Την ώρα, που ο πανικός στο Μέγαρο Μαξίμου, για τις αποκαλύψεις της Ευρωπαίας Εισαγγελέα Λάουρας Κοβέσι, για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και γιά όσα είπε για τη διαφθορά στη χώρα μας στο "Φόρουμ των Δελφών" έφτασε σε σημείο υπουργοί, να μιλάνε ακόμη και για "grexit" από
την Ευρωπαική Εισαγγελία, η επίτιμη Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη
Δημητρίου, έκανε πολλούς να "κοκκινίσουν" από αιδημοσύνη, με όσα είπε
για το θεσμό, μιλώντας στην εκδήλωση για την παρουσίαση του νέου
βιβλίου του Αντώνη Ρουπακιώτη "Ανατομία της Δικαστικής Εξουσίας -
Αλήθειες και Μύθοι".
Με τη γενναιότητα, την εντιμότητα και τη ρηξικέλευθη στάση, που επέλεξε στη συνολική της πορεία εντός και εκτός Δικαιοσύνης, η Εισαγγελέας Αρείου Πάγου επί τιμή Ξένη Δημητρίου, δεν υπήρξε μόνον η δεύτερη γυναίκα Εισαγγελέας του Άρειου Πάγου στην Ελλάδα και πρώτη Εισαγγελέας ανηλίκων, αλλά από τον Μάρτιο του 2018 ήταν Πρόεδρος της
Δημητρίου, έκανε πολλούς να "κοκκινίσουν" από αιδημοσύνη, με όσα είπε
για το θεσμό, μιλώντας στην εκδήλωση για την παρουσίαση του νέου
βιβλίου του Αντώνη Ρουπακιώτη "Ανατομία της Δικαστικής Εξουσίας -
Αλήθειες και Μύθοι".
Με τη γενναιότητα, την εντιμότητα και τη ρηξικέλευθη στάση, που επέλεξε στη συνολική της πορεία εντός και εκτός Δικαιοσύνης, η Εισαγγελέας Αρείου Πάγου επί τιμή Ξένη Δημητρίου, δεν υπήρξε μόνον η δεύτερη γυναίκα Εισαγγελέας του Άρειου Πάγου στην Ελλάδα και πρώτη Εισαγγελέας ανηλίκων, αλλά από τον Μάρτιο του 2018 ήταν Πρόεδρος της
Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την
κατάρτιση του πρώτου Σχεδίου Νόμου και αντίστοιχης Αιτιολογικής
Έκθεσης, για την εφαρμογή στο ελληνικό δικαιϊκό σύστημα του Κανονισμού
ΕΕ 2017/1936 για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), έργο που παραδόθηκε
στις 16-7-2018 και κατέληξε στην ψήφιση του Νόμου 4596/2019, όπως
αυτός ισχύει σήμερα μετά την τροποποίησή του με το Νόμο 4786/2021
(Κεφάλαιο Δ, Εφαρμοστικές Διατάξεις του Κανονισμού ΕΕ 2017/1936).
Οπως είπε "πρόκειται για ένα όργανο, στο στήσιμο του οποίου η Ελλάδα
έλαβε μέρος από την πρώτη στιγμή σε όλες τις διαδικασίες. Το
σπουδαιότερο πράγμα, που πολλοί θέλουν να ξεχνούν, λέγοντας πως «δεν
είναι και σπουδαίο όργανο» (η EPPO), πως «αν θέλουμε καταργούμε το
Νόμο (εννοούν τον εφαρμοστικό του Κανονισμού, Νόμο) και φεύγουμε από
την EPPO», ότι η χώρα μας κατά την Προεδρία της ΕΕ, το Ά Εξάμηνο του
2014 είναι αυτή, που ουσιαστικά με αγώνα πολλών συνεδριάσεων
διαμόρφωσε το Κολεγιακό Μοντέλο της EPPO, όπως υπάρχει και λειτουργεί
μέχρι και σήμερα. Από την προηγούμενη Προεδρία της Λιθουανίας είχε
παραληφθεί ένα τελείως διαφορετικό δεκαμελές μοντέλο της EPPO.
Η Ελλάδα αντί να είναι υπερήφανη γι’ αυτό της το έργο, έφτασε να το
απαξιώνει με όλους τους τρόπους. Και επί τη ευκαιρία, ας μάθουν οι
συμπολίτες μας, πως τα κράτη – μέλη της ΕΕ που ανήκουν στο θεσμό της
EPPO, δεν είναι ούτε 22, ούτε 27, όπως τώρα τελευταία ακούγεται
δυστυχώς από επίσημα πολιτικά χείλη. Είναι 24. Αυτά που δεν ανήκουν
είναι η Ουγγαρία, η Δανία (βάσει του Πρωτοκόλλου 22) και η Ιρλανδία
(βάσει του Πρωτοκόλλου 21). Οι δύο τελευταίες με τα προαναφερθέντα
πρωτόκολλα, όταν αποδέχτηκαν την ΣΛΕΕ, συμφώνησαν για μειωμένο status
συμμετοχής τους σε δικαστικές και αστυνομικές διαδικασίες, οπότε γι’
αυτό δεν συμμετέχουν στην EPPO".
Και συμπλήρωσε η κ. Δημητρίου: "Για ποια εμπιστοσύνη των πολιτών στην
ελληνική και ευρωπαϊκή δικαιοσύνη και στους λειτουργούς της μπορούμε
να μιλάμε, όταν πολιτικά πρόσωπα δεν την εμπιστεύονται; Την απαξιώνουν
και τη διασύρουν μη διαθέτοντας, τη στοιχειώδη υπομονή και ευπρέπεια
απέναντί της, μέχρι να πει την τελική της κουβέντα. Ακόμη και σε
προκαταρκτικά στάδια δικαστικών ενεργειών εξανίστανται, την
καθυβρίζουν και προκαταλαμβάνουν τις αποφάσεις της. Πουθενά στον
ορίζοντα η σωκρατική στάση απέναντι ακόμη και σε άδικη απόφαση.
Πως φτάσαμε άραγε και γίναμε φτωχοί, με τέτοια προίκα που μας έχει
αφήσει το ένδοξο παρελθόν μας;".
Mάλιστα, όπως είπε η κ. Δημητρίου τον Νοέμβριο του 2018, η Εισαγγελία
του Α.Π., σε συνεργασία με τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης
και τη Γενική Γραμματεία κατά της Διαφθοράς, υπό την αιγίδα του πρώην
Προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου, διοργανώθηκε το 1 ο
Διεθνές τριήμερο Συνέδριο για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με συμμετοχή 82
Εισαγγελέων από τα κράτη – μέλη της ΕΕ και τρίτες εκτός αυτής χώρες,
επτά Γενικών Εισαγγελέων, εκπροσώπου της Commission, εκπροσώπου της
OLAF, του Προέδρου και Αντιπροέδρου, καθώς και του Διοικητικού
Διευθυντή της Eurojust και πλήθους επιστημόνων. Επρόκειτο για το πρώτο
Συνέδριο, που έγινε στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την EPPO. Eίχε
σκοπό να ενημερώσει τον νομικό κόσμο, αλλά και όλους τους δημόσιους
φορείς για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες, τωρινές και μελλοντικές
της EPPO, όπως και για την αναδιοργάνωση των αρμοδιοτήτων της OLAF και
της Eurojust, προκειμένου να συνεργαστούν αρμονικά με την EPPO.
κατάρτιση του πρώτου Σχεδίου Νόμου και αντίστοιχης Αιτιολογικής
Έκθεσης, για την εφαρμογή στο ελληνικό δικαιϊκό σύστημα του Κανονισμού
ΕΕ 2017/1936 για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), έργο που παραδόθηκε
στις 16-7-2018 και κατέληξε στην ψήφιση του Νόμου 4596/2019, όπως
αυτός ισχύει σήμερα μετά την τροποποίησή του με το Νόμο 4786/2021
(Κεφάλαιο Δ, Εφαρμοστικές Διατάξεις του Κανονισμού ΕΕ 2017/1936).
έλαβε μέρος από την πρώτη στιγμή σε όλες τις διαδικασίες. Το
σπουδαιότερο πράγμα, που πολλοί θέλουν να ξεχνούν, λέγοντας πως «δεν
είναι και σπουδαίο όργανο» (η EPPO), πως «αν θέλουμε καταργούμε το
Νόμο (εννοούν τον εφαρμοστικό του Κανονισμού, Νόμο) και φεύγουμε από
την EPPO», ότι η χώρα μας κατά την Προεδρία της ΕΕ, το Ά Εξάμηνο του
2014 είναι αυτή, που ουσιαστικά με αγώνα πολλών συνεδριάσεων
διαμόρφωσε το Κολεγιακό Μοντέλο της EPPO, όπως υπάρχει και λειτουργεί
μέχρι και σήμερα. Από την προηγούμενη Προεδρία της Λιθουανίας είχε
παραληφθεί ένα τελείως διαφορετικό δεκαμελές μοντέλο της EPPO.
Η Ελλάδα αντί να είναι υπερήφανη γι’ αυτό της το έργο, έφτασε να το
απαξιώνει με όλους τους τρόπους. Και επί τη ευκαιρία, ας μάθουν οι
συμπολίτες μας, πως τα κράτη – μέλη της ΕΕ που ανήκουν στο θεσμό της
EPPO, δεν είναι ούτε 22, ούτε 27, όπως τώρα τελευταία ακούγεται
δυστυχώς από επίσημα πολιτικά χείλη. Είναι 24. Αυτά που δεν ανήκουν
είναι η Ουγγαρία, η Δανία (βάσει του Πρωτοκόλλου 22) και η Ιρλανδία
(βάσει του Πρωτοκόλλου 21). Οι δύο τελευταίες με τα προαναφερθέντα
πρωτόκολλα, όταν αποδέχτηκαν την ΣΛΕΕ, συμφώνησαν για μειωμένο status
συμμετοχής τους σε δικαστικές και αστυνομικές διαδικασίες, οπότε γι’
αυτό δεν συμμετέχουν στην EPPO".
Και συμπλήρωσε η κ. Δημητρίου: "Για ποια εμπιστοσύνη των πολιτών στην
ελληνική και ευρωπαϊκή δικαιοσύνη και στους λειτουργούς της μπορούμε
να μιλάμε, όταν πολιτικά πρόσωπα δεν την εμπιστεύονται; Την απαξιώνουν
και τη διασύρουν μη διαθέτοντας, τη στοιχειώδη υπομονή και ευπρέπεια
απέναντί της, μέχρι να πει την τελική της κουβέντα. Ακόμη και σε
προκαταρκτικά στάδια δικαστικών ενεργειών εξανίστανται, την
καθυβρίζουν και προκαταλαμβάνουν τις αποφάσεις της. Πουθενά στον
ορίζοντα η σωκρατική στάση απέναντι ακόμη και σε άδικη απόφαση.
Πως φτάσαμε άραγε και γίναμε φτωχοί, με τέτοια προίκα που μας έχει
αφήσει το ένδοξο παρελθόν μας;".
Mάλιστα, όπως είπε η κ. Δημητρίου τον Νοέμβριο του 2018, η Εισαγγελία
του Α.Π., σε συνεργασία με τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης
και τη Γενική Γραμματεία κατά της Διαφθοράς, υπό την αιγίδα του πρώην
Προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου, διοργανώθηκε το 1 ο
Διεθνές τριήμερο Συνέδριο για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με συμμετοχή 82
Εισαγγελέων από τα κράτη – μέλη της ΕΕ και τρίτες εκτός αυτής χώρες,
επτά Γενικών Εισαγγελέων, εκπροσώπου της Commission, εκπροσώπου της
OLAF, του Προέδρου και Αντιπροέδρου, καθώς και του Διοικητικού
Διευθυντή της Eurojust και πλήθους επιστημόνων. Επρόκειτο για το πρώτο
Συνέδριο, που έγινε στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την EPPO. Eίχε
σκοπό να ενημερώσει τον νομικό κόσμο, αλλά και όλους τους δημόσιους
φορείς για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες, τωρινές και μελλοντικές
της EPPO, όπως και για την αναδιοργάνωση των αρμοδιοτήτων της OLAF και
της Eurojust, προκειμένου να συνεργαστούν αρμονικά με την EPPO.
Διαβάστε ολόκληρη την ομιλία της επίτιμης Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη
Δημητρίου:"21 Απριλίου 1967. Σήμερα 21 Απριλίου 2026 «τα όνειρα παίρνουν εκδίκηση».
Σήμερα ένας ακούραστος σκαπανέας με γνώση και γνώμη καταδύεται στο ιστορικό παρελθόν του ελληνικού δικαστικού συστήματος.
Καταδύεται στο μαρτύριο της ελληνικής δικαιοσύνης, στις εποχές και στους ανθρώπους της.
Καταδύεται στο δικαιϊκό ελληνικό μεσαίωνα, αλλά και στην ελληνική δικαιική αναγέννηση, που φωτεινοί δικαστικοί λειτουργοί προσπάθησαν, να φέρουν στο δικαιϊκό γίγνεσθαι.
Πόσο σπάνιο είδος σ’ όλες τις εποχές είναι τέτοιου διαμετρήματος σκαπανείς σαν τον συγγραφέα μας, που εκτός από το να ανακαλύπτουν ερείπια, δείχνουν και το δρόμο για την αναδόμησή τους.
Ένας Νέστορας της δικαιοσύνης, με τον οποίο μπορεί να διαφωνεί κανείς όσο θέλει, αλλά που όλοι μας του αναγνωρίζουμε το πάθος του και τους αγώνες του για μια ελληνική δικαιοσύνη χωρίς μαντήλι στα μάτια, που να σε κοιτά κατάματα όταν σε κρίνει, χωρίς σπαθί στο χέρι, με μόνη ρομφαία την ενσυναίσθηση και μια ζυγαριά στο χέρι, όχι πειραγμένη, όπως κάνουν οι απατεωνίσκοι.
Ποιητικώ τω λόγω θα μας πει για τη θεά Θέμιδα, που ο συγγραφέας μας υπηρέτησε και υπηρετεί.
«Λένε πως είσαι τάχα μου τυφλή.
Αλλά δεν είσαι.
Εγώ το ξέρω.
Λένε ακόμα πως κρατάς σπαθί και άλλα τέτοια.
Μύθοι είναι αυτοί που συντηρούν όποιοι έχουν λόγους.
Γι΄αυτό ένα από σένα περιμένω.
Να με κοιτάς, όταν μιλάς, στα μάτια.
Αν το μπορείς.
Αυτό και μόνο μου αρκεί.»
Ήταν η δεύτερη φορά που ένιωσα πόσο αλλιώτικη εισαγγελέας θα ήμουν αν είχα διαβάσει αυτό το βιβλίο, πριν χειριστώ την πρώτη μου υπόθεση.
Διαβάζοντάς το κατεβαίνεις απ’ το άλογο, πατάς στη γη και βλέπεις τις πράξεις των ανθρώπων με επιείκεια.
Η πρώτη φορά που ένιωσα την επιθυμία, να έχω εκπαιδευτεί πριν χειριστώ την πρώτη μου υπόθεση, ήταν, όταν παρακολούθησα στο Αιγινήτειο ένα τριετές πρόγραμμα «Εκπαίδευσης Εκπαιδευτών στην
Ψυχική Υγεία», καθώς και δύο τρίμηνα εκπαιδευτικά προγράμματα για
«δεξιότητες επικοινωνίας», «δεξιότητες διαχείρισης άγχους» και «δεξιότητες διαπραγμάτευσης».
Σε αυτά τα μαθήματα διδάχτηκα, πως πίσω από τον οποιονδήποτε διάδικο και τις πράξεις του υπάρχει ένας «συν-άνθρωπος», στον οποίο ο δικαστικός λειτουργός πρέπει να ενσκύψει και να κατανοήσει το
παρελθόν του, να εξηγήσει το παρόν του και με την απόφασή του να προκαθορίσει το μέλλον του για τον ίδιο, για το οικογενειακό του περιβάλλον και την περαιτέρω μεταστροφή του και κοινωνική του
ένταξη.
Πόσο πιο ανθεκτικούς δικαστικούς λειτουργούς θα έβγαζε η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, αν αναδιοργάνωνε σε βάθος τα προγράμματά της (και νομίζω πως ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να το
κάνει) και αν οι σπουδαστές της λάμβαναν παρόμοια εκπαίδευση, ώστε να γνωρίσουν τη λειτουργία του ανθρώπινου εγκεφάλου και να ενισχυθούν με δεξιότητες που διδάσκονται, όπως και αν μελετούσαν την ιστορία του ελληνικού δικαστικού συστήματος σε σύγκριση με παραδείγματα άλλων δικαστικών συστημάτων, όπως αυτά αναδεικνύονται στο πόνημα, για το οποίο μιλάμε σήμερα.
Η δικαιοσύνη του Νέστορά μας ίσως να μην κρατάει σπαθί, ο ίδιος όμως κρατάει νυστέρι και ανατομεί lege artis το ελληνικό δικαστικό σύστημα.
Η ανατομία ενός σώματος, όπως και ενός συστήματος είναι μία οδυνηρή πράξη. Κατεβαίνεις από το συννεφάκι της τηβέννου, πηδάς από το συννεφάκι της «ανεξάρτητης δικαιοσύνης», εγκαταλείπεις το περιστέρι της «άτεγκτης συνείδησης» του δικαστή και πέφτεις από τον πλανήτη της «μη διαφθοράς» και αν δεν έχεις αλεξίπτωτα ανθεκτικά σαν του Ώριων της αποστολής Άρτεμις ΙΙ, θα γκρεμοτσακιστείς.
Αυτό το πόνημα μας λέει αυτό που μια φορά κι ένα καιρό, το δωδέκατο μ.Χ. αιώνα, μας το είπε ο φιλόσοφος Βερνάρδος της Σαρτρ: «Εμείς είμαστε σαν νάνοι στους ώμους των γιγάντων γι’ αυτό και μπορούμε να δούμε μακρύτερα από εκείνους» κι αργότερα ο Ισαάκ Νεύτων στην επιστολή του προς τον Ρόμπερτ Χουκ, ότι «Αν είδα μακρύτερα, είναι γιατί στάθηκα στους ώμους γιγάντων» (“if I have seen further, it is by standing on the shoulders of giants.”).
Οι ώμοι των γιγάντων της δικαιοσύνης αποτελούν τα αλεξίπτωτά μας για να προσγειωθούμε στην πραγματικότητα του ελληνικού δικαστικού συστήματος και να γνωρίσουμε, πώς αυτοί οι γίγαντες της δικαστικής εξουσίας αντιμετώπισαν το σκοτεινό πολιτικό τοπίο της χώρας μας, εκείνο με τον εμφύλιο, εκείνο με το μετεμφυλιακό κλίμα, εκείνο με τις δικτατορίες και εκείνο με τις «δημοκρατίες» (σε εισαγωγικά).
Αν ρωτήσει κανείς τους σπουδαστές της Εθνικής Σχολής Δικαστικών Λειτουργών, αλλά και εμάς τους υπόλοιπους που υπηρετούμε ή υπηρετήσαμε στο Δικαστικό Σώμα, θα γνωρίζουμε ίσως μόνο τον Πολυζωΐδη και τον Τερτσέτη. Στο Σώμα, όμως, υπάρχουν πολλές φωνές σαν τις δικές τους, πολλές παραιτήσεις σαν τις δικές τους, πολλοί αποκλεισμοί σαν τους δικούς τους, που πρέπει όλοι μας να τους
γνωρίσουμε και να μιμηθούμε τη θαρραλέα τους στάση σε πολύ δύσκολους καιρούς. Σε πόσα δικαστικά κτίρια ή δικαστικές αίθουσες θα έπρεπε να αναγράφονται τα ονόματά τους και σε πλακέτες να αποτυπώνεται η δράση τους για μια πράγματι ανεξάρτητη δικαιοσύνη ενάντια στις σειρήνες της πολιτικής εξουσίας, του λαϊκισμού και κάποιων Μ.Μ.Ε..
Ο Νέστορας του πονήματος τούτου μας οδηγεί και στην αντίπερα όχθη των Ηλισίων Πεδίων της Δικαιοσύνης, εκεί που συνάδελφοί μας απεμπόλησαν το συνταγματικό δώρο της «ανεξάρτητης δικαιοσύνης», ειδικά της εσωτερικής τους ανεξαρτησίας «διεμερίσαντες τα ιμάτιά της και επί τον ιματισμόν της βάλοντες κλήρον», υπεύθυνοι για περιόδους δικαιϊκού μεσαίωνα του ελληνικού δικαστικού συστήματος.
Η δικαιοσύνη δεν είναι μόνο ιδέα. Δεν είναι μόνο ο ισχυρότερος πυλώνας μιας δημοκρατικής πολιτείας. Είναι και οι λειτουργοί της άξιοι και ανάξιοι με τα ονοματεπώνυμά τους, οι πρώτοι για να εμπνεύσουν και οι δεύτεροι για να μας αποτρέψουν από ατοπήματα, που δεν έθιξαν μόνο την αξιοπρέπεια των ίδιων, των διαδίκων των οποίων κλήθηκαν να ειρηνεύσουν τις διαφορές, αλλά τραυμάτισαν και το Κράτος Δικαίου.
Η Θέμις, αν την επιλέξουμε ως λειτούργημα – επάγγελμα, μας θέλει ολόκληρους να την υπηρετούμε, με όλες μας τις δυνάμεις και με όλες μας τις αισθήσεις:
Με 100 μάτια σαν τον Άργο να βλέπουμε τον κατηγορούμενο και το θύμα
Με 100 αυτιά να αφουγκραζόμαστε τον πόνο
Με 100 μύτες να οσφραινόμαστε την αδικία
Με 100 γευστικούς αδένες να απολαμβάνουμε την ικανοποίηση του δικαιϊκού μας αγώνα
Με 100 χέρια που να αγγίζουν μόνο τις πληγές των ανθρώπων και όχι τα τριάκοντα αργύρια, την τιμή της τετιμημένης Θέμιδας.
Ποιος δεν γνωρίζει, πως οι δικαστικοί λειτουργοί εν στενή και εν ευρεία εννοία (δικαστές, εισαγγελείς, δικηγόροι, γραμματείς) δεν κουράζονται και δεν μοχθούν;
Ποιος είπε πως και οι 49 Δαναΐδες, τιμωρημένες στον Άδη, δεν κουράζονταν και δεν μοχθούσαν κουβαλώντας νερό για να γεμίσουν το πιθάρι;
Το πιθάρι δεν είχε πάτο.
Για τη στεγανοποίηση αυτού του πάτου του πιθαριού πρέπει να παλέψουμε.
Ποιος είπε, πως δεν μόχθησαν πάνω από 20 χρόνια ανακριτές – εφέτες, δικαστές, εισαγγελείς, διερμηνείς, δικαστικοί επιμελητές, δικηγόροι, γραμματείς, πειθαρχικά συμβούλια, για να γεμίσουν το πιθάρι της Siemens, με ξενύχτια, με δικαστικές συνδρομές, εργατοώρες που πλήρωνε ο Έλληνας φορολογούμενος, αλλά το πιθάρι δεν είχε πάτο.
Και δεν είναι η μόνη δίκη μεγάλου κοινωνικοπολιτικού ενδιαφέροντος, που οδήγησε στην έσχατη απαξία το δικαστικό μας σύστημα.
Περιμένουμε να μας εμπιστευτούν οι συμπολίτες μας, όταν το δίχτυ της δικαιοσύνης μας πιάνει τα μικρά ψάρια, του Γιάννηδες – Αγιάννηδες και αφήνει τα μεγάλα ψάρια να το ξεσκίζουν σε 1000 κομμάτια;
Περιμένουμε οι συμπολίτες μας να εμπιστευτούν την ελληνική δικαιοσύνη, αλλά και την ευρωπαϊκή και τα όργανά της, όταν και τις δύο δικαιοσύνες τις απαξιώνουν με όλους τους τρόπους υπουργικά χείλη, βουλευτικά χείλη, ακόμη και δικαστικά χείλη.
Είχα την τύχη και την τιμή από τον Μάρτιο του 2018 να συμμετέχω ως Πρόεδρος της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής του Υπουργείου Δικαιοσύνης για την κατάρτιση του πρώτου Σχεδίου Νόμου και αντίστοιχης Αιτιολογικής Έκθεσης, για την εφαρμογή στο ελληνικό δικαιϊκό σύστημα του Κανονισμού ΕΕ 2017/1936 για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO), έργο που παραδόθηκε στις 16-7-2018 και κατέληξε στην ψήφιση του Νόμου 4596/2019, όπως αυτός ισχύει σήμερα μετά την τροποποίησή του με το Νόμο 4786/2021 (Κεφάλαιο Δ, Εφαρμοστικές Διατάξεις του Κανονισμού ΕΕ 2017/1936).
Τι είναι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία;
Πρόκειται για ένα ανεξάρτητο όργανο της ΕΕ, που ιδρύθηκε βάσει της Συνθήκης της Λισσαβόνας με τη μέθοδο της ενισχυμένης συνεργασίας.
Πρόκειται για ένα όργανο, στο στήσιμο του οποίου η Ελλάδα έλαβε μέρος από την πρώτη στιγμή σε όλες τις διαδικασίες. Το σπουδαιότερο πράγμα, που πολλοί θέλουν να ξεχνούν, λέγοντας πως «δεν είναι και σπουδαίο όργανο» (η EPPO), πως «αν θέλουμε καταργούμε το Νόμο (εννοούν τον εφαρμοστικό του Κανονισμού, Νόμο) και φεύγουμε από την EPPO», ότι η χώρα μας κατά την Προεδρία της ΕΕ, το Ά Εξάμηνο του 2014 είναι αυτή, που ουσιαστικά με αγώνα πολλών συνεδριάσεων διαμόρφωσε το Κολεγιακό Μοντέλο της EPPO, όπως υπάρχει και λειτουργεί μέχρι και σήμερα. Από την προηγούμενη Προεδρία της Λιθουανίας είχε παραληφθεί ένα τελείως διαφορετικό δεκαμελές μοντέλο της EPPO.
Η Ελλάδα αντί να είναι υπερήφανη γι’ αυτό της το έργο, έφτασε να το απαξιώνει με όλους τους τρόπους. Και επί τη ευκαιρία, ας μάθουν οι συμπολίτες μας, , πως τα κράτη – μέλη της ΕΕ που ανήκουν στο θεσμό της EPPO, δεν είναι ούτε 22, ούτε 27, όπως τώρα τελευταία ακούγεται δυστυχώς από επίσημα πολιτικά χείλη. Είναι 24. Αυτά που δεν ανήκουν είναι η Ουγγαρία, η Δανία (βάσει του Πρωτοκόλλου 22) και η Ιρλανδία (βάσει του Πρωτοκόλλου 21). Οι δύο τελευταίες με τα προαναφερθέντα πρωτόκολλα, όταν αποδέχτηκαν την ΣΛΕΕ, συμφώνησαν για μειωμένο status συμμετοχής τους σε δικαστικές και αστυνομικές διαδικασίες, οπότε γι’ αυτό δεν συμμετέχουν στην EPPO.
Για ποια εμπιστοσύνη των πολιτών στην ελληνική και ευρωπαϊκή δικαιοσύνη και στους λειτουργούς της μπορούμε να μιλάμε, όταν πολιτικά πρόσωπα δεν την εμπιστεύονται; Την απαξιώνουν και τη
διασύρουν μη διαθέτοντας, τη στοιχειώδη υπομονή και ευπρέπεια απέναντί της, μέχρι να πει την τελική της κουβέντα. Ακόμη και σε προκαταρκτικά στάδια δικαστικών ενεργειών εξανίστανται, την καθυβρίζουν και προκαταλαμβάνουν τις αποφάσεις της. Πουθενά στον ορίζοντα η σωκρατική στάση απέναντι ακόμη και σε άδικη απόφαση.
Πως φτάσαμε άραγε και γίναμε φτωχοί, με τέτοια προίκα που μας έχει αφήσει το ένδοξο παρελθόν μας;
Τον Νοέμβριο του 2018, η Εισαγγελία του Α.Π., σε συνεργασία με τον Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης και τη Γενική Γραμματεία κατά της Διαφθοράς, υπό την αιγίδα του πρώην Προέδρου της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλου, διοργανώθηκε το 1 ο Διεθνές τριήμερο Συνέδριο για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με συμμετοχή 82 Εισαγγελέων από τα κράτη – μέλη της ΕΕ και τρίτες εκτός αυτής χώρες, επτά Γενικών Εισαγγελέων, εκπροσώπου της Commission, εκπροσώπου της OLAF,
του Προέδρου και Αντιπροέδρου, καθώς και του Διοικητικού Διευθυντή της Eurojust και πλήθους επιστημόνων. Επρόκειτο για το πρώτο
Συνέδριο, που έγινε στην Ευρωπαϊκή Ένωση σχετικά με την EPPO. Eίχε σκοπό να ενημερώσει τον νομικό κόσμο, αλλά και όλους τους δημόσιους φορείς για τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες, τωρινές και μελλοντικές της EPPO, όπως και για την αναδιοργάνωση των αρμοδιοτήτων της OLAF και της Eurojust, προκειμένου να συνεργαστούν αρμονικά με την EPPO.
Ας γυρίσουμε, όμως, στα του οίκου μας.
Η έτσι, ή αλλιώς, Δικαιοσύνη πάντα είναι γυναίκα.
Μπορεί να είναι η φανταχτερή εκείνη γυναίκα, που συνάντησε ο Ηρακλής, όταν βρέθηκε στο σταυροδρόμι των επιλογών της ζωής του. Η γυναίκα, που αν την ακολουθήσει ο δικαστής μπροστά του απλώνεται η λεωφόρος της επιτυχίας, του πλούτου, των γνωριμιών με πρόσωπα εξουσίας, πολιτικής, οικονομικής ή μιντιακής. Στο τέλος της, η ανυποληψία. Αν, όμως, ακολουθήσει την ατραπό της ενάρετης γυναίκας, εκείνης της επιείκειας, της αναλογικότητας, της μητρότητας για τον εκπεσόντα άγγελο, τον περιμένει ο στέφανος της δικαιοσύνης.
Αυτή η στενή ατραπός, εν στενή και εν ευρεία εννοία συνάδελφοί μου, απαιτεί από μας να λειάνουμε τα μαύρα κουτιά των στεγανών μας, των ιδεοληψιών μας, των εμμονών μας, των στερεοτύπων μας, των
προκρούστειων κρεβατιών μας. Απαιτεί να αντιμετωπίζουμε εξατομικευμένα τις πράξεις των συνανθρώπων μας, που φθάνουν στο κατώφλι του δικαστικού μας συστήματος.
Εξατομικευμένη προδικασία, εξατομικευμένη δικαστική διαδικασία εξατομικευμένη αντεγκληματική πολιτική, ειδικά για τις υποθέσεις της ποινικής δικαιοσύνης, προκειμένου αυτήν τη φορά να συμβάλουμε στο κλείσιμο της περιστρεφόμενης πόρτας της υποτροπής στο έγκλημα.
Τα θεσμικά θεμέλια του δικαστικού μας συστήματος μπορεί να είναι το Σύνταγμα, οι υπερνομοθετικής ισχύος διατάξεις, οι διεθνείς συμβάσεις, οι νόμοι, η νομολογία, η θεωρία, οι αρχές του δικαίου, αλλά τα ποιοτικά του στοιχεία είναι η ανεξαρτησία και η συνείδηση των λειτουργών του.
Αναζητούνται αυτά τα στοιχεία σε δικαστικές αποφάσεις αλλά δεν είναι αυτονόητο ότι υπάρχουν στο Δικαστικό Σώμα, θα μας πει ο συγγραφέας μας.
Τα ποιοτικά στοιχεία πρέπει να αναζητηθούν πρωτ’ απ’ όλα στους λειτουργούς της δικαιοσύνης.
Η εσωτερική ανεξαρτησία του κάθε δικαστή άλλες φορές παραβιάζεται από τον ίδιο τον φορέα της και μερικές φορές από τη δικαστική ηγεσία ή γενικότερα από τη δικαστική ιεραρχία. Η εσωτερική ανεξαρτησία δεν είναι δοτή. Είναι λουλούδι, που πρέπει να καλλιεργηθεί. Η Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών θα πρέπει, αφού πρώτα στις εισαγωγικές της εξετάσεις καθιερώσει ένα ή και δύο τεστ προσωπικότητας (και όχι απλά ψυχομετρικά τεστ) για τους υποψήφιους σπουδαστές, στη συνέχεια πρέπει να διδάξει μεταξύ άλλων δεξιότητες διαχείρισης του δικαστικού έργου και δικαστική δεοντολογία. Θα ήταν πολύ βοηθητικό, οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν Ψυχολογική Εποπτεία καθ’ όλη την επαγγελματική τους σταδιοδρομία, προκειμένου να αντιμετωπίζουν το “burnout” που παραμονεύει εξαιτίας της εξοντωτικής δουλειάς, που έχει να κάνει, όχι μόνο με τον όγκο της, αλλά και με το ότι έχει κληθεί να ειρηνεύσει, ό,τι στρεβλό παρουσιάζει η κοινωνία μας.
Η εξωτερική, λειτουργική και προσωπική, ανεξαρτησία, συνταγματικά κατοχυρωμένη, στην πραγματικότητα είναι κάτι, αλλά όχι το παν.
Εξαρτάται από το χώρο που της δίνουν για να αναπνεύσει οι άλλες δύο εξουσίες (Κυβέρνηση και Βουλή), η κοινωνία, τα ΜΜΕ, αλλά και η εξουσία που ασκούν το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο (Α.Δ.Σ.), η Ολομέλεια των Ανώτατων Δικαστηρίων, η Επιθεώρηση και τα αρμόδια Πειθαρχικά Όργανα.
Δεν υπάρχει χειρότερη μορφή αδικίας, από αυτήν που μπορεί κάποιος δικαστικός λειτουργός να υποστεί από τα όργανα της Δικαιοσύνης. Όταν αδικείσαι μέσα στη Δικαιοσύνη κατά τη διαδικασία των προαγωγών, των μεταθέσεων, των τοποθετήσεων, του κριτηρίου αν είσαι έγγαμος/έγγαμη ή άγαμος/άγαμη, αν η επιλογή σου σε ευρωπαϊκά όργανα, που εκπροσωπείς τη χώρα σου, δεν λαμβάνονται υπόψη η δουλειά σου και τα εξαιρετικά προσόντα που κατέχεις για την κατάληψη τέτοιων θέσεων.
Πολλές φορές στο Α.Δ.Σ., όταν πρόκειται να επιλέξει συναδέλφους για να πληρώσουν θέσεις σε όργανα της ΕΕ, έχει ακουστεί η φράση, ευτυχώς από ελάχιστα μέλη του, «ας πάει και κάποιος άλλος», λες και οι θέσεις αυτές είναι σεμινάρια, ή αν πρόκειται για συνάδελφο που ήδη υπηρετεί σε τέτοια όργανα, έχει ακουστεί η φράση «ας έρθει να δουλέψει κι εδώ», αγνοώντας αφενός ότι η δουλειά των συναδέλφων στα όργανα αυτά είναι εξίσου, αν όχι πιο απαιτητική, από την εδώ εργασία τους, αφετέρου ότι, θα ήταν κέρδος της χώρας, αν αφήναμε εθνικά μας μέλη στα Όργανα της ΕΕ να παραμείνουν και να εξελιχθούν σε Αντιπροέδρους ή Προέδρους αυτών, όπως τα περισσότερα κράτη – μέλη της ΕΕ το επιδιώκουν και το κατορθώνουν.
Η εξωτερική, λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία εξαρτάται, τέλος, από την έλλειψη ευθυνοφοβίας, την επαγρύπνηση και την ανθεκτικότητα των ίδιων των δικαστικών λειτουργών.
Άλλωστε τούτο το βιβλίο είναι αφιερωμένο από το συγγραφέα του:
«Σ’ εκείνους που άντεξαν…
Σ’ αυτούς που αντέχουν»
Όσο, όμως, η προαγωγή της δικαστικής ηγεσίας βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της κυβερνητικής εξουσίας, με γνωμοδοτικό ρόλο, μη δεσμευτικό, της Ολομέλειας των Προέδρων της Βουλής (Ν.3841/2010) και της Ολομέλειας του εκάστοτε Ανώτατου Δικαστηρίου (Ν.5134/2024) και την από αυτήν την επιλογή εξαρτώμενη σύνθεση και λειτουργία του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και τη συγκρότηση των Οργάνων της Επιθεώρησης, ομιλούμε για Άπτερη ανεξαρτησία του δικαστικού συστήματος, που δεν μπορεί να επιδείξει πάντα και σε όλες τις καταστάσεις την αναγκαία δύναμη αντίστασης σε επεμβάσεις της κυβερνητικής εξουσίας ή άλλων πολιτικών δυνάμεων ή μεγάλων
οικονομικών συμφερόντων ή μιντιακών δυνάμεων.
Όπως όλοι οι κανόνες έτσι κι αυτός έχει τις εξαιρέσεις του. Πανάξιοι δικαστικοί λειτουργοί υπήρξαν επιτελικά στελέχη του δικαστικού συστήματος.
Ο εκδημοκρατισμός του δικαστικού συστήματος με την εκλογή της ηγεσίας του από ένα Εκλεκτορικό Σώμα, που θα την επιλέγει με αυστηρά αξιοκρατικά κριτήρια, όπως γίνεται σε όλα τα κράτη, πλην Ελλάδας, θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη της επιστημονικής κοινότητας, των πολιτών και των ίδιων των δικαστών στη δικαστική εξουσία και στη συνολική δικαιοδοτική της εικόνα, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα.
Η δικαιοσύνη είναι η ερωμένη κάθε πολιτεύματος, που τη ντύνει και την επικαλείται κατά το δοκούν.
«Σ’ εκείνους που άντεξαν…
Σ’ αυτούς που αντέχουν»
Όσο, όμως, η προαγωγή της δικαστικής ηγεσίας βρίσκεται αποκλειστικά στα χέρια της κυβερνητικής εξουσίας, με γνωμοδοτικό ρόλο, μη δεσμευτικό, της Ολομέλειας των Προέδρων της Βουλής (Ν.3841/2010) και της Ολομέλειας του εκάστοτε Ανώτατου Δικαστηρίου (Ν.5134/2024) και την από αυτήν την επιλογή εξαρτώμενη σύνθεση και λειτουργία του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου και τη συγκρότηση των Οργάνων της Επιθεώρησης, ομιλούμε για Άπτερη ανεξαρτησία του δικαστικού συστήματος, που δεν μπορεί να επιδείξει πάντα και σε όλες τις καταστάσεις την αναγκαία δύναμη αντίστασης σε επεμβάσεις της κυβερνητικής εξουσίας ή άλλων πολιτικών δυνάμεων ή μεγάλων
οικονομικών συμφερόντων ή μιντιακών δυνάμεων.
Όπως όλοι οι κανόνες έτσι κι αυτός έχει τις εξαιρέσεις του. Πανάξιοι δικαστικοί λειτουργοί υπήρξαν επιτελικά στελέχη του δικαστικού συστήματος.
Ο εκδημοκρατισμός του δικαστικού συστήματος με την εκλογή της ηγεσίας του από ένα Εκλεκτορικό Σώμα, που θα την επιλέγει με αυστηρά αξιοκρατικά κριτήρια, όπως γίνεται σε όλα τα κράτη, πλην Ελλάδας, θα ενίσχυε την εμπιστοσύνη της επιστημονικής κοινότητας, των πολιτών και των ίδιων των δικαστών στη δικαστική εξουσία και στη συνολική δικαιοδοτική της εικόνα, η οποία τα τελευταία χρόνια έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα.
Η δικαιοσύνη είναι η ερωμένη κάθε πολιτεύματος, που τη ντύνει και την επικαλείται κατά το δοκούν.
Άρα «η ανεξαρτησία της εξαρτάται από την εν γένει συγκρότηση δημοκρατικού κράτους και με έμφαση στο κατά πόσον αυτό λειτουργεί ως κράτος δικαίου».
«Χωρίς τη δημοκρατική λειτουργία των κρατικών θεσμών και την τήρηση της συνταγματικής τάξης δεν μπορεί να υπάρξει μορφή ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας και αξιόπιστης απονομής δικαιοσύνης, παρά μόνο από λίγους τολμηρούς δικαστικούς λειτουργούς», γιατί η δικαστική εξουσία δεν είναι αποκομμένη ως νησίδα από τη σύνολη οργάνωση και τη λειτουργία του κράτους. Η διάβρωση
της αξιοπιστίας της, όπως καταγράφεται σε αλλεπάλληλες μετρήσεις της κοινής γνώμης, ιδίως κατά την περίοδο που διανύουμε, παρακολουθεί τη διάβρωση και των άλλων εξουσιών, πάλι κατά τις μετρήσεις της κοινής γνώμης.
Οι δικαστικοί λειτουργοί στην Ελλάδα δεν εκλέγονται, οπότε δεν έχουν άμεσο έρεισμα στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Ο μόνος τρόπος να γίνουν δεκτοί από τον κυρίαρχο λαό είναι να του εμπνεύσουν
εμπιστοσύνη, όταν με το σθένος τους ανθίστανται στη βούληση και τις μη νόμιμες επιδιώξεις της πολιτικής εξουσίας.
Ο καθηγητής Ι. Μανωλεδάκης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η δικαστική ανεξαρτησία δεν είναι κατ’ ακριβολογία ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, αλλά ανεξαρτησία του δικαστή. Ο κάθε δικαστής
επιβεβαιώνει ή διαψεύδει τη δικαστική ανεξαρτησία του».
«Θέλουμε συνταγματικές ρυθμίσεις, ώστε να απαλλαγούν οι δικαστές από εξαρτήσεις ή πιέσεις. Θέλουμε συνταγματικές διατάξεις, που να δημιουργούν λειτουργικό περιβάλλον, ώστε να ενισχυθεί η δύναμη αντίστασης των δικαστών και να μειωθεί η διαχρονική τάση μεγάλου μέρους αυτών να εναρμονίζονται με τις εντολές ενδοδικαστικές ή εξωδικαστικές, για να φανούν αρεστοί χάριν ιδιοτελών επιδιώξεών τους», θα μας πει ο συγγραφέας.
Ας τολμήσουν οι πολιτικές μας δυνάμεις να χαρίσουν στη χώρα μία τέτοια δικαιοσύνη, μια γυναίκα του Καίσαρα που θα φαίνεται, αλλά και θα είναι ανεξάρτητη. Είναι η ώρα να διαψεύσουμε τον σπουδαίο
Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στέφανο Ματθία, που είχε πει: «Η δικαιοσύνη στη χώρα μας είναι και δεν είναι ανεξάρτητη, είναι και δεν είναι αξιόπιστη, είναι και δεν είναι αποτελεσματική».
Στο χέρι της Πολιτείας και ημών των ιδίων είναι να την καταστήσουμε Ανεξάρτητη, Αξιόπιστη και Αποτελεσματική.
Θα ήθελα να ζήσω για να δω στη χώρα μου σαν άλλος Συμεών να υλοποιούνται αυτά τα τρία άλφα (Ανεξαρτησία, Αξιοπιστία, Αποτελεσματικότητα) της δικαιοσύνης και να αναφωνήσω: «Νυν απολύεις τη δούλη σου Δέσποτα».
Όσον αφορά τη συνείδηση των δικαστών, πόσο ελεύθερη μπορεί να είναι, αφού οι δικαστικοί λειτουργοί κουβαλούν, όπως άλλωστε όλοι μας, τις ιδεολογικές, τις πολιτικές, τις θρησκευτικές ή και πολιτιστικές τους αντιλήψεις, όταν οι υποθέσεις που κρίνουν συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με αυτές, θα αναρωτηθεί ο συγγραφέας, ο οποίος αντί του όρου «συνείδηση» του δικαστή, ο οποίος ενυπάρχει στον Κώδικα Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών και όχι στο Σύνταγμα, επιλέγει τον όρο
«κοινωνική υπευθυνότητα» του δικαστή.
Το ανά χείρας πόνημα μας οδηγεί σε μια πυθαγόρεια ενδοσκόπηση για το δικαστικό μας σύστημα. Προτρέπει τον κάθε δικαστικό λειτουργό να κάνει ένα πνευματικό απολογισμό θέτοντας στον εαυτό του τρία ερωτήματα ως άλλος Πυθαγόρειος:
«Πη παρέβην;» (πού παραστράτησα;)
«Τι δ’ έρεξα;» (τι έκανα;)
«Τί μοι δέον ουκ ετελέσθη;» (Τι έπρεπε να κάνω και δεν το έκανα;)
Ο καθένας μας ας δώσει με ειλικρίνεια τις απαντήσεις του. Όσο κι αν παρεκκλίναμε, όσο κι αν δεν κάναμε πράγματα που έπρεπε να έχουμε κάνει, ποτέ δεν είναι αργά να αλλάξουμε ρότα. Να αναβαθμίσουμε και να εκδημοκρατίσουμε το δικαστικό μας σύστημα. Αν δεν το κάνουν οι λειτουργοί της δικαιοσύνης, αν δεν το διεκδικήσουμε για τους πολίτες, αλλά και για μας τους ίδιους, ποιος περιμένουμε να το κάνει;
Υπευθυνότητα και εξωστρέφεια φτιάχνουν τον καλύτερο συνδυασμό για έναν δικαστικό λειτουργό. Τα καβούκια είναι μόνο για τις χελώνες, αυτά τα συμπαθητικά κατά τ’ άλλα ζωάκια.
Η ασφάλεια του σπιτιού μας, η ασφάλεια του μισθού μας, η ασφάλεια της εξουσίας που ασκούμε, ας μη μας στερήσει την ικανότητα να βλέπουμε την ανασφάλεια των συνανθρώπων μας, τις γκρίζες και μαύρες ζώνες των αθλίων της εποχής μας.
Εκατοντάδες μουσκεμένοι μέχρι το κόκκαλο άνθρωποι ξεβράζονται όλο το χρόνο στις ακτές των νησιών μας στο Αιγαίο και στο Λιβυκό, σε βάρκες καρυδότσουφλα, άλλοτε ζωντανοί και άλλοτε πεθαμένοι κι εμείς δικάζουμε με διαδικασίες fast-track και φυλακίζουμε στις Φυλακές Νέων της χώρας πάνω από 100 νέους 18-21 ετών ως διακινητές προσφύγων και μεταναστών χωρίς να τους βρίσκουμε ούτε φράγκο στην τσέπη, ενώ οι πραγματικοί διακινητές απολαμβάνουν το μαύρο χρήμα τους σε Τουρκία, Αίγυπτο, Λιβύη, Τυνησία. Δεκάδες παιδιά κακοποιούνται κυρίως από ενήλικες και δεκάδες ανήλικοι παραβάτες φτάνουν στην πόρτα μας, αναμένοντας από μας τους δικαστικούς λειτουργούς, που οι περισσότεροί μας είμαστε ελάχιστα εκπαιδευμένοι, μια φιλική γι’ αυτούς δικαιοσύνη.
Κακοποιημένες γυναίκες, χαμένες στο δικαιϊκό μας σύστημα, αφρόντιστες και μετανιωμένες γιατί δεν έμειναν καλύτερα με τον κακοποιητή τους, όπως και θύματα γυναικοκτονιών και τα παιδιά και οι
γονείς που άφησαν πίσω τους, περιμένουν την απονομή μιας αλλιώτικης δικαιοσύνης, κομμένης και ραμμένης στα μέτρα της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης. Η σχετική Έκθεση της GREVIO για τη χώρα μας, βρίσκει ότι την εφαρμόζουμε μόνο κατά 23%, ενώ η λήξη της προθεσμίας για συμμόρφωσή μας με τις παρατηρήσεις της, που αφορούν το 77% των διατάξεών της λήγει το Νοέμβρη του 2026. Με χίλιους τόνους η ΄Εκθεση αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη της συνεχούς εκπαίδευσης των δικαστικών λειτουργών σε θέματα έμφυλης βίας, ενδοοικογενειακής και μη και κακοποίησης των παιδιών.
Το δικαστικό σύστημα δεν είναι μόνο φρουρός της νομιμότητας αλλά και της ανθρωπιάς, που κρίνεται απ’ την οπτική μας για τους αδύνατους.
Ένα, επίσης, θέμα, που πρέπει να μας προβληματίσει, είναι, ότι πολλές φορές, ανεκπαίδευτοι δικαστικοί λειτουργοί στη διαχείριση δικογραφιών, που σχετίζονται με τη λειτουργία του χρηματιστηρίου, της κεφαλαιαγοράς, των τραπεζικών συναλλαγών, αθωώνουν μεγαλόσχημους με περισσή ευκολία.
Ποιες θέσεις να κατέχουν άραγε, σήμερα, στο δικαστικό μας σύστημα οι 25 δικαστές και 25 εισαγγελείς που είχαν εκπαιδευτεί σχετικά με το χειρισμό τέτοιων ζητημάτων από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το ΔΠΘ ή έχουν μεταπτυχιακούς τίτλους σχετικούς με το οικονομικό έγκλημα από ελληνικά ή ξένα πανεπιστήμια; Στελεχώνουν άραγε την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος ή υπηρετούν ως ανακριτές τέτοιων εγκλημάτων;
Η εξειδίκευση των δικαστικών λειτουργών προβάλλεται πλέον ως αναγκαία συνθήκη για την αντιμετώπιση των εξειδικευμένων εγκληματιών (στο οικονομικό, στο διαδικτυακό, στο βιοτεχνολογικό έγκλημα, στο έγκλημα που διαπράττεται με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης) αλλά και για τη διεκπεραίωση υποθέσεων οικογενειακού δικαίου, όπου οι αποφάσεις τους τις περισσότερες φορές καθορίζουν την ενήλικη ζωή των παιδιών και έχουν ανυπολόγιστο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.
Εν στενή και εν ευρεία εννοία αγαπημένοι συνάδελφοί μου, η δικαιοσύνη και η απονομή της δεν είναι δεδομένη και νυν και αεί και εις τους αιώνας.
Είναι πείνα και δίψα, που ζητά συνεχώς χορτασμό και ξεδίψασμα από τους κρίνοντες και τους κρινόμενους.
«Μακάριοι οι πεινόντες και διψώντες τη Δικαιοσύνη, ότι αυτοί χορτασθήσονται».
Ας ευχηθούμε η ελληνική δικαιοσύνη, που τούτο το βιβλίο τέτμηκε, να αναστηθεί, ώστε τα παιδιά, τα εγγόνια, τα δισέγγονα, τα επτασέγγονα του μέλλοντός μας, υπερήφανα για μας, να δύνανται να αναφωνούν:
«Χωρίς τη δημοκρατική λειτουργία των κρατικών θεσμών και την τήρηση της συνταγματικής τάξης δεν μπορεί να υπάρξει μορφή ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας και αξιόπιστης απονομής δικαιοσύνης, παρά μόνο από λίγους τολμηρούς δικαστικούς λειτουργούς», γιατί η δικαστική εξουσία δεν είναι αποκομμένη ως νησίδα από τη σύνολη οργάνωση και τη λειτουργία του κράτους. Η διάβρωση
της αξιοπιστίας της, όπως καταγράφεται σε αλλεπάλληλες μετρήσεις της κοινής γνώμης, ιδίως κατά την περίοδο που διανύουμε, παρακολουθεί τη διάβρωση και των άλλων εξουσιών, πάλι κατά τις μετρήσεις της κοινής γνώμης.
Οι δικαστικοί λειτουργοί στην Ελλάδα δεν εκλέγονται, οπότε δεν έχουν άμεσο έρεισμα στην αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Ο μόνος τρόπος να γίνουν δεκτοί από τον κυρίαρχο λαό είναι να του εμπνεύσουν
εμπιστοσύνη, όταν με το σθένος τους ανθίστανται στη βούληση και τις μη νόμιμες επιδιώξεις της πολιτικής εξουσίας.
Ο καθηγητής Ι. Μανωλεδάκης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Η δικαστική ανεξαρτησία δεν είναι κατ’ ακριβολογία ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, αλλά ανεξαρτησία του δικαστή. Ο κάθε δικαστής
επιβεβαιώνει ή διαψεύδει τη δικαστική ανεξαρτησία του».
«Θέλουμε συνταγματικές ρυθμίσεις, ώστε να απαλλαγούν οι δικαστές από εξαρτήσεις ή πιέσεις. Θέλουμε συνταγματικές διατάξεις, που να δημιουργούν λειτουργικό περιβάλλον, ώστε να ενισχυθεί η δύναμη αντίστασης των δικαστών και να μειωθεί η διαχρονική τάση μεγάλου μέρους αυτών να εναρμονίζονται με τις εντολές ενδοδικαστικές ή εξωδικαστικές, για να φανούν αρεστοί χάριν ιδιοτελών επιδιώξεών τους», θα μας πει ο συγγραφέας.
Ας τολμήσουν οι πολιτικές μας δυνάμεις να χαρίσουν στη χώρα μία τέτοια δικαιοσύνη, μια γυναίκα του Καίσαρα που θα φαίνεται, αλλά και θα είναι ανεξάρτητη. Είναι η ώρα να διαψεύσουμε τον σπουδαίο
Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Στέφανο Ματθία, που είχε πει: «Η δικαιοσύνη στη χώρα μας είναι και δεν είναι ανεξάρτητη, είναι και δεν είναι αξιόπιστη, είναι και δεν είναι αποτελεσματική».
Στο χέρι της Πολιτείας και ημών των ιδίων είναι να την καταστήσουμε Ανεξάρτητη, Αξιόπιστη και Αποτελεσματική.
Θα ήθελα να ζήσω για να δω στη χώρα μου σαν άλλος Συμεών να υλοποιούνται αυτά τα τρία άλφα (Ανεξαρτησία, Αξιοπιστία, Αποτελεσματικότητα) της δικαιοσύνης και να αναφωνήσω: «Νυν απολύεις τη δούλη σου Δέσποτα».
Όσον αφορά τη συνείδηση των δικαστών, πόσο ελεύθερη μπορεί να είναι, αφού οι δικαστικοί λειτουργοί κουβαλούν, όπως άλλωστε όλοι μας, τις ιδεολογικές, τις πολιτικές, τις θρησκευτικές ή και πολιτιστικές τους αντιλήψεις, όταν οι υποθέσεις που κρίνουν συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με αυτές, θα αναρωτηθεί ο συγγραφέας, ο οποίος αντί του όρου «συνείδηση» του δικαστή, ο οποίος ενυπάρχει στον Κώδικα Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών και όχι στο Σύνταγμα, επιλέγει τον όρο
«κοινωνική υπευθυνότητα» του δικαστή.
Το ανά χείρας πόνημα μας οδηγεί σε μια πυθαγόρεια ενδοσκόπηση για το δικαστικό μας σύστημα. Προτρέπει τον κάθε δικαστικό λειτουργό να κάνει ένα πνευματικό απολογισμό θέτοντας στον εαυτό του τρία ερωτήματα ως άλλος Πυθαγόρειος:
«Πη παρέβην;» (πού παραστράτησα;)
«Τι δ’ έρεξα;» (τι έκανα;)
«Τί μοι δέον ουκ ετελέσθη;» (Τι έπρεπε να κάνω και δεν το έκανα;)
Ο καθένας μας ας δώσει με ειλικρίνεια τις απαντήσεις του. Όσο κι αν παρεκκλίναμε, όσο κι αν δεν κάναμε πράγματα που έπρεπε να έχουμε κάνει, ποτέ δεν είναι αργά να αλλάξουμε ρότα. Να αναβαθμίσουμε και να εκδημοκρατίσουμε το δικαστικό μας σύστημα. Αν δεν το κάνουν οι λειτουργοί της δικαιοσύνης, αν δεν το διεκδικήσουμε για τους πολίτες, αλλά και για μας τους ίδιους, ποιος περιμένουμε να το κάνει;
Υπευθυνότητα και εξωστρέφεια φτιάχνουν τον καλύτερο συνδυασμό για έναν δικαστικό λειτουργό. Τα καβούκια είναι μόνο για τις χελώνες, αυτά τα συμπαθητικά κατά τ’ άλλα ζωάκια.
Η ασφάλεια του σπιτιού μας, η ασφάλεια του μισθού μας, η ασφάλεια της εξουσίας που ασκούμε, ας μη μας στερήσει την ικανότητα να βλέπουμε την ανασφάλεια των συνανθρώπων μας, τις γκρίζες και μαύρες ζώνες των αθλίων της εποχής μας.
Εκατοντάδες μουσκεμένοι μέχρι το κόκκαλο άνθρωποι ξεβράζονται όλο το χρόνο στις ακτές των νησιών μας στο Αιγαίο και στο Λιβυκό, σε βάρκες καρυδότσουφλα, άλλοτε ζωντανοί και άλλοτε πεθαμένοι κι εμείς δικάζουμε με διαδικασίες fast-track και φυλακίζουμε στις Φυλακές Νέων της χώρας πάνω από 100 νέους 18-21 ετών ως διακινητές προσφύγων και μεταναστών χωρίς να τους βρίσκουμε ούτε φράγκο στην τσέπη, ενώ οι πραγματικοί διακινητές απολαμβάνουν το μαύρο χρήμα τους σε Τουρκία, Αίγυπτο, Λιβύη, Τυνησία. Δεκάδες παιδιά κακοποιούνται κυρίως από ενήλικες και δεκάδες ανήλικοι παραβάτες φτάνουν στην πόρτα μας, αναμένοντας από μας τους δικαστικούς λειτουργούς, που οι περισσότεροί μας είμαστε ελάχιστα εκπαιδευμένοι, μια φιλική γι’ αυτούς δικαιοσύνη.
Κακοποιημένες γυναίκες, χαμένες στο δικαιϊκό μας σύστημα, αφρόντιστες και μετανιωμένες γιατί δεν έμειναν καλύτερα με τον κακοποιητή τους, όπως και θύματα γυναικοκτονιών και τα παιδιά και οι
γονείς που άφησαν πίσω τους, περιμένουν την απονομή μιας αλλιώτικης δικαιοσύνης, κομμένης και ραμμένης στα μέτρα της Σύμβασης της Κωνσταντινούπολης. Η σχετική Έκθεση της GREVIO για τη χώρα μας, βρίσκει ότι την εφαρμόζουμε μόνο κατά 23%, ενώ η λήξη της προθεσμίας για συμμόρφωσή μας με τις παρατηρήσεις της, που αφορούν το 77% των διατάξεών της λήγει το Νοέμβρη του 2026. Με χίλιους τόνους η ΄Εκθεση αυτή υπογραμμίζει την ανάγκη της συνεχούς εκπαίδευσης των δικαστικών λειτουργών σε θέματα έμφυλης βίας, ενδοοικογενειακής και μη και κακοποίησης των παιδιών.
Το δικαστικό σύστημα δεν είναι μόνο φρουρός της νομιμότητας αλλά και της ανθρωπιάς, που κρίνεται απ’ την οπτική μας για τους αδύνατους.
Ένα, επίσης, θέμα, που πρέπει να μας προβληματίσει, είναι, ότι πολλές φορές, ανεκπαίδευτοι δικαστικοί λειτουργοί στη διαχείριση δικογραφιών, που σχετίζονται με τη λειτουργία του χρηματιστηρίου, της κεφαλαιαγοράς, των τραπεζικών συναλλαγών, αθωώνουν μεγαλόσχημους με περισσή ευκολία.
Ποιες θέσεις να κατέχουν άραγε, σήμερα, στο δικαστικό μας σύστημα οι 25 δικαστές και 25 εισαγγελείς που είχαν εκπαιδευτεί σχετικά με το χειρισμό τέτοιων ζητημάτων από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και το ΔΠΘ ή έχουν μεταπτυχιακούς τίτλους σχετικούς με το οικονομικό έγκλημα από ελληνικά ή ξένα πανεπιστήμια; Στελεχώνουν άραγε την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος ή υπηρετούν ως ανακριτές τέτοιων εγκλημάτων;
Η εξειδίκευση των δικαστικών λειτουργών προβάλλεται πλέον ως αναγκαία συνθήκη για την αντιμετώπιση των εξειδικευμένων εγκληματιών (στο οικονομικό, στο διαδικτυακό, στο βιοτεχνολογικό έγκλημα, στο έγκλημα που διαπράττεται με τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης) αλλά και για τη διεκπεραίωση υποθέσεων οικογενειακού δικαίου, όπου οι αποφάσεις τους τις περισσότερες φορές καθορίζουν την ενήλικη ζωή των παιδιών και έχουν ανυπολόγιστο οικονομικό και κοινωνικό κόστος.
Εν στενή και εν ευρεία εννοία αγαπημένοι συνάδελφοί μου, η δικαιοσύνη και η απονομή της δεν είναι δεδομένη και νυν και αεί και εις τους αιώνας.
Είναι πείνα και δίψα, που ζητά συνεχώς χορτασμό και ξεδίψασμα από τους κρίνοντες και τους κρινόμενους.
«Μακάριοι οι πεινόντες και διψώντες τη Δικαιοσύνη, ότι αυτοί χορτασθήσονται».
Ας ευχηθούμε η ελληνική δικαιοσύνη, που τούτο το βιβλίο τέτμηκε, να αναστηθεί, ώστε τα παιδιά, τα εγγόνια, τα δισέγγονα, τα επτασέγγονα του μέλλοντός μας, υπερήφανα για μας, να δύνανται να αναφωνούν:
« Θέμις Ανέστη ! »


