταγμό, την άποψη ότι οι διαταχθείσες παρακολουθήσεις ήταν νομικά άψογες, όταν μεταξύ των προσώπων, που ήταν στόχοι παρακολούθησης – και μάλιστα επί διετία– περιλαμβανόταν και ο πρώην επικεφαλής της Εισαγγελίας Οικονομικού Εγκλήματος και νυν Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου, Χρήστος Μπαρδάκης, την περίοδο μάλιστα που επί των ημερών του ως προϊσταμένου στην Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος, μπήκαν στο αρχείο οι δικογραφίες που είχαν σχηματιστεί για το σκάνδαλο Novartis και δύο πολιτικά πρόσωπα, τους Αδωνη Γεωργιάδη και Δημήτρη Αβραμόπουλο στους οποίους είχαν εντοπιστεί χρηματικά ποσά τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως «αδιευκρίνιστης προέλευσης».

Γιά το θέμα αυτό, στη δημόσια τοποθέτηση του ο καθηγητής κ. Αλιβιζάτος τόνισε:

"Οταν μεταξύ των παρακολουθηθέντων –και μάλιστα επί διετία– περιλαμβάνεται ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός (που συμβαίνει μάλιστα να κάθεται σε διπλανό γραφείο με το γραφείο του κ. Ζήση), όταν ο ίδιος ο πρωθυπουργός δηλώνει ότι, πολιτικά, ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν έπρεπε σε καμιά περίπτωση να παρακολουθηθεί, διερωτάται κανείς πώς η κ. Αδειλίνη υιοθετεί, χωρίς δισταγμό, την άποψη ότι οι διαταχθείσες παρακολουθήσεις ήταν νομικά άψογες. Πολύ περισσότερο –και στο σημείο αυτό θα γίνω αυστηρότερος– όταν ανακριβώς επικαλείται απόφαση του Δικαστηρίου της Ε.Ε. για το ίδιο θέμα. Πράγματι, σε προδικαστικό ερώτημα βουλγαρικού ποινικού δικαστηρίου, το Δικαστήριο του Λουξεμβούργου αποφάνθηκε ότι οι διατάξεις για την άρση του απορρήτου δεν χρειάζεται να είναι αιτιολογημένες. Το είπε όμως υπό τον όρο ότι αυτό γίνεται «κατόπιν αιτιολογημένου και εμπεριστατωμένου αιτήματος της αρμόδιας αρχής» (στο οποίο μάλιστα μπορεί να έχει πρόσβαση ο ενδιαφερόμενος) και από το οποίο «μπορούν να συναχθούν ευχερώς οι λόγοι της παρακολούθησης» (C-349/21)".












Εισαγγελική έρευνα, για τον αιφνίδιο θάνατο της Ντέμης Γεωργίου


ΠΗΓΗ: "ΑΔΕΚΑΣΤΟΣ" στην "κυριακάτικη δημοκρατία"

Στο... τρίγωνο του θανάτου αναζητά ο εισαγγελέας Πειραιά τις αιτίες, για τον ξαφνικό θάνατο της πρώην παίκτριας του MasterChef Ντέμης Γεωργίου, που έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 39 ετών από σηπτικό σοκ, στην Πάρο, όπου εργαζόταν σε γνωστό εστιατόριο.

Ο θάνατος της 39χρονης, προκάλεσε την παρέμβαση της Δικαιοσύνης, καθώς η Προισταμένη της Εισαγγελίας Πειραιά Ειρήνη Μαραγκάκη, με αφορμή σχετικό δημοσίευμα, ανέθεσε στον εισαγγελέα Πρωτοδικών Θόδωρο Σακελλαρόπουλο, να διενεργήσει έρευνα, για τις αιτίες που έπαθε σηπτικό σοκ κι έφυγε από τη ζωή η σεφ.



Το ζητούμενο, για την Εισαγγελία είναι να διαπιστωθεί εάν υπήρξε καθυστέρηση στην αντιμετώπιση του περιστατικού και ποιός έχει την ευθύνη, για τυχόν ολιγωρία.

Το δημοσίευμα αναφερόταν στο μεγάλο χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από την στιγμή που μπήκε η Ντέμη Γεωργίου στο νοσοκομείο Πάρου, μέχρι την ώρα που μεταφέρθηκε με ελικόπτερο του ΕΚΑΒ στο γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, όπου άφησε την τελευταία της πνοή.

Σε αυτά τα τρία σημεία επικεντρώνεται και η έρευνα του εισαγγελέα, για να διαπιστωθούν τυχόν ευθύνες, για το θάνατο της 39χρονης σεφ.

"Χαρτογραφώντας" τους σταθμούς, που θα κινηθεί η προκαταρκτική εξέταση, για τον εντοπισμό των αιτίων θανάτου της 39χρονης, ο εισαγγελέας θα ξεκινήσει την έρευνα του από το Κέντρο Υγείας Πάρου, όπου νοσηλεύτηκε αρχικά η Ντέμη Γεωργίου.

Ο εισαγγελέας θα κινηθεί στη συνέχεια στη διερεύνηση ευθυνών, για το σταθμό ανταπόκρισης, που είναι το ελικόπτερο του ΕΚΑΒ, το οποίο μετέφερε την άτυχη γυναίκα στη Νίκαι.

Και τέλος ο κ. Σακελλαρόπουλος θα καταλήξει στο νοσοκομείο υποδοχής, δηλαδή το Γενικό Κρατικό Νίκαιας, που ήταν και ο τελευταίος σταθμός στην πορεία θανάτου της 39χρονης.

Τα αδικήματα, που διερευνώνται είναι ανθρωποκτονία από αμέλεια και έκθεση από την οποία επήλθε θάνατος.

Ηδη ο εισαγγελέας κ. Σακελλαρόπουλος έχει ζητήσει τα αποτελέσματα της ιατροδικαστική εξέταση, που κάνουν λόγο για σηπτικό σοκ, ενώ παράλληλα έχει ζητήσει την απομαγνητοφώνηση των συνομιλιών του ΕΚΑΒ με το νοσοκομείο Πάρου, καθώς και με το Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας, για να διαπιστώσει εάν υπήρξε καθυστέρηση στην ανταπόκριση.

Μέχρι στιγμής δεν έχει προκύψει αντίστοιχη παρέμβαση από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου, στην οποία υπάγεται το νοσοκομείο Πάρου.

Ωστόσο, εάν από την έρευνα, που διενεργεί η Εισαγγελία Πειραιά, προκύψουν ευθύνες για το νοσοκομείο Πάρου, η δικογραφία θα διαβιβαστεί στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Σύρου, η οποία σε αυτή την περίπτωση έχει αρμοδιότητα.

Η Ντέμη Γεωργίου το βράδυ του Σαββάτου 20 Ιουλίου έχασε τις αισθήσεις της, στην Πάρο όπου εργαζόταν. Αρχικά μεταφέρθηκε εσπευσμένα στο κέντρο υγείας της Πάρου. Εκεί, οι γιατροί της παρείχαν τις πρώτες βοήθειες και την επόμενη μέρα μεταφέρθηκε με ελικόπτερο στην Αθήνα, όπου εισήχθη στη ΜΕΘ του Γενικού Κρατικού Νικαίας και διασωληνώθηκε.

Οι γιατροί έδωσαν μεγάλη μάχη για να την κρατήσουν στη ζωή, αλλά δυστυχώς δεν τα κατάφεραν.





"Γκρέτσια - Σαλλόνικα - Ηρακλάρα"!


Στη φωτό ο πρώην Αντιπρόεδρος του Ηρακλή Γιάννης Σαρηκεχαγιάς

Οι δώδεκα άθλοι του Ηρακλή είναι παγκόσμια γνωστοί, καθώς είναι ο αγαπημένος ήρωας της Ελληνικής Μυθολογίας.

Οι "Δικογραφίες" αποκαλύπτουν σήμερα τον 13ο άθλο του Ηρακλή, ο οποίος πραγματοποιήθηκε στο... Μονακό, εκεί που γίνεται η κλήρωση των ποδοσφαιρικών ομάδων, οι οποίες κατάφεραν να συμμετάσχουν στο Ευρωπαικό Πρωτάθλημα.

Ηταν τότε, που βγήκε για πρώτη φορά βγήκε στην Ευρώπη, μία από τις ιστορικότερες ομάδες της Βορείου Ελλάδας, η ομάδα του Ηρακλή, η αποκαλούμενη και "Γριά"!

Στην υπερπολυτελή αίθουσα τελετών, όπου θα γινόταν η κλήρωση, παραβρίσκονταν οι παράγοντες όλων των ομάδων, οι οποίες μετείχαν.

Μπροστά, όπως ήταν αναμενόμενο λόγω αξιοκρατίας,  κάθονταν οι εκπρόσωποι των ισχυρών ομάδων και πιό πίσω οι  εκπρόσωποι των πιό αδύναμων.

Το τραπέζι της ομάδας του Ηρακλή, ήταν σχεδόν στο πίσω μέρος της αίθουσας, τελευταίο στη σειρά, αφού μέχρι τότε η βορειοελλαδίτικη ομάδα, μπροστά στα μεγαθήρια της Ευρώπης, ήταν αόρατη...

Δεν είχαν υπολογίσει, ωστόσο, οι διοργανωτές της τελετής, τον τότε Αντιπρόεδρο της ομάδας του Ηρακλή Γιάννη Σαρηκεχαγιά, ο οποίος  την εκπροσωπούσε και κατάφερε, με μοναδικό και δικό του τρόπο,  να διεισδύσει στην κορυφή και να καταλάβει... πρώτο τραπέζι πίστα.


Επίσημος προσκεκλημένος της βραδιάς, ήταν ο Πρίγκηπας του Μονακό Αλβέρτος, ο οποίος είθισται να κάνει την κλήρωση, για το πρώτο ζεύγος των ομάδων.

Μπήκε στην αίθουσα ο Αλβέρτος, περιστοιχισμένος από σωματοφύλακες.

Η φρουρά του Πρίγκηπα, δεν άφηνε ούτε να τον πλησιάσει, ούτε να του μιλήσει κανείς.

Κι ενώ επικρατούσε απόλυτη σιωπή στην αίθουσα, μιά δυνατή και διαπεραστική φωνή ακούστηκε, που ήχησε σαν καμπάνα:

"Aλβέρτο! Γκρέτσια. Σαλόνικα. Ηρακλάρα"!

Ηταν ο Αντιπρόεδρος του Ηρακλή Γιάννης Σαρηκεχαγιάς, που είχε σηκωθεί όρθιος και αυθόρμητα, χωρίς να υπολογίσει τίποτα, κραύγαζε για την Ελλάδα, τη Θεσσαλονίκη και την ομάδα του.

Οι σωματοφύλακες προσπάθησαν να τον απομακρύνουν, όμως ο Αλβέρτος όχι μόνον τους απέτρεψε, αλλά ζήτησε να γνωρίσει και να συνομιλήσει με το θαρραλέο Ελληνα παράγοντα της μικρής ομάδας, που κατάφερε να σπάσει το άβατο της βραδιάς.

Ο Αντιπρόεδρος του Ηρακλή Γιάννης Σαρηκεχαγιάς, χωρίς να γνωρίζει λέξη αγγλικά, κατάφερε να συνομιλήσει με τον Πρίγκηπα Αλβέρτο, ο οποίος τον κάλεσε και στο τραπέζι του.

Εάν αυτό δεν είναι άθλος, τότε τι είναι?


Ακόμη το συζητάνε στη Βόρειο Ελλάδα και κυρίως στο κοσμικό "Mαμαλούκα", όπου ο πρώην Αντιπρόεδρος του Ηρακλή Γιάννης Σαρηκεχαγιάς, απολαμβάνει τις ομορφιές της Χαλκιδικής, παρέα με τον ιδιοκτήτη της τεχνικής εταιρείας Λάμπρο Σαμουρέλη, τον επιχειρηματία Βάσο Ζαρδαβά, το δημοσιογράφο Κυριάκο Θωμαΐδη και τον ιδιοκτήτη του μπάρ Σάκη Σερέτη.






Σάββατο 3 Αυγούστου 2024

Ο... παππάς, πρώτα, τα γένια του ευλογάει!


Μόνον η Ενωση Εισαγγελέων Ελλάδας, με μιά σύντομη ανακοίνωση της, παρείχε στήριξη στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργία Αδειλίνη και στον Αντειεσαγγελέα ΑΠ Αχιλλέα Ζήση, για την αρχειοθέτηση του σκανδάλου των υποκλοπών, που προκάλεσε την κατακραυγή από σύσωμη την Αντιπολίτευση και ομοβροντία αντιδράσεων από όλα τα ΜΜΕ.

Στην ανακοίνωση της η ΕΕ διαβεβαιώνει ότι "οι Εισαγγελικοί Λειτουργοί ασκούν τα καθήκοντά τους με απόλυτη ευσυνειδησία, κατά το χειρισμό κάθε υπόθεσης ενεργούν σύμφωνα με το νόμο και τη συνείδησή τους, με βάση το αποδεικτικό υλικό, και δεν χειραγωγούνται, ούτε επηρεάζονται από ευθείες ή έμμεσες απειλές και πιέσεις από οποιαδήποτε πηγή και αν αυτές προέρχονται"!

Ωστόσο δεν περνάει απαρατήρητο ότι, Πρόεδρος της Ενωσης Εισαγγελέων είναι ο ίδιος ο Αντεισαγγελέας ΑΠ Αχιλλέας Ζήσης!

Παρασκευή 2 Αυγούστου 2024

Η "επαλήθευση φύλου" στον αθλητισμό


Γράφει ο καθηγητής Αθλητικού Δικαίου και δικηγόρος Γρηγόρης Ιωάννη Ιωαννίδης

Ήταν το 2009 όταν κλήθηκα για πρώτη φορά να ασχοληθώ με ένα ζήτημα που αφορούσε την επαλήθευση του φύλου στον αθλητισμό. Συμβούλεψα την ομοσπονδία στίβου της Νότιας Αφρικής στο θέμα της Caster Semenya και ήρθα σε επαφή με τις ευαίσθητες και περίπλοκες λεπτομέρειες αυτής της αναπτυσσόμενης περιοχής της αθλητικής νομοθεσίας. Αν και οι εμπιστευτικές πληροφορίες της υπόθεσης δεν μπορούσαν να γίνουν διαθέσιμες στο κοινό, μια περίληψη των επιχειρημάτων μου για το θέμα δημοσιεύθηκε το 2009 ("Η υπόθεση της Caster Semenya: Επαλήθευση φύλου στον αθλητισμό", World Sport Advocate).

Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, η IAAF (τώρα World Athletics) προσπαθεί ακόμη να αντιμετωπίσει αυτό το ζήτημα. Αν και οι λέξεις "επαλήθευση φύλου" δεν εμφανίζονται ρητά στο κείμενο της IAAF https://www.iaaf.org/news/press-release/eligibility-regulations-for-female-classifica, θεωρώ με σεβασμό ότι αυτός ο όρος θίγει όλα τα σχετικά ζητήματα της υπόθεσης.

Υπό αυτές τις συνθήκες, υποστηρίζω επίσης ότι η παρούσα συζήτηση εγείρει νομικά και ηθικά ερωτήματα και δημιουργεί ζητήματα μεγάλης πολυπλοκότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, ένα από τα εισαγωγικά μου επιχειρήματα κατά της IAAF το 2009, (στο θέμα της Caster Semenya) ήταν ότι η εξέταση των αποδεικτικών στοιχείων και η ανάλυση των γεγονότων έδειξαν ότι οι αρχές του στίβου ήταν - και εξακολουθούν να είναι - απροετοίμαστες να αντιμετωπίσουν τις ιδιαίτερες ανάγκες ενός ατόμου, του οποίου οι πιθανές ιδιωτικές φυσικές και ανατομικές ιδιαιτερότητες έχουν πλέον γίνει θέμα δημόσιας συζήτησης.

Ομοίως, οι νέοι κανονισμοί της IAAF επιχειρούν να δημιουργήσουν αυτή την αδικαιολόγητη και περιττή επιτήρηση της διαίρεσης μεταξύ ανδρών και γυναικών, δίνοντας έμφαση στο φύλο και δημιουργώντας ένα "βάρος απόδειξης" κατά του ενδιαφερόμενου ατόμου. Το πρώτο κριτήριο στις νέες προτάσεις δηλώνει (με κάποια πολιτική ορθότητα) "...κάθε αθλήτρια που έχει Διαφορά στην Ανάπτυξη του Φύλου (DSD) που σημαίνει ότι τα επίπεδα κυκλοφορούντος τεστοστερόνης της (στον ορό) είναι πέντε (5) nmol/L ή παραπάνω και που είναι ευαίσθητη στα ανδρογόνα πρέπει να πληροί τα ακόλουθα κριτήρια για να είναι επιλέξιμη να αγωνιστεί..." και συνεχίζει να δημιουργεί αυτή τη διαίρεση μεταξύ ανδρών και γυναικών: "πρέπει να αναγνωρίζεται νομικά είτε ως θηλυκό είτε ως ίντερσεξ (ή ισοδύναμο)..." (και δεν είμαι αρκετά σίγουρος τι υπονοεί ο όρος "ισοδύναμο" υπό αυτό το πρίσμα). Ουσιαστικά, αυτό είναι, πιθανότατα, μια έμμεση προσπάθεια να δημιουργηθούν ζητήματα διάκρισης, που μας επαναφέρουν στις αναχρονιστικές και προκλητικές προσπάθειες κατά μιας αθλήτριας να αποδείξει ότι είναι γυναίκα ή ίντερσεξ, ή κάτι ενδιάμεσο. Τα αποδεικτικά στοιχεία και οι καλά καταγεγραμμένες περιπτώσεις από το παρελθόν δείχνουν πόσο εξευτελιστική, μειωτική και παρεμβατική μπορεί να είναι αυτή η διαδικασία για ένα άτομο και πόσο επικίνδυνη μπορεί να εξελιχθεί, λαμβάνοντας υπόψη το στίγμα που προσάπτεται σε άτομα που πρέπει να αποδείξουν το φύλο τους και οποιεσδήποτε ιδιαιτερότητες το συνοδεύουν. Παραδείγματα αυτοκτονιών αθλητών στο παρελθόν είναι καλά καταγεγραμμένα και φοβάμαι ότι η IAAF ανοίγει το κουτί της Πανδώρας.

Συνεπώς, αυτή είναι η λανθασμένη προσέγγιση και αυτή που δημιουργεί νομικές και ηθικές επιπλοκές. Η κύρια σκέψη αφορά το επιχείρημα ότι οποιοσδήποτε αποκλεισμός από αθλητικούς αγώνες και/ή οποιαδήποτε άλλη δικαιολογία για την αποβολή μιας αθλήτριας από το επάγγελμά της, πρέπει να γίνεται με αναφορά σε ιατρικά αποδεικτικά στοιχεία και να βασίζεται σε ένα κανονιστικό πλαίσιο με ισχυρή νομική βάση. Αυτό δεν ισχύει εδώ. Ο ισχυρισμός εκ μέρους της IAAF ότι υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία που δείχνουν ότι το προηγούμενο όριο τεστοστερόνης ενός αθλητή δημιουργεί πλεονέκτημα απόδοσης για αυτόν τον αθλητή, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι νέοι κανονισμοί βασίζονται σε νομική βεβαιότητα και δικαιολογία ή είναι μη παρεμβατικοί ώστε να δικαιολογούν τον νόμιμο σκοπό που επιδιώκει η IAAF. Συνεπώς, τέτοιοι κανονισμοί δεν είναι ανάλογοι με τον σκοπό που επιδιώκει η IAAF.

Αν και παρόμοια επιχειρήματα (για την προστασία του ισότιμου ανταγωνισμού) προέβαλε η IAAF στην υπόθεση CAS 2014/A/3759, Chand κατά AFI & IAAF, Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2015 (παρακαλώ σημειώστε ότι αυτή ήταν μια Ενδιάμεση Απόφαση) και αυτή του Oscar Pistorius, η αλήθεια παραμένει ότι οι νέοι κανονισμοί, για άλλη μια φορά, αποκλείουν μια ολόκληρη κατηγορία γυναικών αθλητριών όσον αφορά μια απαίτηση να υποβληθούν σε ιατρική θεραπεία, εάν επιθυμούν να συμμετάσχουν σε αγώνες. Υποστηρίζεται ότι αυτό δύσκολα αποτελεί πειστική δικαιολογία για τον νόμιμο σκοπό που επιδιώκεται. Τα επιστημονικά αποδεικτικά στοιχεία που παρουσίασε η IAAF για να αποδείξει την ενισχυμένη απόδοση είναι, με σεβασμό, αμφισβητήσιμα και, σε κάθε περίπτωση, παραβαίνουν ακόμη και το Προοίμιο του Κώδικα της WADA, που μιλά σαφώς για "...την επιδίωξη της ανθρώπινης αριστείας μέσω της αφοσιωμένης τελειοποίησης του φυσικού ταλέντου κάθε ατόμου." Με άλλα λόγια, ο σχετικός φορέας αγνοεί αυτή τη σημαντική πρόθεση και τον σκοπό του νομοθέτη, που δίνει έμφαση στο ζήτημα του "φυσικού ταλέντου." Θα ήταν δύσκολο να αγνοηθεί το επιχείρημα ότι οι νέοι κανονισμοί επιχειρούν να αποκλείσουν αυτό το "φυσικό ταλέντο" από το να εφαρμοστεί και σε μεγάλο βαθμό, αποκλείουν την φυσική ανώτερη ικανότητα ενός αθλητή.

Εν κατακλείδι, αυτός είναι ο λανθασμένος τρόπος προσέγγισης και δημιουργεί νομικές και ηθικές επιπλοκές. Το πρωταρχικό επιχείρημα σχετίζεται με την άποψη ότι οποιοσδήποτε αποκλεισμός από αθλητικούς αγώνες και/ή οποιαδήποτε άλλη δικαιολογία για την αποβολή μιας αθλήτριας από την επαγγελματική της δραστηριότητα, πρέπει να γίνεται με αναφορά σε ιατρικά αποδεικτικά στοιχεία και να βασίζεται σε ένα κανονιστικό πλαίσιο με ισχυρή νομική βάση. Αυτό δεν ισχύει εδώ. Ο ισχυρισμός της IAAF ότι υπάρχουν επιστημονικά στοιχεία που δείχνουν ότι το προηγούμενο όριο τεστοστερόνης ενός αθλητή δημιουργεί πλεονέκτημα απόδοσης για τον αθλητή αυτόν, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι οι νέοι κανονισμοί βασίζονται σε νομική βεβαιότητα και δικαιολογία ή ότι είναι μη παρεμβατικοί ώστε να δικαιολογούν τον νόμιμο σκοπό που επιδιώκει η IAAF. Συνεπώς, τέτοιοι κανονισμοί δεν είναι ανάλογοι με τον σκοπό που επιδιώκει η IAAF.

Παρόμοια επιχειρήματα (για την προστασία του ισότιμου ανταγωνισμού) προέβαλε η IAAF στην υπόθεση CAS 2014/A/3759, Chand κατά AFI & IAAF, Απόφαση της 24ης Ιουλίου 2015 (παρακαλώ σημειώστε ότι αυτή ήταν μια Ενδιάμεση Απόφαση) και στην υπόθεση του Oscar Pistorius. Η αλήθεια της υπόθεσης παραμένει ότι οι νέοι κανονισμοί, για άλλη μια φορά, αποκλείουν μια ολόκληρη κατηγορία γυναικών αθλητριών, απαιτώντας από αυτές να υποβληθούν σε ιατρική θεραπεία αν επιθυμούν να συμμετάσχουν σε αγώνες. Υποστηρίζεται ότι αυτό δύσκολα αποτελεί πειστική δικαιολογία για τον νόμιμο σκοπό που επιδιώκεται. Τα επιστημονικά αποδεικτικά στοιχεία που παρουσίασε η IAAF για να αποδείξει την ενισχυμένη απόδοση είναι, με σεβασμό, αμφισβητήσιμα και, σε κάθε περίπτωση, παραβαίνουν ακόμη και το Προοίμιο του Κώδικα της WADA, που σαφώς αναφέρει "...την επιδίωξη της ανθρώπινης αριστείας μέσω της αφοσιωμένης τελειοποίησης του φυσικού ταλέντου κάθε ατόμου." Με άλλα λόγια, ο σχετικός φορέας αγνοεί αυτή τη σημαντική πρόθεση και τον σκοπό του νομοθέτη, που δίνει έμφαση στο ζήτημα του "φυσικού ταλέντου." Θα ήταν δύσκολο να αγνοηθεί το επιχείρημα ότι οι νέοι κανονισμοί επιχειρούν να αποκλείσουν αυτό το "φυσικό ταλέντο" από το να εφαρμοστεί και σε μεγάλο βαθμό αποκλείουν την φυσική ανώτερη ικανότητα ενός αθλητή.
--------------
Και το πρωτότυπο κείμενο: Hyperandrogenism Regulations in Track and Field: Pride & Prejudice or Discrimination in Disguise?



Hyperandrogenism Regulations in Track and Field: Pride & Prejudice or Discrimination in Disguise?

It was in 2009 when I first had to deal with a matter that touched upon gender verification in sport. I advised the South African track and field federation in the matter of Caster Semenya and I was acquainted with the sensitive and complicated detai




Οταν η Δικαιοσύνη παύει να είναι καταφύγιο...

 


Αληθεύει ότι, έφτασε στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας, επώνυμη καταγγελία μεγαλοπαράγοντα (και μάλιστα βιντεοσκοπημένη) για στημένο ποδοσφαιρικό αγώνα και η ανώτατη εισαγγελική Αρχή,  επέστρεψε το υλικό με την παρατήρηση, να γίνει... υπόδειξη στον αποστολέα, να μεταβεί στον αρμόδιο καθ΄ύλην Εισαγγελέα Πρωτοδικών, προκειμένου να προβεί στις, κατά την κρίσιν του, ενέργειες?

Απορίες:

- To Άρθρο 28 του Νόμου 4938/2022, στο εδάφιο 2  ορίζει ότι, η Εισαγγελία  "δρα ενιαία και αδιαίρετα και έχει ως αποστολή την τήρηση της νομιμότητας, την προστασία του πολίτη και τη διαφύλαξη των κανόνων της δημόσιας τάξης".

Δεν ισχύει αυτό στην προκειμένη περίπτωση?

- Kαι πως διασφαλίζεται ότι, ο καταγγέλων θα μεταβεί στον εισαγγελέα Πρωτοδικών, όπως υποδεικνύεται από την ανώτατη εισαγγελική Αρχή? 

α. Αν αλλάξει γνώμη, ή φοβηθεί ή απειληθεί?

β. Εαν, ο μη γένοιτο, τον κτυπήσει αυτοκίνητο ή πάθει κορωνοιό και πεθάνει?

- Εαν στο μεταξύ χαθούν πολύτιμα στοιχεία για την έρευνα?


Και μετά σου λένε ότι, η "Δικαιοσύνη είναι το τελευταίο καταφύγιο του πολίτη"...

Αλλά γιατί να μας εκπλήσσει, όταν βλέπουμε τι έκανε η Ανώτατη Εισαγγελέας στο θέμα των υποκλοπών...

Υποκλοπές: Τίποτε δεν τελείωσε!



ΠΗΓΗ: Dnews

Γράφει ο ομότιμος καθηγητής της Νομικής Σχολής Αθηνών Γιάννης Δρόσος

Το σημείωμα, που ακολουθεί δεν εντάσσεται στην γενικευμένη πολιτική σύγκρουση που προκάλεσε η ολοκλήρωση της προκαταρκτικής εξέτασης για την υπόθεση των υποκλοπών που ανακοινώθηκε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Γεωργία Αδειλήνη στις 30.7.2024 ούτε επιχειρεί έναν ολιστικό σχολιασμό της.

Περιορίζεται, κατά ξηρά νομικό τρόπο, ίσως ενοχλητικά «τεχνοκρατικό» για ορισμένες πλευρές, σε μία και μόνον πτυχή, εκείνη του (και συνταγματικού) δικαιώματος του προσώπου για το οποίο υπήρξε άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του από την ΕΥΠ, να έχει πλήρη ενημέρωση για τους λόγους της άρσης αυτής και δυνατότητα ένδικης αμφισβήτησης της νομιμότητάς τους. Κατά τούτο, και μόνον κατά τούτο, το σημείωμα αυτό συνδέεται με την γενικευμένη πολιτική σύγκρουση που ανατροφοδότησε η παραπάνω εισαγγελική ανακοίνωση για το θέμα των υποκλοπών.

Στο θέμα του δικαιώματος των προσώπων για τα οποία έχει διαταχθεί άρση του απορρήτου των επικοινωνιών αναφέρεται η έβδομη παράγραφος της ανακοίνωσης της κ. Αδειλήνη, η οποία έχει ως εξής: «7.Ως προς δε τις διατάξεις περί άρσης απορρήτου των επικοινωνιών, που εκδόθηκαν από την τότε Εισαγγελέα της ΕΥΠ και αφορούν τα έτη 2020-2024, τηρήθηκε απαρέγκλιτα η διαδικασία που προβλέπεται από το Νόμο, ο οποίος, εκτός των άλλων, διαχρονικά, δεν αξιώνει την παράθεση ειδικής αιτιολογίας στις ως άνω διατάξεις, η σχετική δε πρόβλεψη, η οποία θεσμοθετήθηκε το πρώτον με το Ν. 2225/1994, διατηρήθηκε συνεχώς από όλες τις Κυβερνήσεις μέχρι τον νέο Ν. 5002/9-12-2022, ενώ είναι σύμφωνη και με το πνεύμα του Δικαστηρίου ς Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. την απόφαση της 16/2/2023 του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-349/21) [...]. »

Θέμα του σημειώματος αυτού δεν είναι αν οι περί ων ο λόγος παρακολουθήσεις ήταν ουσιαστικά νόμιμες ή όχι, και τούτο επειδή δεν γνωρίζω τους λόγους για τους οποίους διατάχθηκαν. Η παράγραφος αυτής της ανακοίνωσης της κ. Αδειλήνη φαίνεται να αρκείται στο ότι είναι νομότυπη μία διαταγή άρσης του απορρήτου ακόμη και αν έχει μόνον μια συνοπτική, ίσως τυποποιημένη για όλες τις περιπτώσεις και πάντως μη εξατομικευμένη αιτιολογία για την άρση του απορρήτου, και ως προς τούτο είναι αρκετά αναλυτική. Δεν είναι όμως καθόλου αναλυτική όσον αφορά στο δικαίωμα των προσώπων για τα οποία έλαβε χώρα άρση του απορρήτου των επικοινωνιών να ενημερώνονται για τους λόγους για τους οποίους άρθηκε το απόρρητο των επικοινωνιών τους. Στο σημείο αυτό η ανακοίνωση αναφέρεται μόνον έμμεσα, δια της της παραπομπής στην από 16.2.2023 απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης [=ΔΕΕ] στην υπόθεση C-349/21.

Η ανακοίνωση της κ. Αδειλήνη επικαλείται, ορθώς, την απόφαση αυτή κατά το σημείο που το ΔΕΕ δέχεται ότι για την πράξη, με την οποία διατάσσεται η άρση των επικοινωνιών (την «διάταξη άρσης του απορρήτου» κατά την κρατούσα ορολογία) δεν απαιτείται παράθεση ειδικής αιτιολογίας. Αυτό είναι ακριβές, όχι όμως χωρίς τους αναπόσπαστα επιβαλλόμενους βαρείς και συγκεκριμένους όρους. Πράγματι, η απόφαση αυτή, η οποία εκδόθηκε μετά από προδικαστικό ερώτημα βουλγαρικού δικαστηρίου, ερμηνεύοντας το άρθρο 15 παρ. 1 της Οδηγίας 2002/58/ΕΚ σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (Οδηγία για την προστασία ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), δέχθηκε ότι, «υπό το πρίσμα του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [...] «δεν αντιτίθεται σε εθνική πρακτική σύμφωνα με την οποία οι δικαστικές αποφάσεις με τις οποίες χορηγείται άδεια για τη χρήση ειδικών μεθόδων συλλογής πληροφοριών, κατόπιν αιτιολογημένου και εμπεριστατωμένου αιτήματος των ποινικών αρχών, καταρτίζονται βάσει τυποποιημένου κειμένου χωρίς εξατομικευμένη αιτιολογία, όπου απλώς αναγράφεται, πέραν της χρονικής διάρκειας ισχύος των αδειών, ότι έχουν τηρηθεί οι προβλεπόμενες από τη νομοθεσία απαιτήσεις, περί των οποίων γίνεται λόγος στις αποφάσεις αυτές, υπό την προϋπόθεση ότι οι συγκεκριμένοι λόγοι βάσει των οποίων ο αρμόδιος δικαστής έκρινε ότι τηρούνταν οι προϋποθέσεις του νόμου, υπό το πρίσμα των πραγματικών και νομικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν την προκειμένη περίπτωση, μπορούν να συναχθούν ευχερώς και επακριβώς από μια συνδυασμένη ανάγνωση της αποφάσεως και της αιτήσεως περί χορηγήσεως αδείας και υπό την προϋπόθεση ότι, μετά τη χορήγηση της άδειας, παρέχεται στο πρόσωπο εις βάρος του οποίου επετράπη η χρήση ειδικών μεθόδων συλλογής πληροφοριών πρόσβαση στην αρχική αίτηση.»

Αυτή είναι η απάντηση που έδωσε το ΔΕΕ στο προδικαστικό ερώτημα που του τέθηκε. Αν και η απάντηση αυτή είναι απολύτως σαφής και λεπτομερής, μπορεί, με απλούστερα λόγια, να σημειωθεί ότι το ΔΕΕ δέχθηκε ότι μπορεί να διατάσσεται η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών με βάση ένα τυποποιημένο κείμενο, χωρίς εξατομικευμένη αιτιολογία, τούτο όμως μόνον με τις εξής προϋποθέσεις (1) ότι, πριν από την χορήγηση της άδειας, η διάταξη άρσης του απορρήτου θα εκδίδεται «κατόπιν αιτιολογημένου και εμπεριστατωμένου αιτήματος» των αρχών που ζητούν την άρση και (2) ότι, μετά την χορήγηση της άδειας, θα παρέχεται στο πρόσωπο για το οποίο έλαβε χώρα η παραπάνω άρση του απορρήτου των επικοινωνιών «πρόσβαση στην αρχική αίτηση.»

Το ΔΕΕ, παραπέμποντας, στη σκέψη 3, το κείμενο της αιτιολογικής σκέψης 11 της παραπάνω Οδηγίας, δέχθηκε ότι αυτή «δεν αλλάζει την υφιστάμενη ισορροπία ανάμεσα στο δικαίωμα του ατόμου στην ιδιωτική ζωή και τη δυνατότητα των κρατών μελών να θεσπίζουν μέτρα [όπως η άρση του απορρήτου] εφόσον είναι αναγκαία για την προστασία της δημόσιας ασφάλειας, της εθνικής άμυνας, της ασφάλειας του κράτους (περιλαμβανομένης της οικονομικής ευημερίας του κράτους εφόσον οι δραστηριότητες συνδέονται με θέματα ασφάλειας του κράτους) και την εφαρμογή του ποινικού δικαίου. Ως εκ τούτου, η παρούσα Οδηγία δεν θίγει τη δυνατότητα των κρατών μελών να προβαίνουν σε νόμιμη παρακολούθηση των ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή να λαμβάνουν άλλα μέτρα, όταν αυτό είναι αναγκαίο, για οποιονδήποτε από τους προαναφερόμενους σκοπούς και σύμφωνα με την [ΕΣΔΑ] όπως ερμηνεύθηκε από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.»

Η ισορροπία αυτή εξασφαλίζει για τα πρόσωπα για τα οποία έλαβε χώρα άρση του απορρήτου των επικοινωνιών τους και συγκεκριμένα δικαιώματα. Αυτά το ΔΕΕ τα θεμελιώνει αναλυτικά και με ισχυρότατες σκέψεις .

Στη σκέψη 46 το ΔΕΕ επισημαίνει ότι «το δικαίωμα σε αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη [των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης] επιβάλλει να είναι ο ενδιαφερόμενος σε θέση να γνωρίζει το αιτιολογικό της διοικητικής αποφάσεως που τον αφορά, είτε επειδή έχει διαβάσει την ίδια την απόφαση είτε επειδή του έχει γνωστοποιηθεί το αιτιολογικό της, προκειμένου να του παρασχεθεί η δυνατότητα να υπερασπιστεί τα δικαιώματά του υπό τις καλύτερες δυνατές συνθήκες και να αποφασίσει, έχοντας γνώση όλων των στοιχείων, αν είναι πρόσφορο να προσφύγει στο δικαστήριο που είναι αρμόδιο για τον έλεγχο νομιμότητας της οικείας αποφάσεως […].» Στην σκέψη 51 δέχεται ότι «[...] ο δικαστής που χορηγεί την άδεια για την [άρση του απορρήτου των επικοινωνιών] λαμβάνει την απόφασή του βάσει αιτιολογημένου και εμπεριστατωμένου αιτήματος, του οποίου το περιεχόμενο, το οποίο προβλέπεται από τον νόμο, πρέπει να του παρέχει τη δυνατότητα να εξακριβώσει αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της άδειας.» Στην σκέψη 52 δέχεται ότι η πρακτική της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών «πρέπει να εφαρμόζεται τηρουμένης της υποχρέωσης αιτιολογήσεως που προβλέπουν τα νομοθετικά αυτά μέτρα, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη, το οποίο μνημονεύεται στην τελευταία περίοδο του άρθρου 15, παράγραφος 1, της εν λόγω Οδηγίας, διά της παραπομπής στο άρθρο 6, παράγραφοι 1 και 2, ΣΕΕ.» Στην σκέψη 53 δέχεται ότι «εφόσον, στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας, ο αρμόδιος δικαστής, μετά την εξέταση του αιτιολογικού ενός εμπεριστατωμένου αιτήματος [άρσης του απορρήτου επικοινωνιών] [...] εκτιμά ότι η υποβολή του είναι δικαιολογημένη, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, υπογράφοντας ένα τυποποιημένο κείμενο βάσει υποδείγματος όπου αναγράφεται ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του νόμου, ο δικαστής αυτός επικύρωσε τους λόγους της αιτήσεως διασφαλίζοντας συγχρόνως την τήρηση των προϋποθέσεων του νόμου.»

Περαιτέρω, στην σκέψη 54 το ΔΕΕ αιτιολογεί τον (συνδυαζόμενο με τις παρατιθέμενες σε άλλες -και εκτιθέμενες εδώ- σκέψεις του προϋποθέσεις χορήγησής της) λόγο για τον οποίο είναι ανεκτή η κατά τυποποιημένη και μη εξατομικευμένη μορφή χορήγηση από δικαστική αρχή άδειας για άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, με το, νομίζω πειστικό, σκεπτικό ότι «δεν θα ήταν εύλογο να απαιτείται η άδεια χρήσης ειδικών μεθόδων συλλογής πληροφοριών να περιέχει ειδική και λεπτομερή αιτιολογία, ενώ η αίτηση βάσει της οποίας χορηγείται η άδεια αυτή περιέχει ήδη, δυνάμει της εθνικής νομοθεσίας, τέτοια αιτιολογία.» Αυτό ακριβώς το συμπέρασμα του ΔΕΕ έχει ως συνέπεια, ότι, όπως το ίδιο σημειώνει στην σκέψη 55, «άπαξ ο ενδιαφερόμενος ενημερώθηκε για την εφαρμογή ως προς αυτόν ειδικών μεθόδων συλλογής πληροφοριών, η υποχρέωση αιτιολογήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη επιβάλλει το πρόσωπο αυτό να είναι σε θέση [...] να κατανοήσει τους λόγους για τους οποίους χορηγήθηκε άδεια χρήσης των μεθόδων αυτών, προκειμένου να μπορέσει, ενδεχομένως, να αμφισβητήσει λυσιτελώς και αποτελεσματικώς την άδεια αυτή. Η απαίτηση αυτή επιβάλλεται επίσης σε κάθε δικαστή, όπως, μεταξύ άλλων, ο ποινικός δικαστής που εκδικάζει την υπόθεση επί της ουσίας, ο οποίος, αναλόγως των αρμοδιοτήτων του, πρέπει να ελέγχει, αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν αιτήσεως του ενδιαφερομένου, τη νομιμότητα της εν λόγω άδειας.»

Και το Δικαστήριο επιμένει: «εφόσον η άδεια για την [άρση του απορρήτου των επικοινωνιών] χορηγείται βάσει αιτιολογημένου και εμπεριστατωμένου αιτήματος των αρμόδιων εθνικών αρχών, πρέπει να εξακριβωθεί ότι τα [πρόσωπα για τα οποία αίρεται το απόρρητο των επικοινωνιών] μπορούν να έχουν πρόσβαση όχι μόνο στην απόφαση περί χορηγήσεως αδείας, αλλά και στην αίτηση της αρχής που ζήτησε την άδεια αυτή.» (σκέψη 58). Πρέπει δηλαδή «προκειμένου να τηρείται η υποχρέωση αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη [...] τα ίδια αυτά πρόσωπα να μπορούν, με τη συνδυασμένη ανάγνωση της άδειας [για την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών τους] και του σχετικού αιτιολογημένου αιτήματος, να κατανοήσουν ευχερώς και επακριβώς τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια αυτή υπό το πρίσμα των πραγματικών και νομικών στοιχείων που χαρακτηρίζουν την ατομική περίπτωση για την οποία υποβλήθηκε η αίτηση, όπως επίσης πρέπει από μια τέτοια συνδυασμένη ανάγνωση να συνάγεται απαραιτήτως η διάρκεια ισχύος της άδειας» (σκέψη 59).

Στις σκέψεις 60 και 61 το Δικαστήριο εξειδικεύει ακόμη περισσότερο: « Όταν [...] στην απόφαση περί χορηγήσεως αδείας γίνεται απλώς μνεία της διάρκειας ισχύος της άδειας και περιλαμβάνεται δήλωση περί τηρήσεως των νομικών διατάξεων τις οποίες μνημονεύει, πρωταρχική σημασία έχει η αναφορά στην αίτηση όλων των αναγκαίων πληροφοριών, ούτως ώστε τόσο ο ενδιαφερόμενος όσο και ο δικαστής που είναι επιφορτισμένος με τον έλεγχο της νομιμότητας της χορηγηθείσας αδείας να είναι σε θέση να αντιληφθούν, με βάση τις πληροφορίες αυτές και μόνον, ότι ο δικαστής που χορήγησε την άδεια κατέληξε στο συμπέρασμα, υιοθετώντας την αιτιολογία που περιέχεται στην αίτηση, ότι είχε τηρηθεί το σύνολο των προϋποθέσεων του νόμου» (σκέψη 60), ενώ «αν από τη συνδυασμένη ανάγνωση της αιτήσεως και της συνακόλουθης άδειας δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτοί ευχερώς και επακριβώς οι λόγοι για τους οποίους χορηγήθηκε η άδεια, θα πρέπει να διαπιστωθεί ότι δεν τηρείται η υποχρέωση αιτιολογήσεως που απορρέει από το άρθρο 15, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2002/58, ερμηνευόμενο υπό το πρίσμα του άρθρου 47, δεύτερο εδάφιο, του Χάρτη.»

Τέλος το Δικαστήριο σημειώνει ότι «τα δικαιώματα που περιλαμβάνει ο Χάρτης έχουν την ίδια έννοια και την ίδια εμβέλεια με τα αντίστοιχα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην ΕΣΔΑ [...]» (σκέψη 62) και υπενθυμίζει ότι «από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προκύπτει ότι η παράθεση λόγων, έστω και συνοπτικών, συνιστά ουσιώδη εγγύηση κατά της καταχρηστικής επιτήρησης, καθόσον μόνο με την παράθεση λόγων μπορεί να διασφαλιστεί ότι ο δικαστής εξέτασε δεόντως την αίτηση περί χορηγήσεως αδείας και τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία και έλεγξε πράγματι αν η επιτήρηση που αποτελεί το αντικείμενο της αδείας συνιστά δικαιολογημένη και σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας επέμβαση στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που κατοχυρώνεται στο άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. [...]» (σκέψη 63).

Συνοπτικά, η παραπάνω απόφαση του ΔΕΕ, στην οποία ρητώς και ορθώς παραπέμπει η κ. Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου, (1) δημιουργεί αρμοδιότητα του δικαστικού λειτουργού που εκδίδει την διάταξη άρσης του απορρήτου (εν προκειμένω του εισαγγελικού λειτουργού που είναι προς τούτο τοποθετημένος στην ΕΥΠ) να ελέγχει αν η αίτηση για την άρση αυτή είναι προσηκόντως αιτιολογημένη. Ο εισαγγελικός λειτουργός που ασκεί αυτή την αρμοδιότητα στη ΕΥΠ δεν είναι, βεβαίως, τυφλός διαβιβαστής του αιτήματος για άρση του απορρήτου, το οποίο ρυθμικώς και πάντοτε μηχανικώς προσυπογράφει, αλλά ελέγχει αν η σχετική αίτηση περιέχει όλα εκείνα τα συγκεκριμένα πραγματικά και νομικά στοιχεία που την κάνουν ειδική και συγκεκριμένη, και πάντως όχι προσχηματική. Επίσης (2) η παραπάνω απόφασηαποσαφηνίζει ότι υπάρχει δικαίωμα του προσώπου εις βάρος του οποίου διατάχθηκε η άρση του απορρήτου να λάβει, κατά τα προβλεπόμενα, γνώση της αίτησης για άρση του απορρήτου των επικοινωνιών του, έτσι ώστε να μπορεί, αν έτσι κρίνει, να αμυνθεί και δικαστικά.

Με τα ζητήματα αυτά ασχολήθηκε και το Συμβούλιο της Επικρατείας με την πρόσφατη απόφαση της Ολομελείας του στην υπόθεση 465/2024, όπου, με αναφορές στην ισχύουσα ελληνική και ενωσιακή νομοθεσία και την ΕΣΔΑ, και σε πλούσια νομολογία του ΔΕΕ, δικαίωσε τον αρχηγό του ΠΑΣΟΚ κ. Νίκο Ανδρουλάκη και ακύρωσε πράξη του Προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών με την οποία απορρίφθηκε αίτημά του να του γνωστοποιηθούν η εισαγγελική διάταξη και ο πλήρης φάκελος με το υλικό που είχε συλλεγεί, μετά την επιβολή σε βάρος του του μέτρου άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών του. Απ΄ όσα γνωρίζω ο κ. Ανδρουλάκης δεν έχει λάβει ακόμη τίποτε. Η περίπτωση, εκείνη αφορούσε σε αίτημα για ενημέρωση μέσω ΑΔΑΕ. Η περίπτωση της απόφασης C-349/21 είναι μερικώς διαφορετική διότι αναφέρεται σε δικαίωμα του πληγέντος από το μέτρο της άρσης να λάβει ο ίδιος και από την αρμόδια υπηρεσία γνώση ειδικώς της αίτησης για την άρση αυτή, ώστε να μπορεί να αμυνθεί και δικαστικώς. Οι υποχρεώσεις που προκύπτουν από το σκεπτικό της παραπάνω απόφασης θεμελιώνονται και το ενωσιακό δίκαιο, παράγωγο, όπως η Οδηγία 2002/58/ΕΚ και πρωτογενές, όπως ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και στην ΕΣΔΑ, δεν βρίσκονται δε σε καμία δυσαρμονία προς το άρθρο 19 παρ. 2 του Συντάγματος ή προς οποιαδήποτε άλλη συνταγματική διάταξη. Άρα στα εξαιρετικά συγκεκριμένα πορίσματα της απόφασης αυτής δεν είναι αντιτάξιμη καμία ελληνική νομοθετική διάταξη, προγενέστερη ή μεταγενέστερη της άρσης του απορρήτου, ή μελλούμενη, όσο πονηρή και επιδέξια και αν είναι.

Η πρακτική σημασία που έχει για την τρέχουσα πολιτική πτυχή του ζητήματος η ρητή παραπομπή της κ. Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου στην παραπάνω απόφαση C-349/21 δεν είναι καθόλου μικρή και δεν πρέπει να περάσει απαρατήρητη. Για να τεκμηριώσει ό,τι παραπέρα επιχειρεί να τεκμηριώσει η κ. Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επικαλείται μία σαφέστατη ως προς τις πρακτικές προεκτάσεις της απόφαση του ΔΕΕ, με βάση τη οποία η ΕΥΠ υποχρεούται να χορηγήσει στο κ. Ανδρουλάκη, όπως και σε κάθε άλλο πρόσωπο για το οποίο βεβαιωμένα είχε ληφθεί το μέτρο της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, αντίγραφο της αίτησης με την οποία ζητήθηκε από την αρμόδια εισαγγελική αρχή η διάταξη της άρσης αυτής. Στην αίτηση αυτή μάλιστα πρέπει να εκτίθενται πλήρως, με επαληθεύσιμο ή πάντως ελέγξιμο τρόπο από τον κ. Ανδρουλάκη ή οποιονδήποτε άλλο πληγέντα από το μέτρο της άρσης και από όποιο δικαστήριο στο οποίο αυτός τυχόν καταφύγει, τόσο τα πραγματικά περιστατικά που οδήγησαν στην αίτηση για την συγκεκριμένη άρση του απορρήτου των επικοινωνιών όσο και η υπαγωγή τους είτε σε συγκεκριμένα αναφερόμενους «λόγους εθνικής ασφάλειας» είτε στην, επίσης συγκεκριμένα αναφερόμενη, ανάγκη «για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων», δηλαδή στους μόνους κατά το άρθρο 19 παρ. 1 του Συντάγματος λόγους για τους οποίους συγχωρείται η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών.

Αν η ΕΥΠ, ή οποιαδήποτε τυχόν αρμόδια αρχή που αρνηθεί να χορηγήσει το αντίγραφο αυτό και αν δεν υποχρεωθεί από δικαστική απόφαση ελληνικού δικαστηρίου να το χορηγήσει, τότε όσον αφορά στο ενωσιακό δίκαιο και στο δίκαιο που θέτει η ΕΣΔΑ θα έχει συντελεσθεί παράβασή του, με όποια ενώπιον εθνικών και διεθνών δικαστηρίων συνέπεια αυτό συνεπάγεται. Όσον αφορά όμως τη χώρα μας, το κύριο πρόβλημα δεν θα είναι του κ. Ανδρουλάκη ή οποιουδήποτε άλλου τυχόν θύματος του μέτρου της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, αλλά της συνταγματικής τάξης της πολιτείας μας -αν βεβαίως το Σύνταγμά της διατηρεί ακόμη κάποια αξία.