Κυριακή 26 Απριλίου 2026

"Βόμβα" από τον Αρειο Πάγο, για τους πολίτες, που τους χρωστάει το κράτος


ΠΗΓΗ: "AΔΕΚΑΣΤΟΣ" στην "κυριακάτικη δημοκρατία"

"Υπάρχουν δικασταί εις τα Αθήνας", κατά παράφραση της ιστορικής φράσης του μυλωνά του Πότσδαμ: “Υπάρχουν δικασταί εις το Βερολίνο!”»

Aποδεικνύεται απόλυτα μετά την εισήγηση - σταθμό Αρεοπαγίτη,  που ανοίγει το δρόμο, για να εισπράττονται από ιδιώτες, με απλή διαταγή πληρωμής ποσά, που τους οφείλονται από Δήμους, Περιφέρειες, δημόσια νοσοκομεία, πανεπιστημιακά και εκκλησιαστικά ιδρύματα.

Η εισήγηση του δικαστή, ο οποίος έχει κρατήσει "γενναία " στάση σε μεγάλες υποθέσεις με ζητήματα  γενικότερου ενδιαφέροντος, για τα οποία αποφάσισε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, με την εισήγηση του ανατρέπει τα μέχρι σήμερα ισχύοντα, για τα χρέη του δημοσίου προς τους ιδιώτες.

Η τελική κρίση ανήκει στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, που καλείται στις 30 Απριλίου να αποφασίσει, για το παραπανω ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος, όπως έκανε και με την απόφαση υπερ των δανειοληπτών, για τους τόκους των δανείων, που πλέον θα υπολογίζονται με βάση τη μηνιαία δόση και όχι επί του συνολικού ανεξόφλητου χρέους,  

Η διαδρομή της υπόθεσης

Η υπόθεση, που έφτασε στον Αρειο Πάγο, αφορά αντιδικία ιδιώτη με το Δήμο Νέας Σμύρνης, για  πληρωμή ποσού 25.962,50 ευρώ.

Η υπόθεση ξεκίνησε 20 χρόνια πριν, το... μακρινό 2006, όταν το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την υπ΄αριθμόν 4923/2007 απόφασης του εξέδισε διαταγή πληρωμής.

Ο Δήμος Νέας Σμύρνης άσκησε έφεση και το Εφετείο με την υπ΄αριθμόν 6565/2009 απόφασης του,  έκανε τυπικά και κατ’ ουσίαν δεκτή την έφεση  και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, ακύρωσε την επιταγή αυτή, προς πληρωμή ποσού 25.962,50 ευρώ, που συντάχθηκε κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της διαταγής πληρωμής.

Το Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο προσέφυγε ο ιδιώτης, ασκώντας αναίρεση κατά της απόφασης του Εφετείου, παρέπεμψε την υπόθεση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.

Το δικαστήριο αρνήθηκε την εφαρμογή νόμου ως αντισυνταγματικού, στην οποία βασίστηκε η κρίση του Εφετείου και παρέπεμψε το ζήτημα στην Ολομέλεια, αλλά και επειδή έκρινε ότι ανακύπτει ζήτημα γενικότερου ενδιαφέροντος και συγκεκριμένα, για να κριθεί εαν οι διαταγές πληρωμής είναι ή δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του νόμου, που αφορά τα χρέη του δημοσίου.

Το σκεπτικό του Αρεοπαγίτη - εισηγητή:

O ανώτατος δικαστής αναφέρεται στα άρθρα 94 παρ. 4 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος, σύμφωνα με τα οποία στα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια μπορεί να ανατεθεί και  η λήψη μέτρων για τη συμμόρφωση της διοίκησης με τις δικαστικές αποφάσεις. Οπως επισημαίνει "οι δικαστικές αποφάσεις εκτελούνται αναγκαστικά και κατά του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, όπως νόμος ορίζει», και (άρθρο 95) «1…5".

Και συνεχίζει:

«Η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται προς τις δικαστικές αποφάσεις. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής γεννά ευθύνη για κάθε αρμόδιο όργανο, όπως νόμος ορίζει. Νόμος ορίζει τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της συμμόρφωσης της διοίκησης».

Και συμπληρώνει:

"Με το άρθρο 1 του Ν. 3068/2002, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του ανωτέρω άρθρου 94 παρ.4 του Συντάγματος, ορίστηκε ότι «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων, που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει».

Σε άλλο σημείο της εισήγησης του ο Αρεοπαγίτης αναφέρεται στο νόμο  Ν. 3068/2002, που εκδόθηκε σε εκτέλεση του  άρθρου 94 παρ.4 του Συντάγματος, που ορίζει  ότι «Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων. Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων, που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει».

Και μεταξύ άλλων καταλήγει:

"Από τις εκτεθείσες συνταγματικές διατάξεις και εκείνες του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και της ΕΣΔΑ σαφώς συνάγεται, ότι, προς επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτές σκοπού της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, είναι αναγκαίο να συμπεριληφθούν στους τίτλους, που μπορούν να εκτελεστούν κατά του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και οι κατά τα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ διαταγές πληρωμής, εφόσον και μόνο αυτές έχουν εκδοθεί από δικαστή, αφού, ναι μεν αυτές εκδίδονται από αυτόν, χωρίς προηγουμένως να ακουστεί και να αναπτύξει τις απόψεις του ο καθού, μετά από εξέταση
της συνδρομής των κατά νόμο προϋποθέσεων για την έκδοσή τους και όχι από συγκροτημένο πλήρως δικαστήριο, πλην όμως εξομοιώνονται λειτουργικώς με τις δικαστικές αποφάσεις, διότι, αφ` ενός μεν επιλύουν διαφορές, αφ` ετέρου δε ανταποκρίνονται στα βασικά λειτουργικά γνωρίσματα της προβλεπόμενης από το άρθρο 20 του Συντάγματος δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι, αφενός μεν εκδίδονται από τακτικούς δικαστές, που απολαμβάνουν λειτουργικής και προσωπικής ανεξαρτησίας, υποκείμενοι στο αυστηρό πλαίσιο άσκησης των καθηκόντων τους, που καθορίζεται στα άρθρα 87-91 του Συντάγματος, αφετέρου δε παρέχεται η δυνατότητα στον καθού η διαταγή πληρωμής να ασκήσει ανακοπή και να προβάλει τους ισχυρισμούς του, τόσο ως προς τη μη συνδρομή του προϋποθέσεων έκδοσης της διαταγής πληρωμής, όσο και ως προς την απαίτηση.

Και συμπληρώνει:

"Συνεπώς, η ανωτέρω νομοθετική ρύθμιση του άρθρου 20 Ν. 3301/2004, κατά την οποία δεν
εκτελούνται οι διαταγές πληρωμής, κατά του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και των Διεθνών Συμφώνων, οι τελευταίες των οποίων έχουν υπερνομοθετική
ισχύ κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, και ως εκ τούτου είναι δυνατή η αναγκαστική εκτέλεση διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε από δικαστή, κατά του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου. Εξάλλου, κατά
τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. 

Εν κατακλείδι, σύμφωνα με τον εισηγητή Αρεοπαγίτη: "To Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 20 του Ν. 3301/2004, η οποία δεν είναι εφαρμοστέα ως προς την εκτέλεση των διαταγών πληρωμής, που έχουν εκδοθεί από δικαστή (τις οποίες και μόνο αφορά ο παραπεμφθείς στην Ολομέλεια του δικαστηρίου τούτου αναιρετικός λόγος), όταν στρέφονται κατά του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, όπως είναι ο αναιρεσίβλητος Δήμος, και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, αφού η διάταξη αυτή αντίκειται στις παραπάνω διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, που, μαζί με το προαιρετικό Πρωτόκολλο του, κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997 και συνεπώς είναι δυνατή η αναγκαστική εκτέλεση κατά των ανωτέρω με βάση τέτοια διαταγή πληρωμής".







"Πάγωσε" το Μαξίμου η νέα παρέμβαση της Λάουρα Κοβέσι



ΠΗΓΗ: "Eστία της Κυριακής"

"Ηλιος με.. δόντια"!

Ετσι χαρακτήρισαν ανώτατες δικαστικές πηγές τη σχέση της Κυβέρνησης με την Ευρωπαία Εισαγγελέα Λάουρα Κοβέσι.

Πίσω από τα χαμόγελα και τις κάμερες, στις συναντήσεις της Ρουμάνας εισαγγελέα με υπουργούς, βρίσκεται σε εξέλιξη μια τεράστια σύγκρουση, για την υπόθεση του σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ, με κορυφαίο ζήτημα την παράταση της θητείας των τριών Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωπαίων εισαγγελέων Πόπης Παπανδρέου, Χαρίκλειας Θάνου και Διονύση Μουζάκη.

Η κ. Κοβέσι, σε μια συζήτηση με τον δημοσιογράφο Παύλο Τσίμα, στο 11ο "Φόρουμ των Δελφών" υπεραμύνθηκε του θεσμού που εκπροσωπεί αλλά και των Ευρωπαίων Εισαγγελέων από τα πυρά που δέχονται το τελευταίο διάστημα, ενώ απέρριψε κατηγορηματικά τα περί έμμεσης άσκησης πολιτικής και περιέγραψε τα εμπόδια και τις πολιτικές πιέσεις που ασκούνται για να μην ολοκληρωθεί η έρευνα.

«Ποιος έχει συμφέρον να σταματήσει τις έρευνες;» διερωτήθηκε η κ. Κοβέσι, ενώ το πλέον φλέγον ζήτημα που έθιξε η Ευρωπαία Εισαγγελέας, ήταν η ανανέωση της θητείας των τριών Ελλήνων εισαγγελέων, που στελεχώνουν το ευρωπαϊκό κλιμάκιο, των κ.κ. Παπανδρέου, Μουζάκη και Θάνου.

Η κ. Κοβέσι υπήρξε κατηγορηματική: η θητεία τους έχει ήδη ανανεωθεί από το Κολέγιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO), όπως ορίζει ο κανονισμός, καθώς το έργο τους κρίνεται εξαιρετικό.

«Δεν υπάρχει λόγος ο Άρειος Πάγος να αντιταχθεί στην απόσπαση τους», σημείωσε, ενώ συμπλήρωσε με νόημα:

«Ποιος έχει συμφέρον να απομακρύνει αυτούς τους εισαγγελείς από τις υποθέσεις, ενώ έχουν κάνει σπουδαία δουλειά; Γιατί να σταματήσουν οι εισαγγελείς που εργάζονται στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ;».

Ενώ σε περίπτωση που το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο απορρίψει την ανανέωση τους, η κ. Κοβέσι προειδοποίησε πως η διαφωνία θα λυθεί στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Λουξεμβούργο!
«Δε μπορώ να φανταστώ ότι δεν θα ανανεωθούν οι θητείες των τριών εισαγγελέων. Δεν είναι υπαρκτό σενάριο για εμένα. Έχουν ανανεωθεί οι θητείες τους από το Κολλέγιο Ευρωπαίων Εισαγγελέων. Οι δικαστές είναι ανεξάρτητοι, δεν θα ακολουθήσουν το θόρυβο των πολιτικών. Για εμένα δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Η ευρωπαϊκή εισαγγελία είναι το καλύτερο εργαλείο που έχει η Ευρώπη απέναντι στο έγκλημα», είπε η κ. Κοβέσι, ενώ για τη συνεργασία της με τις ελληνικές αρχές σημείωσε ότι δεν έχει κάτι αρνητικό να πει και ότι οι αρχές έχουν δείξει μεγάλη διάθεση να ακούσουν τις προτάσεις της. Αναγνώρισε, δε, ως δίκαιη τη δήλωση του πρωθυπουργού ότι η υπόθεση πρέπει να ολοκληρωθεί γρήγορα.

Το ζήτημα της παράτασης της θητείας των τριών Ελλήνων εντεταλμένων Ευρωεισαγγελέων, Πόπης Παπανδρέου, Χαρίκλειας Θάνου και Διονύση Μουζάκη κυριάρχησε και στη συνάντηση, που είχε η κ. Κοβέσι με τον Υπουργό Δικαιοσύνης Γιώργο Φλωρίδη και τον Υφυπουργό Ιωάννη Μπούγα.

Η κ. Κοβέσι ρώτησε πότε αναμένεται η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης (ΑΔΣ), γιά το θέμα της παράτασης της θητείας των τριών εισαγγελέων και η απάντηση της ηγεσίας του υπουργείου ήταν ότι εκτιμάται πως εντός του πρώτου 15νθημερου του επόμενου μήνα θα ληφθεί η σχετική απόφαση του ΑΔΣ.

Mάλιστα ο κ. Φλωρίδης δήλωσε ότι, για το θέμα θα αποφασίσει το ΑΔΣ, ενώ ο κ. Μπούγας, σε δηλώσεις σε τηλεοπτικό σταθμό, δεν αντέλεξε σε αυτό, συμπλήρωσε όμως ότι, η προσωπική του άποψη είναι πως υπερισχύει το ενωσιακό δίκαιο, έναντι του εσωτερικού δικαίου.

Κι ενώ βρίσκεται σε εξέλιξη ένα αόρατο "μπρα ντε φερ" της Κυβέρνησης με την Ευρωπαική Εισαγγελία, με κορυφή του παγόβουνου την παράταση της θητείας των τριών εντεταλμένων ελλήνων εισαγγελέων, υπάρχει ήδη ένα νομικό προηγούμενο, όπου ο Αρειος Πάγος έχει υποστεί ήττα σε σχέση με την επιλογή των εισαγγελέων, που θα στελέχωναν την ελληνική υπηρεσία της Ευρωπαικής Εισαγγελιας.

Ηταν τον Ιούνιο του 2021, όταν το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου είχε επιλέξει ομόφωνα, με 11 ψήφους υπέρ και 0 κατά, τους 7 εισαγγελικούς λειτουργούς, οι οποίοι θα αποτελούσαν τα στελέχη του γραφείου της Ευρωπαικής Εισαγγελίας στην Αθήνα, μεταξύ των οποίων τους Εισαγγελείς Εφετών Οδυσσέα Τσορμπατζόγλου και Αμαλία Μπακαλώνη, οι οποίοι δεν έγιναν δεκτοί από την κ Κοβέσι, που άσκησε  βέτο, για την επιλογη τους.

Μάλιστα αυτό είχε αποτελέσει αιτία για την πρώτη επίσκεψη της κ. Κοβέσι στη χώρα μας, όπου είχε συναντηθεί με τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Κώστα Τσιάρα και την ηγεσία του Αρείου Πάγου, οι οποίοι δεν κατάφεραν να αλλάξουν την απόφαση της Ευρωπαικής Εισαγγελίας!

Γιά το ίδιο θέμα τοποθετήθηκε και η επίτιμη Πρόεδρος του Αρείου Πάγου και πρώην Πρωθυπουργός Βασιλική Θάνου, η οποία τόνισε ότι, τυτικά υπάρχει δυνατότητα μη αποδοχής της ανανέωσης από τον Άρειο Πάγο, αλλά επισημαίνει ταυτόχρονα πως μια τέτοια απόφαση θα ήταν θεσμικά ασυνήθιστη και θα δημιουργούσε σοβαρά ερωτήματα συνέπειας και αξιοπιστίας. Μάλιστα, η ίδια δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι βρίσκονται σε εξέλιξη σημαντικές έρευνες, όπως υποστηρίζει, για σοβαρά οικονομικά εγκλήματα εις βάρος της ΕΕ, στις οποίες έχουν ήδη εντοπιστεί συγκεκριμένα πρόσωπα. Έτσι, υπονοεί πως η μη ανανέωση της θητείας θα μπορούσε να επηρεάσει τη συνέχεια ή την αξιοπιστία των ερευνών.


Κι ενώ ο πανικός στο Μέγαρο Μαξίμου, για τις αποκαλύψεις της κ. Κοβέσι, έφτασε σε σημείο υπουργοί να μιλάνε ακόμη και για "grexit" από την Ευρωπαική Εισαγγελία,  η επίτιμη Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου, έκανε πολλούς να "κοκκινίσουν" από αιδημοσύνη, με όσα είπε για το θεσμό, μιλώντας στην εκδήλωση για την  παρουσίαση του νέου βιβλίου του Αντώνη Ρουπακιώτη "Ανατομία της Δικαστικής Εξουσίας - Αλήθειες και Μύθοι".


Η κ. Δημητρίου  από τον Μάρτιο του 2018 ήταν Πρόεδρος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την κατάρτιση του πρώτου Σχεδίου Νόμου και αντίστοιχης Αιτιολογικής Έκθεσης, για την εφαρμογή στο ελληνικό δικαιϊκό σύστημα του Κανονισμού ΕΕ 2017/1936 για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), έργο που παραδόθηκε στις 16-7-2018 και κατέληξε στην ψήφιση του Νόμου 4596/2019, όπως αυτός ισχύει σήμερα μετά την τροποποίησή του με το Νόμο 4786/2021 (Κεφάλαιο Δ, Εφαρμοστικές Διατάξεις του Κανονισμού ΕΕ 2017/1936).

Οπως είπε  "πρόκειται για ένα όργανο, στο στήσιμο του οποίου η Ελλάδα έλαβε μέρος από την πρώτη στιγμή σε όλες τις διαδικασίες. Το σπουδαιότερο πράγμα, που πολλοί θέλουν να ξεχνούν, λέγοντας πως «δεν είναι και σπουδαίο όργανο» (η EPPO), πως «αν θέλουμε καταργούμε το Νόμο (εννοούν τον εφαρμοστικό του Κανονισμού, Νόμο) και φεύγουμε από την EPPO», ότι η χώρα μας κατά την Προεδρία της ΕΕ, το Ά Εξάμηνο του 2014 είναι αυτή, που ουσιαστικά με αγώνα πολλών συνεδριάσεων διαμόρφωσε το Κολεγιακό Μοντέλο της EPPO, όπως υπάρχει και λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Από την προηγούμενη Προεδρία της Λιθουανίας είχε παραληφθεί ένα τελείως διαφορετικό δεκαμελές μοντέλο της EPPO.

Η Ελλάδα αντί να είναι υπερήφανη γι’ αυτό της το έργο, έφτασε να το απαξιώνει με όλους τους τρόπους. Και επί τη ευκαιρία, ας μάθουν οι συμπολίτες μας,  πως τα κράτη – μέλη της ΕΕ που ανήκουν στο θεσμό της EPPO, δεν είναι ούτε 22, ούτε 27, όπως τώρα τελευταία ακούγεται δυστυχώς από επίσημα πολιτικά χείλη. Είναι 24. Αυτά που δεν ανήκουν είναι η Ουγγαρία, η Δανία (βάσει του Πρωτοκόλλου 22) και η Ιρλανδία (βάσει του Πρωτοκόλλου 21). Οι δύο τελευταίες με τα προαναφερθέντα πρωτόκολλα, όταν αποδέχτηκαν την ΣΛΕΕ, συμφώνησαν για μειωμένο status συμμετοχής τους σε δικαστικές και αστυνομικές διαδικασίες, οπότε γι’ αυτό δεν συμμετέχουν στην EPPO".

Και συμπλήρωσε η κ. Δημητρίου: "Για ποια εμπιστοσύνη των πολιτών στην ελληνική και ευρωπαϊκή δικαιοσύνη και στους λειτουργούς της μπορούμε να μιλάμε, όταν πολιτικά πρόσωπα δεν την εμπιστεύονται; Την απαξιώνουν και τη διασύρουν μη διαθέτοντας, τη στοιχειώδη υπομονή και ευπρέπεια απέναντί της, μέχρι να πει την τελική της κουβέντα. Ακόμη και σε προκαταρκτικά στάδια δικαστικών ενεργειών εξανίστανται, την καθυβρίζουν και προκαταλαμβάνουν τις αποφάσεις της. Πουθενά στον ορίζοντα η σωκρατική στάση απέναντι ακόμη και σε άδικη απόφαση.

Πως φτάσαμε άραγε και γίναμε φτωχοί, με τέτοια προίκα που μας έχει αφήσει το ένδοξο παρελθόν μας;".

Mάλιστα, όπως είπε η κ. Δημητρίου τον Νοέμβριο του 2018, η Εισαγγελία του Α.Π., σε συνεργασία με τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τη Γενική Γραμματεία κατά της Διαφθοράς, υπό την αιγίδα του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου, διοργανώθηκε το 1 ο Διεθνές τριήμερο Συνέδριο για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με συμμετοχή 82 Εισαγγελέων από τα κράτη – μέλη της ΕΕ και τρίτες εκτός αυτής χώρες, επτά Γενικών Εισαγγελέων, εκπροσώπου της Commission, εκπροσώπου της OLAF, του Προέδρου και Αντιπροέδρου, καθώς και του Διοικητικού Διευθυντή της Eurojust και πλήθους επιστημόνων. Επρόκειτο για το πρώτο Συνέδριο, που έγινε στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την EPPO. Eίχε σκοπό να ενημερώσει τον νομικό κόσμο, αλλά και όλους τους δημόσιους φορείς για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες, τωρινές και μελλοντικές της EPPO, όπως και για την αναδιοργάνωση των αρμοδιοτήτων της OLAF και της Eurojust, προκειμένου να συνεργαστούν αρμονικά με την EPPO.


Με το μοναδικό χαρισματικό του τρόπο μίλησε και συγγραφέας του βιβλίου Αντώνης Ρουπακιώτης, για το  νέο του βιβλίο «Ανατομία της Δικαστικής Εξουσίας – Αλήθειες και μύθοι», από τις εκδόσεις "ΘΕΜΕΛΙΟ".

Ο πρώην Υπουργός Δικαιοσύνης και πρώην υπηρεσιακός Υπουργού Εργασίας και Εσωτερικών, ο οποίος υπήρξε και επιτυχημένος πρώην Πρόεδρος του ΔΣΑ, σε μιά εποχή όπου έχει τρωθεί όσο ποτέ το κύρος της Δικαιοσύνης, έγραψε και μίλησε με τη ματιά, όχι τη "στεγνή" του νομικού, αλλά κυρίως του αγωνιστή της δικαιοσύνης και της κοινωνικής συνοχής.

"Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να κάτσει μόνη της εάν δεν έχει συνοδεία και τη δημοκρατία. Η μία χωρίς την άλλη δεν μπορεί να  πορευτεί. Από τη  στιγμή που είναι πάσχουσα η δημοκρατία μας, είναι πάσχουσα και η δικαιοσύνη", τόνισε ο κ. Ρουπακιώτης.

Και τόνισε: "Δεν είναι η πολιτικη εξουσία, αλλά η κυβερνητική εξουσία,  αυτή είναι που κανοναρχεί, αυτή είναι που ορίζει τα πάντα ανάλογα με το ιδεολογικό στίγμα της κάθε κυβέρνησης".


Με τη ματιά του δικαστή - στοχαστή μίλησε στην ίδια εκδήλωση, για το βιβλίο του Αντώνη Ρουπακιώτη ο επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννης Γράβαρης, ο οποίος έκλεισε την ομιλία του με έναν εμβληματικό επίλογο. Eίπε:

"Άφησα για το τέλος τις μακρές αναφορές του βιβλίου σε καταστάσεις της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης ζέουσες, του σήμερα. Τις τηλεφωνικές υποκλοπές [βλέπω με χαρά σήμερα εδώ τον Δικαστή – τον πάντα Δικαστή – Χρήστο Ράμμο], τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το Χρηματιστήριο, τη Siemens, τις υποθέσεις Βατοπεδίου, Marfin, Βγενόπουλου και πολλά άλλα. Με αναφορές, μεταξύ άλλων, σε δικαστικές αποφάσεις, ονόματα και πράξεις συγκεκριμένων δικαστών. Και την καταληκτική, πολύ βαριά εκτίμηση του Αντώνη Ρουπακιώτη πως - έτσι ακριβώς το λέει - «το δικαστικό σύστημα βρίσκεται στις ημέρες μας στο χειρότερο επίπεδο από την πτώση της δικτατορίας […].». 

Δεν θα τοποθετηθώ σ’ αυτά.

Μεταξύ άλλων, είναι πολύ κοντινή η ιδιότητά μου ως δικαστή για να το κάνω. Θα πω όμως τούτο, όπως το αισθάνομαι. Κάτι πολύ σοβαρό, κυρίες και κύριοι, συμβαίνει στη χώρα μας και στον κόσμο. Έχει να κάνει όχι πια με τα επί μέρους, αλλά με το ίδιο το νόημα της ζωής. Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία βρίσκεται σε τέτοιαν απορρύθμιση μια γενική αντίληψη για το νόημα του κόσμου, ικανή να συνέχει στοιχειωδώς τους ανθρώπους και να ανακουφίζει την υπαρξιακή αγωνία. Έτσι, έρχεται και καλύπτει το κενό η βουλιμική κατανάλωση και η βία κάθε μορφής. Η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη, ως κατ’ εξοχήν συστήματα του Λόγου, πλήττονται καίρια από την κατάσταση αυτή. Και τί απομένει? Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για τον Αντώνη, μέχρι να βγει το βιβλίο, βρήκα τούτους τους στίχους του:

« Όλο πιο λίγοι μένουμε απ’ τους παλιούς […]

Από εκείνους που τρέχαμε, φωνάζαμε, θυμώναμε, ελπίζαμε.

Κι όλ’ αυτά γιατί? Μήπως για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη?

Δεν ξέρω. […]

Το μόνο που ξέρω είναι πως την Ελένη εμείς δεν θα τη βρούμε πια.

Βρήκαμε όμως το πουκάμισο.

Μπορεί νάχει απάνω του ένα κόμπο ιδρώτα

Ή ένα δάκρυ αστέγνωτο μες τον καιρό.

[…] Γι αυτό και το πουκάμισο δεν είναι ίσως λίγο.

Σήμερα αρκεί και μόνο

Κάτι να κρατάς.»

Να λοιπόν που φεύγοντας απόψε θα κρατάμε τούτο το βιβλίο σας για τη Δικαιοσύνη, Αντώνη Ρουπακιώτη, για τη Δημοκρατία και για τον Άνθρωπο. Δεν είναι λίγο".







Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Χαράλαμπος Βουρλιώτης για ΟΠΕΚΕΠΕ από τους Δελφούς: Δεσμεύσεις έως 500 εκατομμυρίων ευρώ από ελέγχους πόθεν έσχες 170.000 υπόχρεων

«Θα ήμουν ανειλικρινής αν έλεγα ότι δεν υπάρχει διαφθορά στην Ελλάδα», τόνισε ο επικεφαλής της Αρχής για το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος


Ο πρόεδρος της αρχής για το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, Χαράλαμπος Βουρλιώτης στο βήμα του 11ου Οικονομικού Φόρουμ των Δελφών 

ΠΗΓΗ: https://www.newsit.gr/ellada/xaralampos-vourliotis-gia-opekepe-apo-tous-delfous-desmeyseis-eos-500-ekatommyrion-eyro-apo-elegxous-pothen-esxes-170-000-ypoxreon/4658886/

«Βόμβες» από τον επικεφαλής της Αρχής για το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, Χαράλαμπο Βουρλιώτη στις εργασίες του 11ου φόρουμ των Δελφών την Παρασκευή (24.04.2026). Ο κύριος Βουρλιώτης παρέθεσε αποκαλυπτικά στοιχεία για τις δεσμεύσεις της αρχής σε ό,τι αφορά τις παράνομες επιδοτήσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ, οι οποίες φθάνουν έως τα 500 εκατομμύρια ευρώ.

Ο πρόεδρος της Αρχής για το ξέπλυμα βρόμικου χρήματος, Χαράλαμπος Βουρλιώτης, αποκάλυψε απαντώντας σε ερωτήσεις της δημοσιογράφου Ιωάννας Μάνδρου, ότι από τον έλεγχο του πόθεν έσχες για 170 χιλιάδες υπόχρεους του ΟΠΕΚΕΠΕ, προκύπτουν χιλιάδες παραβάσεις για ποσά που φθάνουν έως τα 500 χιλιάδες ατομικά για χιλιάδες ελεγχόμενους, ενώ το σύνολο των δεσμεύσεων της Αρχής σε ένα χρόνο φθάνει το 1 δις ευρώ.

Απαντώντας ο κ. Βουρλιώτης σε ερώτηση, ποια είναι η γνώμη του για το επίπεδο διαφθοράς στη χώρα μας μετά την παράθεση των στοιχείων για τις δεσμεύσεις, τόνισε μεταξύ άλλων, ότι «εκείνο που τον ανησυχεί είναι ότι η διαφθορά που είναι υπαρκτή εμφανίζεται ως καθημερινότητα» για να προσθέσει πως «διαφθορά δεν υπάρχει μόνον στη χώρα μας αλλά αποτελεί ένα πανευρωπαϊκό πρόβλημα».

Αναφερόμενος σε έρευνες της Αρχής κατά της διαφθοράς, αποκάλυψε ότι ερευνώνται δεκάδες πρόσωπα για τρομοκρατική δράση η για χρηματοδότηση της τρομοκρατίας και λόγω των γεωπολιτικών εξελίξεων, ενώ έχουν γίνει δεσμεύσεις εκατομμύριων ευρώ στο πλαίσιο των εν λόγω ελέγχων.

Σε ό,τι αφορά τις έρευνες της Αρχής για την τρομοκρατία ο κύριος Βουρλιώτης δήλωσε «ότι περιλαμβάνουν και πρόσωπα που σχετίζονται με τις γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή μας», ενώ αναφέρθηκε ότι ο σχετικός κατάλογος των ελεγχόμενων προσώπων «είναι εξαιρετικά δυναμικός, στον οποίο κάθε μέρα εντάσσονται και αποχωρούν άτομα, είτε με αποφάσεις της Αρχής, είτε του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, είτε της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Το ύψος των δεσμεύσεων για αυτού του είδους τις δραστηριότητες είναι πάρα πολλά εκατομμύρια», παρατήρησε.


Συμπλήρωσε, δε, ότι η «Αρχή μας έχει αναμειχθεί στο θέμα των κυρώσεων λόγω του πολέμου που βρίσκεται σε εξέλιξη στην Ουκρανία, αλλά και στην περίπτωση του Ιράν». Από το 2020 – 2021, όταν ξεκίνησε η ρωσο-ουκρανική σύγκρουση, ανέφερε «έχουμε επιβάλει πολλές κυρώσεις σε πρόσωπα, κυρίως Ρώσους υπηκόους που σχετίζονται με το καθεστώς της Ρωσίας και οι οποίοι προσέφεραν υπηρεσίες ή συνεργάζονταν με το καθεστώς», ανέφερε. «Φυσικά, ό,τι περιουσιακό στοιχείο βρέθηκε στην Ελλάδα, δεσμεύτηκε», δήλωσε χαρακτηριστικά.

Επίσης, για την περίπτωση του Ιράν, ο κ. Βουρλιώτης τόνισε ότι δεσμεύτηκαν πολλά φορτία που μετέφεραν προϊόντα διττού σκοπού, δηλαδή προϊόντα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν τόσο για ειρηνικούς όσο και για πολεμικούς σκοπούς. «Υπάρχουν πρώτες ύλες που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ηλεκτρονικών υπολογιστών και λιπασμάτων, και αυτά δεσμεύονται στα ελληνικά χωρικά ύδατα», εξήγησε. Πρόσθεσε, μάλιστα, ότι «έχουν γίνει πολλές τέτοιες δεσμεύσεις» για να προσθέσει ότι στο πλαίσιο των κυρώσεων περιλαμβάνεται και ιρανικών συμφερόντων πιστωτικό ίδρυμα.
Η περίπτωση της «λευκής κόλλας»

Σε ό,τι αφορά τον έλεγχο του πόθεν έσχες ο Χαράλαμπος Βουρλιώτης αποκάλυψε ότι «προκύπτουν χιλιάδες πολλές παραβάσεις». Τώρα τελευταία, όπως ανέφερε, έχουν εντοπίσει ένα φαινόμενο, το οποίο ο ίδιος ονόμασε το φαινόμενο της «λευκής κόλλας». Και διευκρίνισε ότι «Πολλοί υπόχρεοι που υποβάλλουν δηλώσεις περιορίζονται σε μια υποβολή, πατώντας το πλήκτρο ”υποβολή δήλωσης”, η οποία δεν περιέχει τίποτα απολύτως. «Αυτό σημαίνει ότι αν με βρουν, με βρήκαν. Ωστόσο, εμείς, πρόσθεσε, τον τρόπο και εντοπίζουμε αυτές τις περιπτώσεις και έχουμε διαπιστώσει ότι έτσι αποκρύπτονται τεράστια ποσά από υπόχρεους, οι οποίοι δεν μπορούν να δικαιολογήσουν σε καμία περίπτωση τα εισοδήματα που έχουν».
Ρουτίνα η διαφθορά

Απαντώντας σε ερωτήσεις για φαινόμενα διαφθοράς στη χώρα, ο κύριος Βουρλιώτης τόνισε μεταξύ άλλων: «Θα ήμουν ανειλικρινής αν έλεγα ότι δεν υπάρχει διαφθορά στην Ελλάδα». Στη συνέχεια, υπογράμμισε ότι δεν θα ήταν συνεπής αν ισχυριζόταν πως μόνο στην Ελλάδα υπάρχει το φαινόμενο και πουθενά αλλού».

Εστιάζοντας στην ελληνική πραγματικότητα, επισήμανε ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα για τη χώρα είναι πως η διαφθορά έχει αρχίσει να γίνεται μία καθημερινότητα: «Με το πέρασμα του χρόνου, η διαφθορά στην ελληνική πραγματικότητα αρχίζει να γίνεται κουλτούρα ανοχής, κουλτούρα επιδοκιμασίας και, στο τέλος, κουλτούρα μιμητισμού», δήλωσε, επισημαίνοντας ότι αυτή η τάση ενισχύει το πρόβλημα.
«Έχουν ευθύνη και οι δικαστές»

«Οι ίδιοι οι άνθρωποι πρέπει να αναδείξουν τις αρχές που υπηρετούν, είτε είναι σε Ανεξάρτητηες Αρχές,είτε η δικαιοσύνη», τόνισε, προσθέτοντας ότι ο θεσμός της δικαιοσύνης παραμένει σεβαστός, αλλά δεν πρέπει να αγνοούμε τις αστοχίες από μερικούς που δημιουργούν αφορμές για αμφισβήτηση.

«Πρέπει και εμείς οι ίδιοι, αυτοί που υπηρετούμε σε θεσμούς, όπως η δικαιοσύνη και οι ανεξάρτητες αρχές, με τον τρόπο μας, τη συμπεριφορά μας και τη στάση μας, να αναδείξουμε τις αρχές και να τις καταξιώσουμε», τόνισε, προσθέτοντας ότι μόνο έτσι μπορεί να αποφευχθεί η περαιτέρω απαξίωση.
«Αναχώματα στη δικαιοσύνη»

Σχετικά με τη διαχείριση των αποφάσεων της δικαιοσύνης από τα πολιτικά κόμματα, ο κύριος Βουρλιώτης τόνισε.

«Το πολιτικό σύστημα, στην προσπάθειά του να επωφεληθεί, θα αναζητήσει αναχώματα στη δικαιοσύνη με τρόπο που δεν επιτρέπεται και βλάπτει έτσι τη δικαιοσύνη».

Τέλος, ανέφερε ότι «δεν έχει δεχθεί πολιτικές πιέσεις στην άσκηση των καθηκόντων του».

Ολόκληρη η ομιλία της επίτιμης Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ξένης Δημητρίου, για το βιβλίο του Αντώνη Ρουπακιώτη "ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ - ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ"



Την ώρα, που ο πανικός στο Μέγαρο Μαξίμου, για τις αποκαλύψεις της Ευρωπαίας Εισαγγελέα Λάουρας Κοβέσι, για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και γιά όσα είπε  για τη διαφθορά στη χώρα μας στο "Φόρουμ των Δελφών" έφτασε σε σημείο υπουργοί, να μιλάνε ακόμη και για "grexit" από
την Ευρωπαική Εισαγγελία, η επίτιμη Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη
Δημητρίου, έκανε πολλούς να "κοκκινίσουν" από αιδημοσύνη, με όσα είπε
για το θεσμό, μιλώντας στην εκδήλωση για την παρουσίαση του νέου
βιβλίου του Αντώνη Ρουπακιώτη "Ανατομία της Δικαστικής Εξουσίας -
Αλήθειες και Μύθοι".

Με τη γενναιότητα, την εντιμότητα και τη ρηξικέλευθη στάση, που επέλεξε στη συνολική της πορεία εντός και εκτός Δικαιοσύνης, η Εισαγγελέας Αρείου Πάγου επί τιμή Ξένη Δημητρίου, δεν υπήρξε μόνον η δεύτερη γυναίκα Εισαγγελέας του Άρειου Πάγου στην Ελλάδα και πρώτη Εισαγγελέας ανηλίκων, αλλά από τον Μάρτιο του 2018 ήταν Πρόεδρος της
Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την
κατάρτιση του πρώτου Σχεδίου Νόμου και αντίστοιχης Αιτιολογικής
Έκθεσης, για την εφαρμογή στο ελληνικό δικαιϊκό σύστημα του Κανονισμού
ΕΕ 2017/1936 για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), έργο που παραδόθηκε
στις 16-7-2018 και κατέληξε στην ψήφιση του Νόμου 4596/2019, όπως
αυτός ισχύει σήμερα μετά την τροποποίησή του με το Νόμο 4786/2021
(Κεφάλαιο Δ, Εφαρμοστικές Διατάξεις του Κανονισμού ΕΕ 2017/1936).


Οπως είπε "πρόκειται για ένα όργανο, στο στήσιμο του οποίου η Ελλάδα
έλαβε μέρος από την πρώτη στιγμή σε όλες τις διαδικασίες. Το
σπουδαιότερο πράγμα, που πολλοί θέλουν να ξεχνούν, λέγοντας πως «δεν
είναι και σπουδαίο όργανο» (η EPPO), πως «αν θέλουμε καταργούμε το
Νόμο (εννοούν τον εφαρμοστικό του Κανονισμού, Νόμο) και φεύγουμε από
την EPPO», ότι η χώρα μας κατά την Προεδρία της ΕΕ, το Ά Εξάμηνο του
2014 είναι αυτή, που ουσιαστικά με αγώνα πολλών συνεδριάσεων
διαμόρφωσε το Κολεγιακό Μοντέλο της EPPO, όπως υπάρχει και λειτουργεί
μέχρι και σήμερα. Από την προηγούμενη Προεδρία της Λιθουανίας είχε
παραληφθεί ένα τελείως διαφορετικό δεκαμελές μοντέλο της EPPO.

Η Ελλάδα αντί να είναι υπερήφανη γι’ αυτό της το έργο, έφτασε να το
απαξιώνει με όλους τους τρόπους. Και επί τη ευκαιρία, ας μάθουν οι
συμπολίτες μας, πως τα κράτη – μέλη της ΕΕ που ανήκουν στο θεσμό της
EPPO, δεν είναι ούτε 22, ούτε 27, όπως τώρα τελευταία ακούγεται
δυστυχώς από επίσημα πολιτικά χείλη. Είναι 24. Αυτά που δεν ανήκουν
είναι η Ουγγαρία, η Δανία (βάσει του Πρωτοκόλλου 22) και η Ιρλανδία
(βάσει του Πρωτοκόλλου 21). Οι δύο τελευταίες με τα προαναφερθέντα
πρωτόκολλα, όταν αποδέχτηκαν την ΣΛΕΕ, συμφώνησαν για μειωμένο status
συμμετοχής τους σε δικαστικές και αστυνομικές διαδικασίες, οπότε γι’
αυτό δεν συμμετέχουν στην EPPO".

Και συμπλήρωσε η κ. Δημητρίου: "Για ποια εμπιστοσύνη των πολιτών στην
ελληνική και ευρωπαϊκή δικαιοσύνη και στους λειτουργούς της μπορούμε
να μιλάμε, όταν πολιτικά πρόσωπα δεν την εμπιστεύονται; Την απαξιώνουν
και τη διασύρουν μη διαθέτοντας, τη στοιχειώδη υπομονή και ευπρέπεια
απέναντί της, μέχρι να πει την τελική της κουβέντα. Ακόμη και σε
προκαταρκτικά στάδια δικαστικών ενεργειών εξανίστανται, την
καθυβρίζουν και προκαταλαμβάνουν τις αποφάσεις της. Πουθενά στον
ορίζοντα η σωκρατική στάση απέναντι ακόμη και σε άδικη απόφαση.

Πως φτάσαμε άραγε και γίναμε φτωχοί, με τέτοια προίκα που μας έχει
αφήσει το ένδοξο παρελθόν μας;".

Mάλιστα, όπως είπε η κ. Δημητρίου τον Νοέμβριο του 2018, η Εισαγγελία
του Α.Π., σε συνεργασία με τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης
και τη Γενική Γραμματεία κατά της Διαφθοράς, υπό την αιγίδα του πρώην
Προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου, διοργανώθηκε το 1 ο
Διεθνές τριήμερο Συνέδριο για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με συμμετοχή 82
Εισαγγελέων από τα κράτη – μέλη της ΕΕ και τρίτες εκτός αυτής χώρες,
επτά Γενικών Εισαγγελέων, εκπροσώπου της Commission, εκπροσώπου της
OLAF, του Προέδρου και Αντιπροέδρου, καθώς και του Διοικητικού
Διευθυντή της Eurojust και πλήθους επιστημόνων. Επρόκειτο για το πρώτο
Συνέδριο, που έγινε στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την EPPO. Eίχε
σκοπό να ενημερώσει τον νομικό κόσμο, αλλά και όλους τους δημόσιους
φορείς για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες, τωρινές και μελλοντικές
της EPPO, όπως και για την αναδιοργάνωση των αρμοδιοτήτων της OLAF και
της Eurojust, προκειμένου να συνεργαστούν αρμονικά με την EPPO.

Διαβάστε ολόκληρη την ομιλία της επίτιμης Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη
Δημητρίου:

"21 Απριλίου 1967. Σήμερα 21 Απριλίου 2026 «τα όνειρα παίρνουν εκδίκηση».

Σήμερα ένας ακούραστος σκαπανέας με γνώση και γνώμη καταδύεται στο ιστορικό παρελθόν του ελληνικού δικαστικού συστήματος.

Καταδύεται στο μαρτύριο της ελληνικής δικαιοσύνης, στις εποχές και στους ανθρώπους της.

Καταδύεται στο δικαιϊκό ελληνικό μεσαίωνα, αλλά και στην ελληνική δικαιική αναγέννηση, που φωτεινοί δικαστικοί λειτουργοί προσπάθησαν, να φέρουν στο δικαιϊκό γίγνεσθαι.

Πόσο σπάνιο είδος σ’ όλες τις εποχές είναι τέτοιου διαμετρήματος σκαπανείς σαν τον συγγραφέα μας, που εκτός από το να ανακαλύπτουν ερείπια, δείχνουν και το δρόμο για την αναδόμησή τους.

Ένας Νέστορας της δικαιοσύνης, με τον οποίο μπορεί να διαφωνεί κανείς όσο θέλει, αλλά που όλοι μας του αναγνωρίζουμε το πάθος του και τους αγώνες του για μια ελληνική δικαιοσύνη χωρίς μαντήλι στα μάτια, που να σε κοιτά κατάματα όταν σε κρίνει, χωρίς σπαθί στο χέρι, με μόνη ρομφαία την ενσυναίσθηση και μια ζυγαριά στο χέρι, όχι πειραγμένη, όπως κάνουν οι απατεωνίσκοι.

Ποιητικώ τω λόγω θα μας πει για τη θεά Θέμιδα, που ο συγγραφέας μας υπηρέτησε και υπηρετεί.

«Λένε πως είσαι τάχα μου τυφλή.

Αλλά δεν είσαι.

Εγώ το ξέρω.

Λένε ακόμα πως κρατάς σπαθί και άλλα τέτοια.

Μύθοι είναι αυτοί που συντηρούν όποιοι έχουν λόγους.

Γι΄αυτό ένα από σένα περιμένω.

Να με κοιτάς, όταν μιλάς, στα μάτια.

Αν το μπορείς.

Αυτό και μόνο μου αρκεί.»

Ήταν η δεύτερη φορά που ένιωσα πόσο αλλιώτικη εισαγγελέας θα ήμουν αν είχα διαβάσει αυτό το βιβλίο, πριν χειριστώ την πρώτη μου υπόθεση.

Διαβάζοντάς το κατεβαίνεις απ’ το άλογο, πατάς στη γη και βλέπεις τις πράξεις των ανθρώπων με επιείκεια.

Η πρώτη φορά που ένιωσα την επιθυμία, να έχω εκπαιδευτεί πριν χειριστώ την πρώτη μου υπόθεση, ήταν, όταν παρακολούθησα στο Αιγινήτειο ένα τριετές πρόγραμμα «Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών στην
Ψυχική Υγεία», καθώς και δύο τρίμηνα εκπαιδευτικά προγράμματα για
«δεξιότητες επικοινωνίας», «δεξιότητες διαχείρισης άγχους» και «δεξιότητες διαπραγμάτευσης».

Σε αυτά τα μαθήματα διδάχτηκα, πως πίσω από τον οποιονδήποτε διάδικο και τις πράξεις του υπάρχει ένας «συν-άνθρωπος», στον οποίο ο δικαστικός λειτουργός πρέπει να ενσκύψει και να κατανοήσει το
παρελθόν του, να εξηγήσει το παρόν του και με την απόφασή του να προκαθορίσει το μέλλον του για τον ίδιο, για το οικογενειακό του περιβάλλον και την περαιτέρω μεταστροφή του και κοινωνική του
ένταξη.

Πόσο πιο ανθεκτικούς δικαστικούς λειτουργούς θα έβγαζε η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, αν αναδιοργάνωνε σε βάθος τα προγράμματά της (και νομίζω πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να το
κάνει) και αν οι σπουδαστές της λάμβαναν παρόμοια εκπαίδευση, ώστε να γνωρίσουν τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου και να ενισχυθούν με δεξιότητες που διδάσκονται, όπως και αν μελετούσαν την ιστορία του ελληνικού δικαστικού συστήματος σε σύγκριση με παραδείγματα άλλων δικαστικών συστημάτων, όπως αυτά αναδεικνύονται στο πόνημα, για το οποίο μιλάμε σήμερα.

Η δικαιοσύνη του Νέστορά μας ίσως να μην κρατάει σπαθί, ο ίδιος όμως κρατάει νυστέρι και ανατομεί lege artis το ελληνικό δικαστικό σύστημα.

Η ανατομία ενός σώματος, όπως και ενός συστήματος είναι μία οδυνηρή πράξη. Κατεβαίνεις από το συννεφάκι της τηβέννου, πηδάς από το συννεφάκι της «ανεξάρτητης δικαιοσύνης», εγκαταλείπεις το περιστέρι της «άτεγκτης συνείδησης» του δικαστή και πέφτεις από τον πλανήτη της «μη διαφθοράς» και αν δεν έχεις αλεξίπτωτα ανθεκτικά σαν του Ώριων της αποστολής Άρτεμις ΙΙ, θα γκρεμοτσακιστείς.

Αυτό το πόνημα μας λέει αυτό που μια φορά κι ένα καιρό, το δωδέκατο μ.Χ. αιώνα, μας το είπε ο φιλόσοφος Βερνάρδος της Σαρτρ: «Εμείς είμαστε σαν νάνοι στους ώμους των γιγάντων γι’ αυτό και μπορούμε να δούμε μακρύτερα από εκείνους» κι αργότερα ο Ισαάκ Νεύτων στην επιστολή του προς τον Ρόμπερτ Χουκ, ότι «Αν είδα μακρύτερα, είναι γιατί στάθηκα στους ώμους γιγάντων» (“if I have seen further, it is by standing on the shoulders of giants.”).

Οι ώμοι των γιγάντων της δικαιοσύνης αποτελούν τα αλεξίπτωτά μας για να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα του ελληνικού δικαστικού συστήματος και να γνωρίσουμε, πώς αυτοί οι γίγαντες της δικαστικής εξουσίας αντιμετώπισαν το σκοτεινό πολιτικό τοπίο της χώρας μας, εκείνο με τον εμφύλιο, εκείνο με το μετεμφυλιακό κλίμα, εκείνο με τις δικτατορίες και εκείνο με τις «δημοκρατίες» (σε εισαγωγικά).

Αν ρωτήσει κανείς τους σπουδαστές της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, αλλά και εμάς τους υπόλοιπους που υπηρετούμε ή υπηρετήσαμε στο Δικαστικό Σώμα, θα γνωρίζουμε ίσως μόνο τον Πολυζωΐδη και τον Τερτσέτη. Στο Σώμα, όμως, υπάρχουν πολλές φωνές σαν τις δικές τους, πολλές παραιτήσεις σαν τις δικές τους, πολλοί αποκλεισμοί σαν τους δικούς τους, που πρέπει όλοι μας να τους
γνωρίσουμε και να μιμηθούμε τη θαρραλέα τους στάση σε πολύ δύσκολους καιρούς. Σε πόσα δικαστικά κτίρια ή δικαστικές αίθουσες θα έπρεπε να αναγράφονται τα ονόματά τους και σε πλακέτες να αποτυπώνεται η δράση τους για μια πράγματι ανεξάρτητη δικαιοσύνη ενάντια στις σειρήνες της πολιτικής εξουσίας, του λαϊκισμού και κάποιων Μ.Μ.Ε..

Ο Νέστορας του πονήματος τούτου μας οδηγεί και στην αντίπερα όχθη των Ηλισίων Πεδίων της Δικαιοσύνης, εκεί που συνάδελφοί μας απεμπόλησαν το συνταγματικό δώρο της «ανεξάρτητης δικαιοσύνης», ειδικά της εσωτερικής τους ανεξαρτησίας «διεμερίσαντες τα ιμάτιά της και επί τον ιματισμόν της βάλοντες κλήρον», υπεύθυνοι για περιόδους δικαιϊκού μεσαίωνα του ελληνικού δικαστικού συστήματος.

Η δικαιοσύνη δεν είναι μόνο ιδέα. Δεν είναι μόνο ο ισχυρότερος πυλώνας μιας δημοκρατικής πολιτείας. Είναι και οι λειτουργοί της άξιοι και ανάξιοι με τα ονοματεπώνυμά τους, οι πρώτοι για να εμπνεύσουν και οι δεύτεροι για να μας αποτρέψουν από ατοπήματα, που δεν έθιξαν μόνο την αξιοπρέπεια των ίδιων, των διαδίκων των οποίων κλήθηκαν να ειρηνεύσουν τις διαφορές, αλλά τραυμάτισαν και το Κράτος Δικαίου.

Η Θέμις, αν την επιλέξουμε ως λειτούργημα – επάγγελμα, μας θέλει ολόκληρους να την υπηρετούμε, με όλες μας τις δυνάμεις και με όλες μας τις αισθήσεις:

 Με 100 μάτια σαν τον Άργο να βλέπουμε τον κατηγορούμενο και το θύμα

 Με 100 αυτιά να αφουγκραζόμαστε τον πόνο

 Με 100 μύτες να οσφραινόμαστε την αδικία

 Με 100 γευστικούς αδένες να απολαμβάνουμε την ικανοποίηση του δικαιϊκού μας αγώνα

 Με 100 χέρια που να αγγίζουν μόνο τις πληγές των ανθρώπων και όχι τα τριάκοντα αργύρια, την τιμή της τετιμημένης Θέμιδας.

Ποιος δεν γνωρίζει, πως οι δικαστικοί λειτουργοί εν στενή και εν ευρεία εννοία (δικαστές, εισαγγελείς, δικηγόροι, γραμματείς) δεν κουράζονται και δεν μοχθούν;

Ποιος είπε πως και οι 49 Δαναΐδες, τιμωρημένες στον Άδη, δεν κουράζονταν και δεν μοχθούσαν κουβαλώντας νερό για να γεμίσουν το πιθάρι;

Το πιθάρι δεν είχε πάτο.

Για τη στεγανοποίηση αυτού του πάτου του πιθαριού πρέπει να παλέψουμε.

Ποιος είπε, πως δεν μόχθησαν πάνω από 20 χρόνια ανακριτές – εφέτες, δικαστές, εισαγγελείς, διερμηνείς, δικαστικοί επιμελητές, δικηγόροι, γραμματείς, πειθαρχικά συμβούλια, για να γεμίσουν το πιθάρι της Siemens, με ξενύχτια, με δικαστικές συνδρομές, εργατοώρες που πλήρωνε ο Έλληνας φορολογούμενος, αλλά το πιθάρι δεν είχε πάτο.

Και δεν είναι η μόνη δίκη μεγάλου κοινωνικοπολιτικού ενδιαφέροντος, που οδήγησε στην έσχατη απαξία το δικαστικό μας σύστημα.

Περιμένουμε να μας εμπιστευτούν οι συμπολίτες μας, όταν το δίχτυ της δικαιοσύνης μας πιάνει τα μικρά ψάρια, του Γιάννηδες – Αγιάννηδες και αφήνει τα μεγάλα ψάρια να το ξεσκίζουν σε 1000 κομμάτια;

Περιμένουμε οι συμπολίτες μας να εμπιστευτούν την ελληνική δικαιοσύνη, αλλά και την ευρωπαϊκή και τα όργανά της, όταν και τις δύο δικαιοσύνες τις απαξιώνουν με όλους τους τρόπους υπουργικά χείλη, βουλευτικά χείλη, ακόμη και δικαστικά χείλη.

Είχα την τύχη και την τιμή από τον Μάρτιο του 2018 να συμμετέχω ως Πρόεδρος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την κατάρτιση του πρώτου Σχεδίου Νόμου και αντίστοιχης Αιτιολογικής Έκθεσης, για την εφαρμογή στο ελληνικό δικαιϊκό σύστημα του Κανονισμού ΕΕ 2017/1936 για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), έργο που παραδόθηκε στις 16-7-2018 και κατέληξε στην ψήφιση του Νόμου 4596/2019, όπως αυτός ισχύει σήμερα μετά την τροποποίησή του με το Νόμο 4786/2021 (Κεφάλαιο Δ, Εφαρμοστικές Διατάξεις του Κανονισμού ΕΕ 2017/1936).

Τι είναι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία;

Πρόκειται για ένα ανεξάρτητο όργανο της ΕΕ, που ιδρύθηκε βάσει της Συνθήκης της Λισσαβόνας με τη μέθοδο της ενισχυμένης συνεργασίας.

Πρόκειται για ένα όργανο, στο στήσιμο του οποίου η Ελλάδα έλαβε μέρος από την πρώτη στιγμή σε όλες τις διαδικασίες. Το σπουδαιότερο πράγμα, που πολλοί θέλουν να ξεχνούν, λέγοντας πως «δεν είναι και σπουδαίο όργανο» (η EPPO), πως «αν θέλουμε καταργούμε το Νόμο (εννοούν τον εφαρμοστικό του Κανονισμού, Νόμο) και φεύγουμε από την EPPO», ότι η χώρα μας κατά την Προεδρία της ΕΕ, το Ά Εξάμηνο του 2014 είναι αυτή, που ουσιαστικά με αγώνα πολλών συνεδριάσεων διαμόρφωσε το Κολεγιακό Μοντέλο της EPPO, όπως υπάρχει και λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Από την προηγούμενη Προεδρία της Λιθουανίας είχε παραληφθεί ένα τελείως διαφορετικό δεκαμελές μοντέλο της EPPO.

Η Ελλάδα αντί να είναι υπερήφανη γι’ αυτό της το έργο, έφτασε να το απαξιώνει με όλους τους τρόπους. Και επί τη ευκαιρία, ας μάθουν οι συμπολίτες μας, , πως τα κράτη – μέλη της ΕΕ που ανήκουν στο θεσμό της EPPO, δεν είναι ούτε 22, ούτε 27, όπως τώρα τελευταία ακούγεται δυστυχώς από επίσημα πολιτικά χείλη. Είναι 24. Αυτά που δεν ανήκουν είναι η Ουγγαρία, η Δανία (βάσει του Πρωτοκόλλου 22) και η Ιρλανδία (βάσει του Πρωτοκόλλου 21). Οι δύο τελευταίες με τα προαναφερθέντα πρωτόκολλα, όταν αποδέχτηκαν την ΣΛΕΕ, συμφώνησαν για μειωμένο status συμμετοχής τους σε δικαστικές και αστυνομικές διαδικασίες, οπότε γι’ αυτό δεν συμμετέχουν στην EPPO.

Για ποια εμπιστοσύνη των πολιτών στην ελληνική και ευρωπαϊκή δικαιοσύνη και στους λειτουργούς της μπορούμε να μιλάμε, όταν πολιτικά πρόσωπα δεν την εμπιστεύονται; Την απαξιώνουν και τη
διασύρουν μη διαθέτοντας, τη στοιχειώδη υπομονή και ευπρέπεια απέναντί της, μέχρι να πει την τελική της κουβέντα. Ακόμη και σε προκαταρκτικά στάδια δικαστικών ενεργειών εξανίστανται, την καθυβρίζουν και προκαταλαμβάνουν τις αποφάσεις της. Πουθενά στον ορίζοντα η σωκρατική στάση απέναντι ακόμη και σε άδικη απόφαση.

Πως φτάσαμε άραγε και γίναμε φτωχοί, με τέτοια προίκα που μας έχει αφήσει το ένδοξο παρελθόν μας;

Τον Νοέμβριο του 2018, η Εισαγγελία του Α.Π., σε συνεργασία με τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τη Γενική Γραμματεία κατά της Διαφθοράς, υπό την αιγίδα του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου, διοργανώθηκε το 1 ο Διεθνές τριήμερο Συνέδριο για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με συμμετοχή 82 Εισαγγελέων από τα κράτη – μέλη της ΕΕ και τρίτες εκτός αυτής χώρες, επτά Γενικών Εισαγγελέων, εκπροσώπου της Commission, εκπροσώπου της OLAF,
του Προέδρου και Αντιπροέδρου, καθώς και του Διοικητικού Διευθυντή της Eurojust και πλήθους επιστημόνων. Επρόκειτο για το πρώτο

Συνέδριο, που έγινε στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την EPPO. Eίχε σκοπό να ενημερώσει τον νομικό κόσμο, αλλά και όλους τους δημόσιους φορείς για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες, τωρινές και μελλοντικές της EPPO, όπως και για την αναδιοργάνωση των αρμοδιοτήτων της OLAF και της Eurojust, προκειμένου να συνεργαστούν αρμονικά με την EPPO.

Ας γυρίσουμε, όμως, στα του οίκου μας.

Η έτσι, ή αλλιώς, Δικαιοσύνη πάντα είναι γυναίκα.

Μπορεί να είναι η φανταχτερή εκείνη γυναίκα, που συνάντησε ο Ηρακλής, όταν βρέθηκε στο σταυροδρόμι των επιλογών της ζωής του. Η γυναίκα, που αν την ακολουθήσει ο δικαστής μπροστά του απλώνεται η λεωφόρος της επιτυχίας, του πλούτου, των γνωριμιών με πρόσωπα εξουσίας, πολιτικής, οικονομικής ή μιντιακής. Στο τέλος της, η ανυποληψία. Αν, όμως, ακολουθήσει την ατραπό της ενάρετης γυναίκας, εκείνης της επιείκειας, της αναλογικότητας, της μητρότητας για τον εκπεσόντα άγγελο, τον περιμένει ο στέφανος της δικαιοσύνης.

Αυτή η στενή ατραπός, εν στενή και εν ευρεία εννοία συνάδελφοί μου, απαιτεί από μας να λειάνουμε τα μαύρα κουτιά των στεγανών μας, των ιδεοληψιών μας, των εμμονών μας, των στερεοτύπων μας, των
προκρούστειων κρεβατιών μας. Απαιτεί να αντιμετωπίζουμε εξατομικευμένα τις πράξεις των συνανθρώπων μας, που φθάνουν στο κατώφλι του δικαστικού μας συστήματος.

Εξατομικευμένη προδικασία, εξατομικευμένη δικαστική διαδικασία εξατομικευμένη αντεγκληματική πολιτική, ειδικά για τις υποθέσεις της ποινικής δικαιοσύνης, προκειμένου αυτήν τη φορά να συμβάλουμε στο κλείσιμο της περιστρεφόμενης πόρτας της υποτροπής στο έγκλημα.

Τα θεσμικά θεμέλια του δικαστικού μας συστήματος μπορεί να είναι το Σύνταγμα, οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, οι διεθνείς συμβάσεις, οι νόμοι, η νομολογία, η θεωρία, οι αρχές του δικαίου, αλλά τα ποιοτικά του στοιχεία είναι η ανεξαρτησία και η συνείδηση των λειτουργών του.

Αναζητούνται αυτά τα στοιχεία σε δικαστικές αποφάσεις αλλά δεν είναι αυτονόητο ότι υπάρχουν στο Δικαστικό Σώμα, θα μας πει ο συγγραφέας μας.

Τα ποιοτικά στοιχεία πρέπει να αναζητηθούν πρωτ’ απ’ όλα στους λειτουργούς της δικαιοσύνης.

Η εσωτερική ανεξαρτησία του κάθε δικαστή άλλες φορές παραβιάζεται από τον ίδιο τον φορέα της και μερικές φορές από τη δικαστική ηγεσία ή γενικότερα από τη δικαστική ιεραρχία. Η εσωτερική ανεξαρτησία δεν είναι δοτή. Είναι λουλούδι, που πρέπει να καλλιεργηθεί. Η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών θα πρέπει, αφού πρώτα στις εισαγωγικές της εξετάσεις καθιερώσει ένα ή και δύο τεστ προσωπικότητας (και όχι απλά ψυχομετρικά τεστ) για τους υποψήφιους σπουδαστές, στη συνέχεια πρέπει να διδάξει μεταξύ άλλων δεξιότητες διαχείρισης του δικαστικού έργου και δικαστική δεοντολογία. Θα ήταν πολύ βοηθητικό, οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν Ψυχολογική Εποπτεία καθ’ όλη την επαγγελματική τους σταδιοδρομία, προκειμένου να αντιμετωπίζουν το “burnout” που παραμονεύει εξαιτίας της εξοντωτικής δουλειάς, που έχει να κάνει, όχι μόνο με τον όγκο της, αλλά και με το ότι έχει κληθεί να ειρηνεύσει, ό,τι στρεβλό παρουσιάζει η κοινωνία μας.

Η εξωτερική, λειτουργική και προσωπική, ανεξαρτησία, συνταγματικά κατοχυρωμένη, στην πραγματικότητα είναι κάτι, αλλά όχι το παν.

Εξαρτάται από το χώρο που της δίνουν για να αναπνεύσει οι άλλες δύο εξουσίες (Κυβέρνηση και Βουλή), η κοινωνία, τα ΜΜΕ, αλλά και η εξουσία που ασκούν το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (Α.Δ.Σ.), η Ολομέλεια των Ανώτατων Δικαστηρίων, η Επιθεώρηση και τα αρμόδια Πειθαρχικά Όργανα.

Δεν υπάρχει χειρότερη μορφή αδικίας, από αυτήν που μπορεί κάποιος δικαστικός λειτουργός να υποστεί από τα όργανα της Δικαιοσύνης. Όταν αδικείσαι μέσα στη Δικαιοσύνη κατά τη διαδικασία των προαγωγών, των μεταθέσεων, των τοποθετήσεων, του κριτηρίου αν είσαι έγγαμος/έγγαμη ή άγαμος/άγαμη, αν η επιλογή σου σε ευρωπαϊκά όργανα, που εκπροσωπείς τη χώρα σου, δεν λαμβάνονται υπόψη η δουλειά σου και τα εξαιρετικά προσόντα που κατέχεις για την κατάληψη τέτοιων θέσεων.

Πολλές φορές στο Α.Δ.Σ., όταν πρόκειται να επιλέξει συναδέλφους για να πληρώσουν θέσεις σε όργανα της ΕΕ, έχει ακουστεί η φράση, ευτυχώς από ελάχιστα μέλη του, «ας πάει και κάποιος άλλος», λες και οι θέσεις αυτές είναι σεμινάρια, ή αν πρόκειται για συνάδελφο που ήδη υπηρετεί σε τέτοια όργανα, έχει ακουστεί η φράση «ας έρθει να δουλέψει κι εδώ», αγνοώντας αφενός ότι η δουλειά των συναδέλφων στα όργανα αυτά είναι εξίσου, αν όχι πιο απαιτητική, από την εδώ εργασία τους, αφετέρου ότι, θα ήταν κέρδος της χώρας, αν αφήναμε εθνικά μας μέλη στα Όργανα της ΕΕ να παραμείνουν και να εξελιχθούν σε Αντιπροέδρους ή Προέδρους αυτών, όπως τα περισσότερα κράτη – μέλη της ΕΕ το επιδιώκουν και το κατορθώνουν.

Η εξωτερική, λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία εξαρτάται, τέλος, από την έλλειψη ευθυνοφοβίας, την επαγρύπνηση και την ανθεκτικότητα των ίδιων των δικαστικών λειτουργών.

Άλλωστε τούτο το βιβλίο είναι αφιερωμένο από το συγγραφέα του:

«Σ’ εκείνους που άντεξαν…

Σ’ αυτούς που αντέχουν»

Όσο, όμως, η προαγωγή της δικαστικής ηγεσίας βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της κυβερνητικής εξουσίας, με γνωμοδοτικό ρόλο, μη δεσμευτικό, της Ολομέλειας των Προέδρων της Βουλής (Ν.3841/2010) και της Ολομέλειας του εκάστοτε Ανώτατου Δικαστηρίου (Ν.5134/2024) και την από αυτήν την επιλογή εξαρτώμενη σύνθεση και λειτουργία του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και τη συγκρότηση των Οργάνων της Επιθεώρησης, ομιλούμε για Άπτερη ανεξαρτησία του δικαστικού συστήματος, που δεν μπορεί να επιδείξει πάντα και σε όλες τις καταστάσεις την αναγκαία δύναμη αντίστασης σε επεμβάσεις της κυβερνητικής εξουσίας ή άλλων πολιτικών δυνάμεων ή μεγάλων
οικονομικών συμφερόντων ή μιντιακών δυνάμεων.

Όπως όλοι οι κανόνες έτσι κι αυτός έχει τις εξαιρέσεις του. Πανάξιοι δικαστικοί λειτουργοί υπήρξαν επιτελικά στελέχη του δικαστικού συστήματος.

Ο εκδημοκρατισμός του δικαστικού συστήματος με την εκλογή της ηγεσίας του από ένα Εκλεκτορικό Σώμα, που θα την επιλέγει με αυστηρά αξιοκρατικά κριτήρια, όπως γίνεται σε όλα τα κράτη, πλην Ελλάδας, θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη της επιστημονικής κοινότητας, των πολιτών και των ίδιων των δικαστών στη δικαστική εξουσία και στη συνολική δικαιοδοτική της εικόνα, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα.

Η δικαιοσύνη είναι η ερωμένη κάθε πολιτεύματος, που τη ντύνει και την επικαλείται κατά το δοκούν.

Άρα «η ανεξαρτησία της εξαρτάται από την εν γένει συγκρότηση δημοκρατικού κράτους και με έμφαση στο κατά πόσον αυτό λειτουργεί ως κράτος δικαίου».

«Χωρίς τη δημοκρατική λειτουργία των κρατικών θεσμών και την τήρηση της συνταγματικής τάξης δεν μπορεί να υπάρξει μορφή ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας και αξιόπιστης απονομής δικαιοσύνης, παρά μόνο από λίγους τολμηρούς δικαστικούς λειτουργούς», γιατί η δικαστική εξουσία δεν είναι αποκομμένη ως νησίδα από τη σύνολη οργάνωση και τη λειτουργία του κράτους. Η διάβρωση
της αξιοπιστίας της, όπως καταγράφεται σε αλλεπάλληλες μετρήσεις της κοινής γνώμης, ιδίως κατά την περίοδο που διανύουμε, παρακολουθεί τη διάβρωση και των άλλων εξουσιών, πάλι κατά τις μετρήσεις της κοινής γνώμης.

Οι δικαστικοί λειτουργοί στην Ελλάδα δεν εκλέγονται, οπότε δεν έχουν άμεσο έρεισμα στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Ο μόνος τρόπος να γίνουν δεκτοί από τον κυρίαρχο λαό είναι να του εμπνεύσουν
εμπιστοσύνη, όταν με το σθένος τους ανθίστανται στη βούληση και τις μη νόμιμες επιδιώξεις της πολιτικής εξουσίας.

Ο καθηγητής Ι. Μανωλεδάκης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η δικαστική ανεξαρτησία δεν είναι κατ’ ακριβολογία ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, αλλά ανεξαρτησία του δικαστή. Ο κάθε δικαστής
επιβεβαιώνει ή διαψεύδει τη δικαστική ανεξαρτησία του».

«Θέλουμε συνταγματικές ρυθμίσεις, ώστε να απαλλαγούν οι δικαστές από εξαρτήσεις ή πιέσεις. Θέλουμε συνταγματικές διατάξεις, που να δημιουργούν λειτουργικό περιβάλλον, ώστε να ενισχυθεί η δύναμη αντίστασης των δικαστών και να μειωθεί η διαχρονική τάση μεγάλου μέρους αυτών να εναρμονίζονται με τις εντολές ενδοδικαστικές ή εξωδικαστικές, για να φανούν αρεστοί χάριν ιδιοτελών επιδιώξεών τους», θα μας πει ο συγγραφέας.

Ας τολμήσουν οι πολιτικές μας δυνάμεις να χαρίσουν στη χώρα μία τέτοια δικαιοσύνη, μια γυναίκα του Καίσαρα που θα φαίνεται, αλλά και θα είναι ανεξάρτητη. Είναι η ώρα να διαψεύσουμε τον σπουδαίο
Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στέφανο Ματθία, που είχε πει: «Η δικαιοσύνη στη χώρα μας είναι και δεν είναι ανεξάρτητη, είναι και δεν είναι αξιόπιστη, είναι και δεν είναι αποτελεσματική».

Στο χέρι της Πολιτείας και ημών των ιδίων είναι να την καταστήσουμε Ανεξάρτητη, Αξιόπιστη και Αποτελεσματική.

Θα ήθελα να ζήσω για να δω στη χώρα μου σαν άλλος Συμεών να υλοποιούνται αυτά τα τρία άλφα (Ανεξαρτησία, Αξιοπιστία, Αποτελεσματικότητα) της δικαιοσύνης και να αναφωνήσω: «Νυν απολύεις τη δούλη σου Δέσποτα».

Όσον αφορά τη συνείδηση των δικαστών, πόσο ελεύθερη μπορεί να είναι, αφού οι δικαστικοί λειτουργοί κουβαλούν, όπως άλλωστε όλοι μας, τις ιδεολογικές, τις πολιτικές, τις θρησκευτικές ή και πολιτιστικές τους αντιλήψεις, όταν οι υποθέσεις που κρίνουν συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με αυτές, θα αναρωτηθεί ο συγγραφέας, ο οποίος αντί του όρου «συνείδηση» του δικαστή, ο οποίος ενυπάρχει στον Κώδικα Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών και όχι στο Σύνταγμα, επιλέγει τον όρο
«κοινωνική υπευθυνότητα» του δικαστή.

Το ανά χείρας πόνημα μας οδηγεί σε μια πυθαγόρεια ενδοσκόπηση για το δικαστικό μας σύστημα. Προτρέπει τον κάθε δικαστικό λειτουργό να κάνει ένα πνευματικό απολογισμό θέτοντας στον εαυτό του τρία ερωτήματα ως άλλος Πυθαγόρειος:

 «Πη παρέβην;» (πού παραστράτησα;)

 «Τι δ’ έρεξα;» (τι έκανα;)

 «Τί μοι δέον ουκ ετελέσθη;» (Τι έπρεπε να κάνω και δεν το έκανα;)

Ο καθένας μας ας δώσει με ειλικρίνεια τις απαντήσεις του. Όσο κι αν παρεκκλίναμε, όσο κι αν δεν κάναμε πράγματα που έπρεπε να έχουμε κάνει, ποτέ δεν είναι αργά να αλλάξουμε ρότα. Να αναβαθμίσουμε και να εκδημοκρατίσουμε το δικαστικό μας σύστημα. Αν δεν το κάνουν οι λειτουργοί της δικαιοσύνης, αν δεν το διεκδικήσουμε για τους πολίτες, αλλά και για μας τους ίδιους, ποιος περιμένουμε να το κάνει;

Υπευθυνότητα και εξωστρέφεια φτιάχνουν τον καλύτερο συνδυασμό για έναν δικαστικό λειτουργό. Τα καβούκια είναι μόνο για τις χελώνες, αυτά τα συμπαθητικά κατά τ’ άλλα ζωάκια.

Η ασφάλεια του σπιτιού μας, η ασφάλεια του μισθού μας, η ασφάλεια της εξουσίας που ασκούμε, ας μη μας στερήσει την ικανότητα να βλέπουμε την ανασφάλεια των συνανθρώπων μας, τις γκρίζες και μαύρες ζώνες των αθλίων της εποχής μας.

Εκατοντάδες μουσκεμένοι μέχρι το κόκκαλο άνθρωποι ξεβράζονται όλο το χρόνο στις ακτές των νησιών μας στο Αιγαίο και στο Λιβυκό, σε βάρκες καρυδότσουφλα, άλλοτε ζωντανοί και άλλοτε πεθαμένοι κι εμείς δικάζουμε με διαδικασίες fast-track και φυλακίζουμε στις Φυλακές Νέων της χώρας πάνω από 100 νέους 18-21 ετών ως διακινητές προσφύγων και μεταναστών χωρίς να τους βρίσκουμε ούτε φράγκο στην τσέπη, ενώ οι πραγματικοί διακινητές απολαμβάνουν το μαύρο χρήμα τους σε Τουρκία, Αίγυπτο, Λιβύη, Τυνησία. Δεκάδες παιδιά κακοποιούνται κυρίως από ενήλικες και δεκάδες ανήλικοι παραβάτες φτάνουν στην πόρτα μας, αναμένοντας από μας τους δικαστικούς λειτουργούς, που οι περισσότεροί μας είμαστε ελάχιστα εκπαιδευμένοι, μια φιλική γι’ αυτούς δικαιοσύνη.

Κακοποιημένες γυναίκες, χαμένες στο δικαιϊκό μας σύστημα, αφρόντιστες και μετανιωμένες γιατί δεν έμειναν καλύτερα με τον κακοποιητή τους, όπως και θύματα γυναικοκτονιών και τα παιδιά και οι
γονείς που άφησαν πίσω τους, περιμένουν την απονομή μιας αλλιώτικης δικαιοσύνης, κομμένης και ραμμένης στα μέτρα της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης. Η σχετική Έκθεση της GREVIO για τη χώρα μας, βρίσκει ότι την εφαρμόζουμε μόνο κατά 23%, ενώ η λήξη της προθεσμίας για συμμόρφωσή μας με τις παρατηρήσεις της, που αφορούν το 77% των διατάξεών της λήγει το Νοέμβρη του 2026. Με χίλιους τόνους η ΄Εκθεση αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη της συνεχούς εκπαίδευσης των δικαστικών λειτουργών σε θέματα έμφυλης βίας, ενδοοικογενειακής και μη και κακοποίησης των παιδιών.

Το δικαστικό σύστημα δεν είναι μόνο φρουρός της νομιμότητας αλλά και της ανθρωπιάς, που κρίνεται απ’ την οπτική μας για τους αδύνατους.

Ένα, επίσης, θέμα, που πρέπει να μας προβληματίσει, είναι, ότι πολλές φορές, ανεκπαίδευτοι δικαστικοί λειτουργοί στη διαχείριση δικογραφιών, που σχετίζονται με τη λειτουργία του χρηματιστηρίου, της κεφαλαιαγοράς, των τραπεζικών συναλλαγών, αθωώνουν μεγαλόσχημους με περισσή ευκολία.

Ποιες θέσεις να κατέχουν άραγε, σήμερα, στο δικαστικό μας σύστημα οι 25 δικαστές και 25 εισαγγελείς που είχαν εκπαιδευτεί σχετικά με το χειρισμό τέτοιων ζητημάτων από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το ΔΠΘ ή έχουν μεταπτυχιακούς τίτλους σχετικούς με το οικονομικό έγκλημα από ελληνικά ή ξένα πανεπιστήμια; Στελεχώνουν άραγε την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος ή υπηρετούν ως ανακριτές τέτοιων εγκλημάτων;

Η εξειδίκευση των δικαστικών λειτουργών προβάλλεται πλέον ως αναγκαία συνθήκη για την αντιμετώπιση των εξειδικευμένων εγκληματιών (στο οικονομικό, στο διαδικτυακό, στο βιοτεχνολογικό έγκλημα, στο έγκλημα που διαπράττεται με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης) αλλά και για τη διεκπεραίωση υποθέσεων οικογενειακού δικαίου, όπου οι αποφάσεις τους τις περισσότερες φορές καθορίζουν την ενήλικη ζωή των παιδιών και έχουν ανυπολόγιστο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.

Εν στενή και εν ευρεία εννοία αγαπημένοι συνάδελφοί μου, η δικαιοσύνη και η απονομή της δεν είναι δεδομένη και νυν και αεί και εις τους αιώνας.

Είναι πείνα και δίψα, που ζητά συνεχώς χορτασμό και ξεδίψασμα από τους κρίνοντες και τους κρινόμενους.

«Μακάριοι οι πεινόντες και διψώντες τη Δικαιοσύνη, ότι αυτοί χορτασθήσονται».

Ας ευχηθούμε η ελληνική δικαιοσύνη, που τούτο το βιβλίο τέτμηκε, να αναστηθεί, ώστε τα παιδιά, τα εγγόνια, τα δισέγγονα, τα επτασέγγονα του μέλλοντός μας, υπερήφανα για μας, να δύνανται να αναφωνούν:

« Θέμις Ανέστη ! »





Ολόκληρη η ομιλία του επίτιμου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννη Γράβαρη, για το βιβλίο του Αντώνη Ρουπακιώτη "ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ - ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ"



"Φησίν σιωπών"! 

Είναι φράση του αρχαίου τραγικού ποιητή Ευριπίδη στο έργο του "Ορέστης", που στην καθομιλουμένη σημαίνει "μιλάς με τη σιωπή σου".

Αυτόν τον "εύγλωττο"  τρόπο  επέλεξε ο επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννης Γράβαρης, για να τοποθετηθεί στο περί καταστάσεων "της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης ζέουσες, του σήμερα", που μεταξύ πολλών άλλων θίγει στο νέο του βιβλίο ο Αντώνης Ρουπακιώτης.

Ο επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννης Γράβαρης, ένας εκ των εξαίρετων και ικανότερων ανώτατων δικαστών, που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη διαδρομή του στη Δικαιοσύνη, μιλώντας στην εκδήλωση, για την παρουσίαση του βιβλίου "ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ - ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ", που έγινε την περασμένη Τρίτη 21 Απριλίου στο Μέγαρο Μουσικής, τοποθετήθηκε με σαφήνεια, καθαρότητα και χωρίς περιστροφές στην "ανατομία της δικαστικής εξουσίας", που επιχειρεί ο συγγραφέας και έκλεισε την ομιλία του με εντυπωσιακό τρόπο, λέγοντας:

Μιλώντας στην εκδήλωση, για την παρουσίαση του βιβλίου "ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ - ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ", που έγινε την περασμένη Τρίτη 21 Απριλίου στο Μέγαρο Μουσικής, ο  επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννης Γράβαρης, ένας εκ των εξαίρετων και ικανότερων ανώτατων δικαστών, που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη διαδρομή του στη Δικαιοσύνη, έκλεισε την ομιλία του με εντυπωσιακό τρόπο, λέγοντας:

"Άφησα για το τέλος τις μακρές αναφορές του βιβλίου σε καταστάσεις της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης ζέουσες, του σήμερα. Τις τηλεφωνικές υποκλοπές [βλέπω με χαρά σήμερα εδώ τον Δικαστή – τον πάντα Δικαστή – Χρήστο Ράμμο], τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το Χρηματιστήριο, τη Siemens, τις υποθέσεις Βατοπεδίου, Marfin, Βγενόπουλου και πολλά άλλα. Με αναφορές, μεταξύ άλλων, σε δικαστικές αποφάσεις, ονόματα και πράξεις συγκεκριμένων δικαστών. Και την καταληκτική, πολύ βαριά εκτίμηση του Αντώνη Ρουπακιώτη πως - έτσι ακριβώς το λέει - «το δικαστικό σύστημα βρίσκεται στις ημέρες μας στο χειρότερο επίπεδο από την πτώση της δικτατορίας […].». 

Δεν θα τοποθετηθώ σ’ αυτά.

Μεταξύ άλλων, είναι πολύ κοντινή η ιδιότητά μου ως δικαστή για να το κάνω. Θα πω όμως τούτο, όπως το αισθάνομαι. Κάτι πολύ σοβαρό, κυρίες και κύριοι, συμβαίνει στη χώρα μας και στον κόσμο. Έχει να κάνει όχι πια με τα επί μέρους, αλλά με το ίδιο το νόημα της ζωής. Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία βρίσκεται σε τέτοιαν απορρύθμιση μια γενική αντίληψη για το νόημα του κόσμου, ικανή να συνέχει στοιχειωδώς τους ανθρώπους και να ανακουφίζει την υπαρξιακή αγωνία. Έτσι, έρχεται και καλύπτει το κενό η βουλιμική κατανάλωση και η βία κάθε μορφής. Η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη, ως κατ’ εξοχήν συστήματα του Λόγου, πλήττονται καίρια από την κατάσταση αυτή. Και τί απομένει? Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για τον Αντώνη, μέχρι να βγει το βιβλίο, βρήκα τούτους τους στίχους του:

« Όλο πιο λίγοι μένουμε απ’ τους παλιούς […]

Από εκείνους που τρέχαμε, φωνάζαμε, θυμώναμε, ελπίζαμε.

Κι όλ’ αυτά γιατί? Μήπως για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη?

Δεν ξέρω. […]

Το μόνο που ξέρω είναι πως την Ελένη εμείς δεν θα τη βρούμε πια.

Βρήκαμε όμως το πουκάμισο.

Μπορεί νάχει απάνω του ένα κόμπο ιδρώτα

Ή ένα δάκρυ αστέγνωτο μες τον καιρό.

[…] Γι αυτό και το πουκάμισο δεν είναι ίσως λίγο.

Σήμερα αρκεί και μόνο

Κάτι να κρατάς.»

Να λοιπόν που φεύγοντας απόψε θα κρατάμε τούτο το βιβλίο σας για τη Δικαιοσύνη, Αντώνη Ρουπακιώτη, για τη Δημοκρατία και για τον Άνθρωπο. Δεν είναι λίγο".

Διαβάστε ολόκληρη την ομιλία του επίτιμου Αντιπρόεδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννη Γράβαρη:

"Κυρίες και Κύριοι, καλησπέρα σας!

Ευχαριστώ πριν απ’ όλα τον Αντώνη Ρουπακιώτη για τη μεγάλη τιμή να μου προτείνει να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του. Δέχθηκα πρόθυμα, πριν ακόμα εκδοθεί. Έφταναν γι αυτό ο συγγραφέας και το θέμα. Ένας άνθρωπος αυτής της περιωπής, που υπηρέτησε όλη του τη ζωή μεκαθαρότητα και ευαισθησία τη Δικαιοσύνη, επιχειρούσε, όπως μού είπε, μια συνολική, όσο καισυγκεκριμένη, με πρόσωπα και πράγματα, αποτίμησή της. Στην παρούσα συγκυρία, τη γενική, αλλά και την προσωπική μου, δεν ήταν μονάχα τιμή˙ έμοιαζε ευκαιρία.

Το περίμενα λοιπόν πολύ το βιβλίο. Κι όταν κυκλοφόρησε και το κράτησα στα χέρια μου, σ’ αυτή την λιτή, ωραία έκδοση του ιστορικού «Θεμέλιου», με την ιδιόχειρη αφιέρωση του συγγραφέα, ένοιωσα χαρά και συγκίνηση. Ακόμα περισσότερο τώρα, που βρίσκομαι να μοιραστώ τη συνέχεια της συνάντησής μου μαζί του, σ’ αυτή την όμορφη αίθουσα, μ’ όλους εσάς, δίπλα σε ξεχωριστούς ανθρώπους, τον ίδιο τον συγγραφέα, την Εισαγγελέα Ξένη Δημητρίου, τον δικηγόρο Θεόδωρο Σχινά, και, βέβαια, τον Καθηγητή μου, Μιχάλη Σταθόπουλο, πρώτη φορά που κάθομαι κοντά του από εκείνη τη μέρα που με εξέταζε προφορικά στο Ενοχικό Δίκαιο. Δεν σας κρύβω το κάποιο τρακ μου, σαν να είναι τότε, κύριε Καθηγητά!

Το διάβασμα ενός βιβλίου – ακούστε το στην κυριολεξία του – είναι ένα πέρασμα. Ένα πέρασμα απότο τοπίο του δημιουργού του. Που προκαλεί εντυπώσεις και κινητοποιεί συνειρμούς στον αναγνώστη.

Καλώντας τον να αναγνωρίσει, να επανατοποθετήσει δηλαδή τη θεώρησή του για τα πράγματα σε σχέση μ’ εκείνη του συγγραφέα. Από αυτό λοιπόν το δικό μου «διάβασμα», αυτή την δική μου «ανάγνωση» της «Ανατομίας της Δικαστικής Εξουσίας» του Αντώνη Ρουπακιώτη, θα προσπαθήσω, στον λίγο χρόνο που μου αναλογεί, να σας δώσω κάποιες εικόνες. Όπως τις κατέγραψα όλες αυτές τις μέρες που κάναμε καλή συντροφιά με το βιβλίο. Συγχωρήστε με που δεν έχουν πάντα μεθοδική σειρά, κάποτε μοιάζουν ελεύθεροι συνειρμοί.

Στέκομαι στην πρώτη λέξη του τίτλου. «Ανατομία». Και στον υπότιτλο. «Αλήθειες και Μύθοι». Ό,τισημαίνουν οι λέξεις αυτές διατρέχει ολόκληρο το έργο, συνιστά τον βασικό, διακηρυγμένο όσο καιπραγματωμένο, σκοπό του. Πίσω από τις λέξεις που συνιστούν τα σημαίνοντα της δικαστικής εξουσίας, με τα λογής ιδεολογικά φορτία και απαιτήσεις, γυρεύει να ψηλαφήσει την πραγματικότητα, να καταγράψει υπαρκτές συνθήκες, να απομυθοποιήσει καταστάσεις, να ξεχωρίσει το ζητούμενο από το υπαρκτό, συχνά μπλεγμένα, ανεπίγνωστα ή θελημένα μεταξύ τους, αλλά και να επαναπροσδιορίσει όσα πρέπει πράγματι να ζητάει κανείς, διαδικαστικά και ουσιαστικά, από τη Δικαιοσύνη. Τί θα πει «δικαστικοί λειτουργοί»?

Είναι κάτι άλλο, κάτι ας πούμε ανώτερο από τους «επαγγελματίες», τους εργαζόμενους? Είναι οι«δικαστικές ενώσεις» συνδικαλισμός? Υπάρχει «δικαστική συνείδηση», αλλιώτικη από των άλλων ανθρώπων, να εγγυάται εξ ορισμού τη δίκαιη κρίση? Είναι οι δικαστές αδιάφθοροι? Αλλά και τί θα πει«Δικαιοσύνη» και τί να είναι «ανεξάρτητη» – και από ποιόν? Είναι πράγματι ανεξάρτητοι -και ακομμάτιστοι- οι δικαστές? Αυτά και άλλα στον ίδιο προβληματισμό. «Ανατομία». Διαβάζω τον ορισμό.

«Μελέτη των δομών, των μερών, των οργάνων ενός οργανισμού». Προβάλλω στον υπολογιστή μου τον πίνακα του Ρέμπραντ «Μάθημα ανατομίας». Βλέπω τον καθηγητή με το ψαλίδι και τους μαθητές, όλους προσηλωμένους, πλην ενός. Και το αντικείμενο του μαθήματος: Ένα νεκρό σώμα. Μα, φυσικά, εδώ μιλάμε μεταφορικά.

Το βιβλίο αρχίζει μ’ έναν Πρόλογο, τελειώνει μ’ έναν Επίλογο με τον παράξενο τίτλο «Επίλογος πουθα μπορούσε να είναι πρόλογος», και ενδιάμεσα διαρθρώνεται σε 10 Κεφάλαια. Στο Πρώτο αναζητείται «ανεξάρτητη δικαιοσύνη». Από την ίδρυση του [Ελληνικού] Κράτους. Η λέξη «αναζητείται» είναι στο τέλος της φράσης. Όλη η περιπέτεια, η ταλαιπωρία, η δυστυχία ενός λαού που, μετά το θαυμαστό του τίναγμα προς τα μπρος, να ανασάνει, τώρα παραδέρνει δίχως έρμα, γυρεύοντας πράγματα πιο σταθερά, κρατική οργάνωση και δικαιοσύνη, που δεν τα καλοξέρει… Κι έτσι, οι έννοιες φυτεύονται μα δεν ευδοκιμούν. Ισοβιότητα των δικαστών ήδη από το Σύνταγμα του 1844, μα οι δικαστές κάθε τόσο απολύονται, ή κακοπαθαίνουν ή διαφθείρονται. Κι οι δικαστικές αποφάσεις, μόλις αντιμετωπίσουν ισχυρούς παράγοντες υποχωρούν και δεν εκτελούνται. Και πρόβλημα να βρεθούν δικαστές καταρτισμένοι. Πάντως, προσωπικά συμπάθησα πολύ εκείνο τον «Πρόεδρο πρωτοκλήτου δικαστηρίου», που τον ειρωνεύεται ο Νικ. Δραγούμης ότι, απευθύνθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης λέγοντας πως τον Αρμενόπουλο τον είχε μα του έλειπαν βιβλία «για την επιείκεια και τον ορθό λόγο». 

Μακάρι, σκέφτηκα, και σήμερα να ζητούσαμε συχνότερα, μ’ αυτή την απλότητα, τέτοια βιβλία… Κι από την άλλη, στην πρώτη αυτή εποχή, τη σκοτεινή, κάποιες περιπτώσεις δικαστών αληθινά εξαιρετικές, με όλες τις σημασίες του όρου. Παρακινημένος από τις αναφορές του βιβλίου, ξαναείδα την περίπτωση του Αναστασίου Πολυζωίδη, κάπως κρυμμένη από το φως της μυθοποίησης και τις πληθωριστικές επικλήσεις, όχι μόνο στη στάση του στη δίκη Κολοκοτρώνη Πλαπούτα, αλλά και στον εκπληκτικό λόγο του λίγο νωρίτερα στα εγκαίνια του Δικαστηρίου του Ναυπλίου, πραγματικό μνημείο εμπνευσμένης όσο και οξυδερκούς ανάδειξης του τί σημαίνει και τί υπηρετεί και πώς διασφαλίζεται η δικαστική ανεξαρτησία: «Ἡ Δικαστική ἐξουσία ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τοῦ προ[ο]ρισμοῦ της διάφορος ἀπό τ’ ἄλλα δύο μέρη τῆς Δημοσίας ἐξουσίας […]οὐδέ συγχωρεῖται ποσῶς εἰς τόν Ἡγεμόνα, ἤ εἰς τινα τῶν ὑπουργῶν, ἤ εἰς ἄλλην ὁποιανδήποτε τῶν δημοσίων ἀρχῶν νά φέρῃ το ἐλάχιστον ἐμπόδιον, τήν ἐλαχίστην παρενόχλησιν εἰς τήν ἐντός τῶν ὁρίων τῆς νομοθεσίας κινουμένην ἐνέργειάν της. Τήν ἀνεξαρτησίαν ταύτην τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας, δυναμένην νά θεωρηθῇ ὡς μίαν τῶν κυριωτέρων ἀπαιτήσεων καί πρώτην βάσιν τῆς ἀγαθῆς δικαιοδοσίας, ὑπαγορεύουσι τό συμφέρον τῆς κοινωνίας καί ἡ ἱερότης τοῦ δικαίου. Ἐπειδή ἄλλως καί τοῦ συνετωτάτου καί ἀκεραιοτάτου δικαστοῦ, ὄντος ἀνθρώπου, ημπόρουν ἕν νεῦμα, μία προτροπή ἤ ἀπειλή πολλάκις νά μεταβάλωσι ἤ νά ταράξωσι τήν κρίσιν του, καί νά τόν ἀναδείξουν παραβάτην τῶν ιερῶν χρεῶν του, ἐμπαίκτην τῶν ἀνθρωπίνων δικαίων, ὄργανον τῆς αὐθαιρεσίας.».

Όσο για τον άλλο μειοψηφήσαντα στην ιστορική δίκη, τον Γεώργιο Τερτσέτη, ακούστε αυτούς τους λόγους του: «Δὲν εἶμαι ἀπὸ τὴν Σπάρτη, δὲν εἶμαι Ἀθηναῖος, πατρίδα μου ἔχω ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Τοιουτοτρόπως ἐκφράζεται ὁ γενναῖος Πλούταρχος, εἶναι σχεδὸν δύο χιλιάδες ἔτη, εἰς ἕνα τῶν συγγραμμάτων του. Ἡμεῖς γεννημένοι εἰς πλέον εὐτυχισμένην ἐποχήν, δηλαδὴ ὅταν ἡ θρησκεία καὶ ἡ φιλοσοφία ἐφώτισαν, ἐκήρυξαν, ἐσφράγισαν τὸ δόγμα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἰσότητος, δυνάμεθα νὰ εἰποῦμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οὔτε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, οὔτε ἀπὸ τὴν Ἰταλία, οὔτε ἀπὸ τὴν Γερμανία, οὔτε ἀπὸ τὴν Ἀγγλία, πατρίδα μας ἔχομεν τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὅση γῆ περιαγκαλιάζει ὁ εὔμορφος αἰθέρας εἶναι ἀγαπητή μας πατρίδα.». Οι φωτεινές μειοψηφίες κι οι αντιστάσεις στη βία καλλιεργούνται, καιρό πριν, σε τέτοια εδάφη. Κι όταν, χρόνια αργότερα, παρά το εκσυγχρονιστικό κύμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, η δικαιοσύνη βρέθηκε πάλι στη δίνη του Διχασμού και τέθηκε, στη Β΄Αναθεωρητική Βουλή του 1911, ζήτημα αναστολής της δικαστικής ισοβιότητας, για αιτίες που δεν ήταν πάντως καθεαυτές παράλογες (ανάγκη εκκαθάρισης της δικαστικής εξουσίας από ανάξια στελέχη, ενόψει ιδίως στελεχώσεως του νεοσύστατου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου και του Εκλογοδικείου), ο σπουδαίος εκείνος Υπουργός της Δικαιοσύνης Νικόλαος Δημητρακόπουλος, σ’ ένα μνημειώδη λόγο του στη Βουλή, αφού υπέμνησε την αυστηρότητά του έναντι πειθαρχικών παραπτωμάτων δικαστικών λειτουργών και δέχθηκε προς στιγμήν το συγκυριακά εύλογο της αναστολής, ανέδειξε εν συνεχεία τις ολέθριες συνέπειες που θα είχε για την εμπέδωση της δικαστικής ανεξαρτησίας, εντοπίζοντας τη σημασία της, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση του φρονήματος και στην καλλιέργεια συνθηκών ηρεμίας και νηφαλιότητας, όχι για τις εξαιρετικές περιπτώσεις δικαστών – ηρώων, αλλά για τους πολλούς, που είναι «άνθρωποι» με αδυναμίες και «το ένστικτο αυτοσυντηρήσεως». Πράγμα που κατ’ επανάληψη επισημαίνεται και τονίζεται – ορθά- στο βιβλίο τούτο. Που, συνεχίζει με τα μεγάλα ελλείμματα, σε Δημοκρατία και Δικαιοσύνη, του μεσοπολέμου, του πολέμου, του εμφυλίου. Με τις απροκάλυπτες διώξεις των αντιφρονούντων, τα «ιδιώνυμα», τις διοικητικές εκτοπίσεις και τους χιλιάδες εξόριστους, τους χιλιάδες κατάδικους, τους εκτελεσμένους, τις δηλώσεις μετανοίας…Και η «ανεξάρτητη Δικαιοσύνη», να θεωρεί την εκτόπιση «απλούν περιορισμόν» και όχι στέρηση της ελευθερίας, να αθωώνει δολοφόνο γιατί «φονεύων βενιζελικόν επίστευε ότι δεν εφόνευε ανθρώπινον ον», να αφήνει αδίκαστους ή να χαϊδεύει, έχοντας εξαντλήσει αλλού την αυστηρότητά της, τους δωσίλογους της Κατοχής. Κι όταν ένας «εύτολμος πρωτοδίκης», ο Παναγιώτης Γίδας, εννοεί να κάνει το καθήκον του και ν΄ανοίξει τους σχετικούς φακέλους, να βρίσκεται φριχτά δολοφονημένος. 

Κοίταξα στο διαδίκτυο την κάπως αυστηρή μα καθαρή ματιά του. Και την τιμή της Δημοκρατικής Πολιτείας να του αφιερώσει δρόμο. «Oδός Πρωτοδίκη Π. Γίδα». Μα η πινακίδα μισοσβησμένη, σ’ ένα χαλασμένο τοίχο, δύσκολα διαβάζεται. Ποιός ασχολείται μ’ αυτά…

Κι έτσι φτάνουμε στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Μια τυχαία αλλαγή της τελευταίας στιγμής έφερε την εκδήλωσή μας σήμερα, 21 Απριλίου, σαν ενδιαφέρον σημείο. «Η δικαστική ζωή εν τάφω», επιγράφεται το κεφάλαιο. «Εν τάφω». Μα, σωστά το βιβλίο μάς θυμίζει πως τέτοιοι θάνατοι δεν έρχονται ξαφνικά. Θυμάμαι κι εκείνο το «άφετε τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς», του Ευαγγελίου. Και το άλλο, από την Έρημη Χώρα του Έλιοτ. «Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής, χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί, Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.»… 

Στην πρώτη Κυβέρνηση της Χούντας φιγουράρουν δικαστές. Ανώτατοι. «Γνήσια τέκνα του ιστορικού παρελθόντος του δικαστικού συστήματος», παρατηρεί, κατονομάζοντάς τους, ο συγγραφέας. Μα είναι κι άλλοι, που απολύονται. Κι αυτοί με τα ονόματά τους.

Καθένας μας ξαναγράφει το όνομά του με τη ζωή του. Και, στη δικαστική νομιμοποίηση του καθεστώτος, συνέχεια κι αυτή του ιστορικού παρελθόντος των «εξαιρετικών περιστάσεων» και του «salus patriae», έρχονται, φωτεινή εξαίρεση, κείνες οι ιστορικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, που μας θυμίζει τόσο παραστατικά ο συγγραφέας, και που θάθελα κι εγώ να πω μαζί του δυο λόγια γι αυτές, για όσα μένουν μέχρι σήμερα στην πρώτη τους φρεσκάδα: Με συντακτική πράξη ανεστάλη για 3 μέρες η ισοβιότητα των δικαστών για να παυθούν οι «μη εμφορούμενοι υπό υγιών κοινωνικών φρονημάτων». Προσέφυγαν στο ΣτΕ. Πρώτος ο αρεοπαγίτης Αντώνιος Φλώρος, ο εμβληματικός δικαστικός συνδικαλιστής που τον είχε γι αυτό και στο παρελθόν διώξει ο Εισαγγελέας ΑΠ – και τώρα πρώτος πρωθυπουργός της Χούντας Κ. Κόλιας. Η προσφυγή του απορρίπτεται με απόφαση της Ολομέλειας. Και λίγο μετά, η προσφυγή των άλλων, με της Ολομέλειας πάλι αποφάσεις, γίνεται δεκτή.

Είναι μοναδικό ιστορικό παράδειγμα αυτές οι δυο αποφάσεις κοιταγμένες δίπλα δίπλα [Η αρχική 503/1969 κι έπειτα οι αντίθετες 1811-1831/1969]. Πρώτα, για να θυμίζουν την αξία της νομολογίας μα και τα όριά της. Σπουδαία για την ασφάλεια του δικαίου η προσήλωση στη νομολογία, μα οφείλει να υποχωρεί στον νόμο όταν κατάφωρα τον παραβιάζει. Και επί της ουσίας: Οι απολύσεις ακυρώθηκαν για παράβαση του δικαιώματος της προηγομένης ακροάσεως. Ούτε καν ρητά κατοχυρωμένου τότε στο Σύνταγμα. Μα που ενυπάρχει, ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου, σε κάθε πολιτειακή πράξη. Ακόμα και στη Συντακτική της Δικτατορίας. Έτσι είπαν οι αποφάσεις εκείνες – οι δεύτερες. 

Γράφει ο Αντώνης Ρουπακιώτης, ο ποιητής, στο άλλο του έργο, με τον ειλικρινή και ψευδή συγχρόνως τίτλο «Εγώ δεν είμαι ποιητής», και παραθέτει προμετωπίδα και στο βιβλίο τούτο, απευθυνόμενος στη Δικαιοσύνη: «[…] Γι αυτό ένα από σένα περιμένω. Να με κοιτάς όταν μιλάς στα μάτια.». 

Η προσδοκία αυτή η απλή και μεγάλη, εμπεριέχει και μιαν άλλη, πρωταρχική: «Να με ακούς». 

Στις μέρες μας, της ταχύτητας και της συνοπτικότητας των διαδικασιών, θα πρόσθετα, «σε ακροατήρια πραγματικά ˙αβίαστα. Με τη φυσική μου τη φωνή κι όχι μονάχα με χαρτιά.».

Η Δικτατορία έπεσε, σήμερα μάς μοιάζει παρελθόν δίχως επιστροφή, ούτε που διανοούμαστε ότι έτσι όπως είμαστε απόψε εδώ μαζεμένοι, ήταν -μας θυμίζει ο συγγραφέας- έτσι μαζεμένοι το 1972 σε αθρόα προσέλευση οι δικαστές να γιορτάζουν την 5 η επέτειο της «Επαναστάσεως». 

«Η αναζήτηση λοιπόν», μας λέει στο επόμενο κεφάλαιο -αλλά και τα κατοπινά- συνεχίζεται. Με καλές στιγμές. Αλλά και διαρκείς ματαιώσεις. Την ατελή δικαστική κάθαρση. Ίδιες κατεστημένες νοοτροπίες. Αποφάσεις υπηρετούσες με τρόπους κραυγαλέους, τις εκάστοτε κυβερνητικές σκοπιμότητες. Την ηγεσία της Δικαιοσύνης να επιλέγεται πάντα από την Κυβέρνηση. Δικαστές, μόλις αφυπηρετούν, να καταλαμβάνουν θέσεις εξουσίας.

Στέκομαι σ’ αυτό που προτάσσεται στην αναζήτηση. Τη σκέψη του Προέδρου Δημ. Μαργέλλου, που αν και αποκαταστάθηκε, παραιτήθηκε απογοητευμένος. «Το Δικαστικόν Σώμα δεν έχει παραδόσεις. […] Η δικαστική ανεξαρτησία δεν έγινε παρ’ ημίν κοινή συνείδησις. […] Εχάθη [το 1974] η ευκαιρία για το ανέβασμα […] Μόνον μπαλώματα ή πασαλείμματα μπορούν να γίνουν. Τίποτα το ριζικόν και ολοκληρωμένον». / 

«Κουλτούρα αντίστασης», το λέει ο Αντώνης Ρουπακιώτης, αυτό που λείπει. Κουλτούρα ανεξαρτησίας. Και ψάχνει με θάρρος και οξυδέρκεια να βρει τις ασθένειες και να προτείνει λύσεις, στις σελίδες που ακολουθούν. Θα κλείσω με κάποια σπαράγματα από τον διάλογο που έκανα με τις σελίδες αυτές, διαβάζοντάς τες.

«Προσωποκεντρική» είναι πράγματι, όπως ακριβώς το λέει εξαρχής το βιβλίο, η συνταγματική μορφή της δικαστικής εξουσίας˙ της δικαστικής ανεξαρτησίας. Από τα αληθινότερα της ουσίας του βιβλίου˙ της ουσίας του πράγματος. Ή έχεις δικαστές που είναι (που μπορούν να είναι) ανεξάρτητοι ή δεν έχεις Δικαιοσύνη. Μόνο διαδικασίες διεκπεραίωσης. Αυτό όμως, πρώτον, χτίζεται πολύ νωρίς στις ζωές των ανθρώπων, αναζητείται με πρόσφορους τρόπους - και όταν είναι καιρός -, και καλλιεργείται συνεχώς σε κατάλληλο κλίμα. Δύσκολα πράγματα, θάπρεπε να είναι αυτονόητα, κι ωστόσο ελάχιστα μιλούμε γι αυτά κι ακόμα λιγότερα κάνουμε. 

Κάποτε δέχθηκα την αφελή ερώτηση γιατί οι Κυβερνήσεις πασχίζουν τόσο να διορίζουν «δικούς τους Προέδρους», αφού, όπως είχα εξηγήσει, κι αυτοί μια μόνο ψήφο έχουν. Κι αφού είπα για τα διαδικαστικά, την επιλογή των συνθέσεων, τη διεύθυνση των διαδικασιών, τη θέση των ερωτημάτων για ψηφοφορία, όλα μεγάλες δυνατότητες ενός Προέδρου, πρόσθεσα πως όλα αυτά θα αποδυναμώνονταν σε μεγάλο βαθμό, αν ο Πρόεδρος είχε απέναντί του, κι ήταν βέβαια κι εκείνος, ψυχικά ενήλικους, καλλιεργημένους, ώριμους ανθρώπους, απελεύθερους όσο γίνεται από τον αρχέγονο φόβο και την εσωτερική ανασφάλεια, ικανούς να λένε συνειδητά ναι ή όχι, χωρίς να διακυβεύεται από αυτό η αυτοεκτίμησή τους.

Ναι, τεράστιο το ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας. Και ανοιχτό στις τρέχουσες εξελίξεις. Να θυμίσω όμως πρώτα κάτι εντελώς αγνοημένο. Με μιαν απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, την 2/2010, κρίθηκε με μεγάλη πλειοψηφία και εξαιρετική επιχειρηματολογία και τεκμηρίωση, πως το άνοιγμα της διαδικασίας με την ακρόαση των υποψηφίων και τη γνωμοδότηση της Βουλής, παρά την έντονη επίφαση εκδημοκρατισμού και ενίσχυσης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, ήταν αντίθετο στο Σύνταγμα. Γιατί τα αυτονόητα κατ’ αρχήν συνταγματικά αγαθά της διαφάνειας και της αιτιολογίας, εδώ κατ’ εξαίρεση, ήταν συνταγματικά ανεπιθύμητα. 

Στο σύστημα που έχει ώς τώρα επιλέξει, ορθά ή λάθος, το Σύνταγμα, το uno actu και αναιτιολόγητο της επιλογής της Κυβέρνησης, επιλογής δικαστικά απρόσβλητης, είναι το ελάχιστο αντίβαρο στη διατάραξη της Δικαιοσύνης. Με τη διαδικασία της συνέντευξης και τη γνώμη της Βουλής, κι αυτό κατά τα φαινόμενα, γιατί στην ουσία τής Κυβέρνησης είναι και πάλι, προαποφασισμένη και λαμβανόμενη σε λίγα λεπτά, χωρίς να προστίθεται τίποτα στο κύρος της επιλογής, αυξάνεται δραματικά, με το πολλαπλάσιο έναντι των θέσεων, των καλουμένων υποψηφίων, ο κύκλος των δικαστών που παίζουν στην πολιτική αυτή κούρσα ˙ με ό,τι αυτό συνεπάγεται, σε συνδυασμό με τον απαράδεκτα μεγάλο, όπως ορθά επισημαίνεται στο βιβλίο, αριθμό των θέσεων Αντιπροέδρων.

Όσο για την πρόσφατη αλλαγή, της γνώμης των Ολομελειών των Δικαστηρίων, διατηρώ και γι αυτήν, παρά την επίφαση του «αυτοδιοικήτου», σοβαρότατες επιφυλάξεις, για τους λόγους που και το βιβλίο επισημαίνει. 

Πάντως, το εντυπωσιακό είναι η εκκωφαντική σιωπή -ανησυχητική για το κράτος δικαίου- της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας – εσχάτως όμως και της ίδιας της δικαστικής – στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ. Σαν να μην υπήρξε. Το είπα, προφορικά και γραπτά, κάθε φορά που κλήθηκα στη Βουλή. Χωρίς να πάρω απάντηση. Όσο για την ενδεδειγμένη διάδοχη κατάσταση, δεν μπορώ να προσφέρω άλλο από μιαν αμηχανία, που θα έγερνε, με όλες τις προφανείς αδυναμίες της, ως το μη χείρον βέλτιστον, σε μιαν ήσυχη, κυκλική εναλλαγή των ανωτάτων δικαστών στις προεδρικές θέσεις.

Για την συμμετοχή εξωδικαστικών παραγόντων στη Διοίκηση της Δικαιοσύνης και το επιτρεπτό της εκδήλωσης των δικαστών υπέρ πολιτικών κομμάτων, αν και κατανοώ, αγαπητέ μου Αντώνη, τις καλές, ανοιχτές, δημοκρατικές σου προθέσεις, έχω σοβαρές επιφυλάξεις. Στη βάση τους, η κοινή μας, κατά τούτο, παραδοχή, της έλλειψης κουλτούρας ανεξαρτησίας στη χώρα μας ˙ θα προσέθετα, και πάνω και κάτω από τη δικαστική έδρα έδρα ˙ πράγμα που θα απέβαινε νομίζω επικίνδυνο στην παρούσα συγκυρία.

Γι αυτό, άλλωστε, και θεωρώ τα συγκριτικά παραδείγματα που πλούσια και σε κάθε περίπτωση επωφελώς παραθέτει το βιβλίο, εν προκειμένω μη πρόσφορα. Αναδέχομαι βέβαια την εκδοχή να είναι το θάρρος της δικής σου πολιτικής ματιάς το σωστό και ο δικός μου δικαστικός συντηρητισμός το λάθος.

Ναι, όπως τόσο ωραία το αναδεικνύεις, δεν είναι μονάχα «λειτουργός», είναι και επαγγελματίας ο δικαστής! – στους καιρούς μας μάλιστα, στην εξέλιξη και την πρόσληψη της εφαρμογής της σπουδαίας – και καθόλου «μεταφυσικής» - έννοιας του λειτουργήματος, η λέξη «επαγγελματίας» ίσως ακούγεται από μιαν άποψη και πιο απαιτητηκή! Πριν απ’όλα όμως, ο δικαστής, όπως σωστά διακρίνεις με την ευαισθησία σου του εργατολόγου,  είναι εργαζόμενος άνθρωπος. Η δουλειά που κάνει είναι πολύ ιδιαίτερη. Θα έλεγα ότι «επαγγέλλεται τον δικαστικό λειτουργό». Αυτό είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα παιχνίδι με τις λέξεις. 

Ειδικά σήμερα, που η αλόγιστη ταχύτητα και η ποσοτικοποίηση της ζωής, σαρώνει και αλλοιώνει τον κόσμο, και, σε συνδυασμό με την εκμετάλλευση της μεγάλης δομικής ανεπάρκειας σε επίκαιρη δικαιοδοσία, γυρεύει, με ευλογοφάνεια, διαρκώς «επιτάχυνση» και μεγιστοποίηση της ποσοτικής απόδοσης, η θέση του δικαστή που θέλει να κάνει καλά τη δουλειά του, την κατ’ εξοχήν στοχαστική και όχι μηχανικά διεκπεραιωτική, είναι συχνά δύσκολη. Κάποτε εξουθενωτική.

Στην ωραία αφιέρωση του βιβλίου «Σ’ εκείνους που άντεξαν… σ’ αυτούς που αντέχουν», θα έβαζα και τις εργασιακές αντοχές, που δεν είναι ατελείωτες. Η ακριβής, επιστημονική μέτρηση και μελέτη της δικαστικής εργασίας, των προϋποθέσεων και του χρόνου της, πριν από τη θέση ποσοτικών και χρονικών στόχων απόδοσης, είναι προϋπόθεση αναγκαία για την προστασία των στοιχειωδών εργασιακών δικαιωμάτων των δικαστών και συνακόλουθα για την ουσιαστική ανεξαρτησία τους και την ποιότητα της δικαιοδοτικής τους κρίσης. Και οι δικαστικές ενώσεις, που κατοχυρώθηκαν συνταγματικά ακριβώς έπειτα και εξαιτίας των αγώνων και των περιπετειών των πρώτων εκείνων συνδικαλιστών, σαν τον Αντώνιο Φλώρο, είναι ασφαλώς πριν απ’ όλα ενώσεις συνδικαλιστικές.

Και, όπως ακριβώς το λέει ο τίτλος του όγδοου κεφαλαίου, «Οι δικαστές είναι μεταξύ μας και όχι απόμακροι». Μεταξύ μας, πριν απ’ όλα θα πει να μετέχουν στον κοινωνικό βίο, στις πνευματικές ζυμώσεις και προβληματισμούς, να έχουν σχέσεις. Και είναι εντελώς διαφορετικό, να προστατεύουν την ανεξαρτησία και το κύρος τους από την κάθε λογής «υπερβολική συνάφεια», που θάλεγε κι ο Καβάφης, κι άλλο, τάχα γι αυτό, να αποσύρονται σε άνυδρες χώρες, σε αγκυλωμένους εαυτούς.

 Θυμάμαι πάντα τα λόγια του Λευτέρη Παπαδόπουλου, του μεγάλου μας στιχουργού, να λέει πως τονώνεται η εμπιστοσύνη του στη Δικαιοσύνη κάθε που βλέπει ένα δικαστή με την παρέα του στο θέατρο. Κι όσο για την αρχετυπική δικαστική αρετή, την αμεροληψία, είχα κι άλλοτε την ευκαιρία να πω πως η εντελέστερη εκδοχή της δεν είναι η ίση απόσταση από τους διαδίκους, αλλά το ίσο πλησίασμα, η ίση ενσυναίσθηση για τον καθένα τους.

Η δικαστική συνείδηση… Και σ’ αυτό συμφωνήσαμε με το βιβλίο. Δεν είναι καθόλου δεδομένη ούτε υπέρκειται, ελέω Θεού, των άλλων ανθρώπων. Είναι όμως το μεγάλο ζητούμενο. Σ’ αυτό τον εσωτερικό, τον σιωπηλό χώρο, τον γεμάτο μιλημένη και άρρητη ιστορία, παραστάσεις, βιώματα, προαντιλήψεις, προκαταλήψεις, παίζεται σε τελική ανάλυση το παιχνίδι. Δύσκολη η συνάντηση μαζί της. Όσο και το βάρος της ευθύνης της. Γιατί αυτήν εμπιστεύεται η κοινότητα να σχηματίσει και να αρθρώσει τη «ζώσα φωνή» του δικαίου της. 

Εδώ, το βιβλίο πετυχαίνει να αναδείξει και κάτι που μοιάζει τεχνικά νομικό μα είναι πολύ περισσότερο. Τη σχέση που έχει η θεμελιώδης συνταγματική υποχρέωση για αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, με τον έλεγχο από την κοινότητα της μόρφωσης της δικαστικής κρίσης, λειαίνοντας έτσι ακριβώς την υποκειμενική πλευρά της δικαστικής συνείδησης. 

Θυμήθηκα πόσο ωραία το έχει αναδείξει και ο Καθηγητής Νικόλαος Ανδρουλάκης, πως με την «απόδειξη» δεν είναι ο διάδικος, μα ο δικαστής που απόδεικνύει στην κοινότητα τον τρόπο με τον οποίο σχημάτισε την κρίση του, που η κοινότητα έτσι μπορεί να την ελέγχει, αν είναι πράγματι έλλογη, μ’ έναν βαθύτερο κατά πολύ του συχνά νομιζομένου αναιρετικό έλεγχο της αιτιολογίας. Αυτού ακριβώς που περιεστάλη, αν όχι καταργήθηκε, σε βάρος του κράτους δικαίου, και πάλιν εν ονόματι της ταχύτητας, με νόμους όπως ο 3900/2010.

Τί όμορφο το τελευταίο Κεφάλαιο για την «Εικαστική Προβολή της Θέμιδας»! 

Ούτε και μένα μου αρέσει πολύ η παραδοσιακή της εικόνα, με τα μάτια δεμένα, τη ζυγαριά και το σπαθί. Θα την προτιμούσα φωτεινή, φιλική και γελαστή, έξυπνη και καθησυχαστική για τους ανθρώπους. 

Είσαι όμως, νομίζω, λίγο άδικος, Αντώνη, με την τελετουργία εν γένει. Κι αυτό, ακριβώς γιατί είσαι ποιητικός. Και βλέπεις πως η χρήση των συμβόλων στη Δικαιοσύνη έγινε συχνά ακαλαίσθητα, με σκοπούς πομπώδεις και εξουσιαστικούς. Αν όμως αλλάζαμε τις οπτικές? Αν ας πούμε βλέπαμε τη δικαστική τήβεννο, όχι – ή πάντως όχι μόνο - ως σύμβολο εξουσίας προς το ακροατήριο, αλλά ως διαρκή υπόμνηση στον ίδιο τον δικαστή, να απεκδύεται, όπου πρέπει, τις προσωπικές του προτιμήσεις και να ενδύεται τις προσδοκίες της Κοινότητας? 

Είμαι, άλλωστε, βέβαιος πως η ποιητική σου φύση βρίσκει όμορφη τη φράση του Τσουλ Χαν πως «η τελετουργία κάνει τον χρόνο κατοικήσιμο».

Άφησα για το τέλος τις μακρές αναφορές του βιβλίου σε καταστάσεις της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης ζέουσες, του σήμερα. Τις τηλεφωνικές υποκλοπές [βλέπω με χαρά σήμερα εδώ τον Δικαστή – τον πάντα Δικαστή – Χρήστο Ράμμο], τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το Χρηματιστήριο, τη Siemens, τις υποθέσεις Βατοπεδίου, Marfin, Βγενόπουλου και πολλά άλλα. Με αναφορές, μεταξύ άλλων, σε δικαστικές αποφάσεις, ονόματα και πράξεις συγκεκριμένων δικαστών. Και την καταληκτική, πολύ βαριά εκτίμηση του Αντώνη Ρουπακιώτη πως - έτσι ακριβώς το λέει - «το δικαστικό σύστημα βρίσκεται στις ημέρες μας στο χειρότερο επίπεδο από την πτώση της δικτατορίας […].». 

Δεν θα τοποθετηθώ σ’ αυτά.

Μεταξύ άλλων, είναι πολύ κοντινή η ιδιότητά μου ως δικαστή για να το κάνω. Θα πω όμως τούτο, όπως το αισθάνομαι. Κάτι πολύ σοβαρό, κυρίες και κύριοι, συμβαίνει στη χώρα μας και στον κόσμο. Έχει να κάνει όχι πια με τα επί μέρους, αλλά με το ίδιο το νόημα της ζωής. Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία βρίσκεται σε τέτοιαν απορρύθμιση μια γενική αντίληψη για το νόημα του κόσμου, ικανή να συνέχει στοιχειωδώς τους ανθρώπους και να ανακουφίζει την υπαρξιακή αγωνία. Έτσι, έρχεται και καλύπτει το κενό η βουλιμική κατανάλωση και η βία κάθε μορφής. Η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη, ως κατ’ εξοχήν συστήματα του Λόγου, πλήττονται καίρια από την κατάσταση αυτή. Και τί απομένει? Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για τον Αντώνη, μέχρι να βγει το βιβλίο, βρήκα τούτους τους στίχους του:

« Όλο πιο λίγοι μένουμε απ’ τους παλιούς […]

Από εκείνους που τρέχαμε, φωνάζαμε, θυμώναμε, ελπίζαμε.

Κι όλ’ αυτά γιατί? Μήπως για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη?

Δεν ξέρω. […]

Το μόνο που ξέρω είναι πως την Ελένη εμείς δεν θα τη βρούμε πια.

Βρήκαμε όμως το πουκάμισο.

Μπορεί νάχει απάνω του ένα κόμπο ιδρώτα

Ή ένα δάκρυ αστέγνωτο μες τον καιρό.

[…] Γι αυτό και το πουκάμισο δεν είναι ίσως λίγο.

Σήμερα αρκεί και μόνο

Κάτι να κρατάς.»

Να λοιπόν που φεύγοντας απόψε θα κρατάμε τούτο το βιβλίο σας για τη Δικαιοσύνη, Αντώνη Ρουπακιώτη, για τη Δημοκρατία και για τον Άνθρωπο. Δεν είναι λίγο.

Ευχαριστούμε!".







Παρασκευή 24 Απριλίου 2026

Επιτέλους αθώος ο Ρωμανός. Ομως για τη 18μηνη προφυλάκιση ποιός θα τον αποζημιώσει;


Στα κείμενα του Χρήστου Ράμμου,  επίτιμου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας και πρώην Προέδρου της Αρχής Διασφάλισης του Απορρήτου των Επικοινωνιών (ΑΔΑΕ), ξεχειλίζει η υπερηφάνεια, το ήθος και η αξιοπρέπεια, αλλά κυρίως η γενναιότητα και η ελπίδα ότι, "υπάρχουν δικασταί εις τας Αθήνας"!...


Γράφει ο Χρήστος Ράμμος

"ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ. ΑΘΩΟΣ Ο ΝΙΚΟΣ ΡΩΜΑΝΟΣ ΚΑΙ ΜΑΛΙΣΤΑ ΟΜΟΦΩΝΑ ΜΕ ΣΗΜΕΡΙΝΗ [24.4.2026] ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΤΡΙΜΕΛΟΥΣ ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ.
 
ΟΜΩΣ ΓΙΑ ΤΗΝ 18ΜΗΝΗ ΠΡΟΦΥΛΑΚΙΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΟΝ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΙ; 18 ΜΗΝΕΣ ΦΥΛΑΚΗ ΓΙΑ ΚΑΠΟΙΟΝ ΜΑΛΙΣΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΔΕΙΚΝΥΕΤΑΙ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΘΩΟΣ ΕΙΝΑΙ ΔΥΣΒΑΣΤΑΚΤΟ ΩΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΚΑΙ ΑΔΙΚΟ.

Στις 14.12.2025 είχα κάνει την πιο κάτω ανάρτηση για ποιο, κατά τη γνώμη μου λόγο, η εν λόγω προφυλάκιση [παρά μάλιστα την αντίθετη εισαγγελική πρόταση, και παρά την ύπαρξη άλλων ολιγότερο επαχθών μέτρων για να μη διακινδυνευθεί η τυχόν διάπραξη άλλου εγκλήματος από τον κατηγορούμενο] δημιουργούσε σοβαρό πρόβλημα σε σχέση με το άρθρο 6 §4 του Συντάγματος και τις μεγάλες ευθύνες ανακριτών και εισαγγελέων που αποφασίζουν σχετικώς.
https://www.ethnos.gr/.../nikosromanosathoosgiathnypothes...

ΓΙΑ ΤΟ ΝΙΚΟ ΡΩΜΑΝΟ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
Αυτές τις γιορταστικές μέρες η σκέψη μου πήγε φέτος, μεταξύ άλλων κατηγοριών αναξιοπαθούντων [βαρέως ασθενών, πενθούντων, γερόντων, μοναχικών, καταθλιπτικών, φυλακισμένων], για τους οποίους οι γιορτές είναι μάλλον μια επίταση της δοκιμασίας τους παρά πηγή χαράς ή/και εύρεσης κάποιων ψηγμάτων ελπίδας και τρυφερότητας, σε ένα νέο άνθρωπο, το Νίκο Ρωμανό, που παραμένει προφυλακισμένος για πάνω από ένα χρόνο, χωρίς να είναι κατάδικος, χωρίς δηλαδή να έχει διαγνωσθεί και βεβαιωθεί με όλες τις δικονομικές εγγυήσεις της δίκαιης δίκης και συγκεκριμένα με μια, έστω, πρωτοβάθμια αλλά πάντως οριστική δικαστική απόφαση, η ενοχή του. Μιλάμε, με άλλα λόγια, για ένα έτος -που θα γίνει ενάμιση μετά την πρόσφατη απόφαση του δικαστικού συμβουλίου για την παράταση της επίμαχης προφυλάκισης- στη ζωή ενός νέου ανθρώπου, που, δεν πρέπει να το ξεχνάμε, είναι πιθανό να αθωωθεί όταν δικαστεί. Δεν ξέρω αν συνειδητοποιούμε πόσο βαρύ είναι όλο αυτό, όταν μάλιστα υπήρχαν στην διάθεση του δικαστικού συμβουλίου, που έλαβε την σχετική απόφαση, ηπιότερα μέτρα, εξασφαλιστικά και αυτά της δημόσιας ασφάλειας, όπως είναι ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση [άρθρα 282 έως 285 και 292 έως 294 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας], ενόψει, μάλιστα, και του τεκμηρίου της αθωότητας ενός ανθρώπου που είναι απλώς κατηγορούμενος και δεν έχει ακόμη δικαστεί επί της ουσίας, τεκμηρίου που είναι μια από τις κορυφαίες κατακτήσεις του νομικού μας πολιτισμού.
Να θυμίσουμε εδώ ότι στο άρθρο 6 §4 του Συντάγματος ορίζεται με σαφήνεια και αδιάστικτα ότι “ Nόμος ορίζει το ανώτατο όριο διάρκειας της προφυλάκισης, που δεν μπορεί να υπερβεί το ένα έτος στα κακουργήματα και τους έξι μήνες στα πλημμελήματα. Σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις τα ανώτατα αυτά όρια μπορούν να παραταθούν για έξι και τρεις μήνες, αντίστοιχα, με απόφαση του αρμόδιου δικαστικού συμβουλίου”. Εν προκειμένω πρέπει από το πιο πάνω χωρίο να κρατήσουμε και να δώσουμε ιδιαίτερη έμφαση στην λέξη “εντελώς”. Ήδη από μόνη της η προφυλάκιση είναι με βάση τη βούληση και του ίδιου του συνταγματικού νομοθέτη -και πριν μιλήσει ο κοινός ποινικός νομοθέτης - ένα εξαιρετικό μέτρο ακριβώς επειδή είναι εξόχως επαχθής. Και εξαιρετικό μέτρο σημαίνει ότι είναι σπάνια η εφαρμογή του και δεν κινδυνεύει να μετατραπεί σε κανόνα. Κατά μείζονα λόγο η άνω του από το Σύνταγμα τιθέμενου ανώτατου ορίου παράταση του δυσμενέστατου αυτού μέτρου με απόφαση ενός δικαστικού συμβουλίου είναι αναγκαστικά ένα “εξαιρετικότερο” μέτρο [ζητώ συγγνώμη για τον γλωσσικό βαρβαρισμό που συνίσταται στην χρήση του συγκριτικού βαθμού για το μη επιδεχόμενο συγκρίσεις και υπερθετικότητες επίθετο “εξαιρετικός” ].
Επομένως, το ερώτημα που τίθεται σε οποιονδήποτε ακούει γι’ αυτήν την υπόθεση , είναι ποιες είναι αυτές οι πολλαπλά επαυξημένες και “εντελώς” εξαιρετικές περιπτώσεις στην συγκεκριμένη περίπτωση;
Εξαιρετικές περιπτώσεις δεν μπορεί, υποθέτω, να είναι οτιδήποτε άλλο από τον λίαν αυξημένο και αποδεδειγμένο , λόγω πχ τελέσεως σχετικών προπαρασκευαστικών ενεργειών, κίνδυνο να τελεστούν νέα αδικήματα από τον προφυλακισμένο, ή εάν υπάρχει λίαν αυξημένος κίνδυνος, ομοίως αποδεδειγμένος και αυτός, ο εν λόγω προφυλακισμένος να εξαφανιστεί και να διαφύγει από την λογοδοσία του, επειδή είναι ύποπτος φυγής ή διότι είναι αγνώστου διαμονής.
Συντρέχουν, όμως, αυτές οι εξαιρετικές περιπτώσεις, όταν, όπως ανακοίνωσε η υπεράσπιση του Ν. Ρωμανού, ο ίδιος ο αρμόδιος εισαγγελέας, ο οποίος αναμφισβήτητα θα είχε άμεση γνώση του φακέλου και των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, στην εισήγηση του στο δικαστικό συμβούλιο είχε ταχθεί υπέρ της αποφυλάκισης του;
Και μόνο αυτή η εισαγγελική πρόταση δεν κλονίζει την κρίση του δικαστικού συμβουλίου περί της συνδρομής στην επίδικη υπόθεση των όλως [άλλως “εντελώς”] εξαιρετικών περιπτώσεων, που επιτρέπουν η προφυλάκιση να φτάσει στο ανώτατο όριο που ο συνταγματικός νομοθέτης απλώς ανέχεται, και μάλιστα μόνο κατά παράταση;
Και γιατί - εν τοιαύτη περιπτώσει - δεν επισπεύδεται η δίκη του, ώστε να εκκαθαριστεί οριστικά η υπόθεση και, αν μεν είναι αθώος να αποφυλακιστεί, αν δε είναι ένοχος να εκτίσει την ποινή του; Φρονώ, και νομίζω ευλόγως, ότι τις συνέπειες των καθυστερήσεων της Δικαστικής Εξουσίας στον προσδιορισμό και την διεξαγωγή μιας ποινικής δίκης δεν είναι επιτρεπτό να τις υφίσταται ένας πολίτης και μάλιστα, όχι σε κάποιο περιουσιακό του δικαίωμα, αλλά στο πιο ιερό του δικαίωμα, την προσωπική του ελευθερία, αυστηρά προστατευόμενη από το Σύνταγμα.
Και θα προσέθετα ότι δεν θα πρέπει να λησμονείται και να μην συνεκτιμάται και το γεγονός ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση μιλάμε εκτός όλων των άλλων για ένα άνθρωπο, που η ζωή του εδώ και 16 χρόνια συνίσταται σε μεγάλο βαθμό σε φυλακίσεις, αποφυλακίσεις και εκ νέου φυλακίσεις. Έναν άνθρωπο, δηλαδή, στον οποίο αφαιρείται για μια ακόμη φορά- και
μάλιστα αυτή την συγκεκριμένη φορά με μια υπεράγαν αυστηρή κρίση - η νεότητα του, με όσα η νεότητα αυτή κατά την κοινή πείρα προσφέρει σε ένα άνθρωπο, όταν βιώνεται εν ελευθερία, και τα οποία αυτός δεν θα μπορέσει να ξαναβρεί ποτέ πια στο μέλλον.
Δεν είναι θεμελιώδης αρχή της Δικαιοσύνης στο δικαιικό μας σύστημα μια αρχή, που, εκτός από εφαρμογή του ουμανισμού, την διδαχτήκαμε και κατά τα πρώτα έτη των νομικών μας σπουδών, η αρχή της επιείκειας, όταν φυσικά οι εφαρμοζόμενες διατάξεις δίνουν μια σχετική διέξοδο και επιτρέπουν την εφαρμογή της;
Ή μήπως την έχουμε ξεχάσει μέσα σε μια αποκλειστικά τιμωρητική νοοτροπία που φαίνεται να έχει πια επικρατήσει γενικότερα;".