
ΠΗΓΗ: "Η ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ"
https://www.efsyn.gr/ellada/1431704/dikastika-hadia-stin-astynomiki-via-kai-aythairesia-apo-ti-dolofonia-kalteza-eos-ton-20hrono-sto-argos/
Η απόφαση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, οπότε ο εισαγγελέας άσκησε έφεση και ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι κακώς δόθηκε αναστολή. Ο Μελίστας συνελήφθη και παρέμεινε στη φυλακή για περίπου 10 μήνες, μέχρι που το Νοέμβριο του ίδιου έτους αντικαταστάθηκε η κράτησή του με περιοριστικούς όρους.
Ομως στις 26 Ιανουαρίου 1990, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών αθώωσε οριστικά τον Αθανάσιο Μελίστα με ψήφους 6-1, καθώς το δικαστήριο έκανε δεκτό τον ισχυρισμό της υπεράσπισης (την οποία εκπροσωπούσε ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος) ότι ο αστυνομικός βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας και ότι υπερέβη τα όρια της άμυνας λόγω του φόβου, του πανικού και της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση με μολότοφ.
Η αθώωση του Μελίστα πυροδότησε τεράστιες κοινωνικές εκρήξεις, πορείες διαμαρτυρίας και την κατάληψη του Πολυτεχνείου και του Νομικού Χημείου από οργισμένους διαδηλωτές.
Εκτοτε θεσπίστηκε ο Νόμος 3169/2003, με βασικό στόχο να βάλει τέλος στο «αδιανόητο» νομικό κενό που ίσχυε για δεκαετίες στην Ελλάδα, το οποίο επέτρεπε την εύκολη αθώωση αστυνομικών μετά από θανατηφόρα περιστατικά.
Μέχρι το 2003, η χρήση όπλων ρυθμιζόταν από ένα βασιλικό διάταγμα του 1955, που έδινε στους αστυνομικούς το δικαίωμα να πυροβολούν σχεδόν ανεξέλεγκτα (π.χ. «κατά παντός δυναμένου να θεωρηθεί υπόπτου» ή απλώς για τη σύλληψη ενός φυγά).
Ο νόμος αυτός άλλαξε ριζικά τα δεδομένα, καθώς ορίζει ρητά ότι η χρήση όπλου αποτελεί το έσχατο μέσο. Ο αστυνομικός επιτρέπεται να πυροβολήσει μόνο εάν έχουν αποτύχει όλα τα άλλα ηπιότερα μέτρα (όπως σωματική βία, λεκτικές προειδοποιήσεις, χρήση γκλοπ) και μόνο αν η απειλή είναι ανάλογη με το αποτέλεσμα του πυροβολισμού. Παράλληλα, ο νόμος χώρισε τη χρήση του όπλου σε τρία αυστηρά στάδια, κάνοντας λόγος για εκφοβιστικό πυροβολισμό, πυρά στον αέρα (μόνο αν δεν κινδυνεύουν τρίτοι) και πυροβολισμό στα λάστιχα ενός αυτοκινήτου για να ακινητοποιηθεί. Τέλος πυρά στα πόδια του υπόπτου για να προκληθεί ο ελάχιστος δυνατός τραυματισμός.
Δικαστικές πηγές τονίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτές τις υποθέσεις παίζει η προδικασία, καθώς τις πρώτες, κρίσιμες ώρες ενός συμβάντος, η συλλογή των στοιχείων και των καλύκων γίνεται από την ίδια την αστυνομία. Ετσι όταν μιά δικογραφία έχει υλικό, που θολώνει τα νερά και δημιουργεί αμφιβολίες, δεν είναι δύσκολο το δικαστήριο να αχθεί σε αθώωση, καθώς η αμφιβολία λειτουργεί πάντα υπέρ του κατηγορουμένου.
Η πρόσφατη τραγωδία στο Άργος, με θύμα τον 20χρονο Θοδωρή που έπεσε νεκρός από πυρά αστυνομικών της ΟΠΚΕ, ενώ προσπαθούσε να διαφύγει πεζός και άοπλος, αναρριχόμενος σε μαντρότοιχο, φέρνει για ακόμη μια φορά την ελληνική κοινωνία αντιμέτωπη με το σκληρό και αδυσώπητο πρόσωπο της αστυνομικής αυθαιρεσίας στην Ελλάδα.
Η υπόθεση της δολοφονίας Καλτεζά, ξεκίνησε στη διάρκεια επεισοδίων μετά την πορεία του Πολυτεχνείου το 1985, όταν μια ομάδα νεαρών επιτέθηκε με μολότοφ σε κλούβα των ΜΑΤ στην οδό Στουρνάρη. Ο 27χρονος τότε αστυφύλακας Αθανάσιος Μελίστας βγήκε από το όχημα, σημάδεψε και πυροβόλησε τον 15χρονο μαθητή Μιχάλη Καλτεζά στο πίσω μέρος του κεφαλιού από απόσταση περίπου 20 μέτρων, ενώ ο νεαρός έτρεχε για να απομακρυνθεί.
Το σχεδόν επαναλαμβανόμενο μοτίβο, με φονικές καταδιώξεις, «προειδοποιητικούς» πυροβολισμούς με σφαίρες που καταλήγουν σε κεφάλια, φέρνει ξανά στο προσκήνιο ένα βαθύ, θεσμικό τραύμα: τη συστηματική βία ένστολων κρατικών οργάνων που, αντί να προστατεύουν, εγκληματούν. Όταν η κρατική καταστολή μετατρέπεται σε θανατηφόρα αυθαιρεσία και η δικαιοσύνη μοιάζει να παρακολουθεί απαθής, η ατιμωρησία παύει να είναι εξαίρεση και γίνεται ο κανόνας που απειλεί τον ίδιο τον πυρήνα της δημοκρατίας μας.
Σε όλες τις υποθέσεις αστυνομικής βίας και αυθαιρεσίας, που έφτασαν στη Δικαιοσύνη, αρχής γενομένης από τον Μιχάλη Καλτεζά το 1985, τον Κώστα Φραγκούλη το 2022, τον Νίκο Σαμπάνη και πιό εμβληματική από όλες τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου από τον ειδικό φρουρό Επαμεινώνδα Κορκονέα, οι ισχυρισμοί των κατηγορουμένων αστυνομικών παραμένουν σχεδόν πανομοιότυποι: Οι αστυνομικοί, όπως και στην περίπτωση του 20χρονου άοπλου Θοδωρή επικαλούνται "εξοστρακισμό", ή όπως στην περίπτωση του 20χρονου Θοδωρή στο Αργος άμυνα!
Η δικαστική εξέλιξη των υποθέσεων αστυνομικής βίας παρουσιάζει μικρές αποκλίσεις στην αντιμετώπιση τους από τη Δικαιοσύνη, καθώς σε άλλες περιπτώσεις οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν ή επιβλήθηκαν ποινές - χάδια. Μοναδική εξαίρεση μέχρι τώρα την περίπτωση του ειδικού φρουρού Επαμεινώνδα Κορκονέα, ο οποίος ενώ είχε καταδικαστεί πρωτόδικα σε ισόβια, το 2019, το Εφετείο του αναγνώρισε το ελαφρυντικό του «πρότερου σύννομου βίου» και αποφυλακίστηκε.
Μετά από αλλεπάλληλες αναιρέσεις στον Άρειο Πάγο, η υπόθεση εκδικάστηκε εκ νέου και τον Ιούνιο του 2025 το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Λαμίας απέρριψε ομόφωνα το ελαφρυντικό, επιβάλλοντάς του ξανά ισόβια κάθειρξη και επιστρέφοντάς τον στη φυλακή.
Κραυγαλέα περίπτωση ατιμωρησίας, ήταν ο αστυνομικός Αθανάσιος Μελίστας, ο οποίος κατηγορήθηκε για τη δολοφονία του 15χρονου Μιχάλη Καλτεζά στις 17 Νοεμβρίου 1985 στα Εξάρχεια και αθωώθηκε τελεσίδικα στο Εφετείο, ενω δεν εξέτισε ποινή φυλάκισης για την πράξη του.
Ο αστυνομικός παραπέμφθηκε για ανθρωποκτονία από πρόθεση εν βρασμώ ψυχικής ορμής και καθ' υπέρβαση των ορίων της άμυνας, ενω στις 23 Σεπτεμβρίου 1988, το Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο τον έκρινε ένοχο και του επέβαλε ποινή φυλάκισης 2,5 ετών με αναστολή.
Η απόφαση προκάλεσε θύελλα αντιδράσεων, οπότε ο εισαγγελέας άσκησε έφεση και ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι κακώς δόθηκε αναστολή. Ο Μελίστας συνελήφθη και παρέμεινε στη φυλακή για περίπου 10 μήνες, μέχρι που το Νοέμβριο του ίδιου έτους αντικαταστάθηκε η κράτησή του με περιοριστικούς όρους.
Ομως στις 26 Ιανουαρίου 1990, το Μικτό Ορκωτό Εφετείο Αθηνών αθώωσε οριστικά τον Αθανάσιο Μελίστα με ψήφους 6-1, καθώς το δικαστήριο έκανε δεκτό τον ισχυρισμό της υπεράσπισης (την οποία εκπροσωπούσε ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος) ότι ο αστυνομικός βρισκόταν σε κατάσταση άμυνας και ότι υπερέβη τα όρια της άμυνας λόγω του φόβου, του πανικού και της ταραχής που του προκάλεσε η επίθεση με μολότοφ.
Η αθώωση του Μελίστα πυροδότησε τεράστιες κοινωνικές εκρήξεις, πορείες διαμαρτυρίας και την κατάληψη του Πολυτεχνείου και του Νομικού Χημείου από οργισμένους διαδηλωτές.
Εκτοτε θεσπίστηκε ο Νόμος 3169/2003, με βασικό στόχο να βάλει τέλος στο «αδιανόητο» νομικό κενό που ίσχυε για δεκαετίες στην Ελλάδα, το οποίο επέτρεπε την εύκολη αθώωση αστυνομικών μετά από θανατηφόρα περιστατικά.
Μέχρι το 2003, η χρήση όπλων ρυθμιζόταν από ένα βασιλικό διάταγμα του 1955, που έδινε στους αστυνομικούς το δικαίωμα να πυροβολούν σχεδόν ανεξέλεγκτα (π.χ. «κατά παντός δυναμένου να θεωρηθεί υπόπτου» ή απλώς για τη σύλληψη ενός φυγά).
Ο νόμος αυτός άλλαξε ριζικά τα δεδομένα, καθώς ορίζει ρητά ότι η χρήση όπλου αποτελεί το έσχατο μέσο. Ο αστυνομικός επιτρέπεται να πυροβολήσει μόνο εάν έχουν αποτύχει όλα τα άλλα ηπιότερα μέτρα (όπως σωματική βία, λεκτικές προειδοποιήσεις, χρήση γκλοπ) και μόνο αν η απειλή είναι ανάλογη με το αποτέλεσμα του πυροβολισμού. Παράλληλα, ο νόμος χώρισε τη χρήση του όπλου σε τρία αυστηρά στάδια, κάνοντας λόγος για εκφοβιστικό πυροβολισμό, πυρά στον αέρα (μόνο αν δεν κινδυνεύουν τρίτοι) και πυροβολισμό στα λάστιχα ενός αυτοκινήτου για να ακινητοποιηθεί. Τέλος πυρά στα πόδια του υπόπτου για να προκληθεί ο ελάχιστος δυνατός τραυματισμός.
Παρά το γεγονός όμως ότι, ο όμος 3169/2003 θεσπίστηκε ακριβώς για να βάλει φρένο στην αστυνομική αυθαιρεσία, απαγορεύοντας ρητά τους πυροβολισμούς κατά τη φυγή ενός υπόπτου, εάν εκείνος δεν αποτελεί άμεση απειλή για τη ζωή κάποιου, στις δικαστικές αίθουσες μετατράπηκε σχεδόν στις περισσότερες των περιπτώσεων σε... καταφύγιο ατιμωρησίας.
Οι κατηγορούμενοι αστυνομικοί επικαλούμενοι το άρθρο 23, υποστηρίζουν ότι ο αστυνομικός υπερέβη τα όρια της άμυνας εξαιτίας «φόβου, έκπληξης ή ταραχής» λόγω των συνθηκών της καταδίωξης.
Αυτό ακριβώς το σκεπτικό οδήγησε στην ιστορική αθώωση του αστυνομικού Μελίστα για τη δολοφονία του Καλτεζά το 1990.
Σε άλλη περίπτωση, όπως στη δίκη για τον θάνατο του 16χρονου Κώστα Φραγκούλη στη Βέροια (Ιούνιος 2025), το δικαστήριο μετέτρεψε το κακούργημα σε πλημμέλημα, καθώς δέχθηκε ότι ο αστυνομικός ήθελε απλώς να πετύχει τα λάστιχα του οχήματος και ότι η σφαίρα στο κεφάλι του παιδιού ήταν αποτέλεσμα «αστοχίας λόγω κραδασμών». Η δικαστική απόφαση κατέληξε σε ποινή - χάδι 3 ετών με αναστολή.
Δικαστικές πηγές τονίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτές τις υποθέσεις παίζει η προδικασία, καθώς τις πρώτες, κρίσιμες ώρες ενός συμβάντος, η συλλογή των στοιχείων και των καλύκων γίνεται από την ίδια την αστυνομία. Ετσι όταν μιά δικογραφία έχει υλικό, που θολώνει τα νερά και δημιουργεί αμφιβολίες, δεν είναι δύσκολο το δικαστήριο να αχθεί σε αθώωση, καθώς η αμφιβολία λειτουργεί πάντα υπέρ του κατηγορουμένου.
