Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Ολόκληρη η ομιλία του επίτιμου Αντιπροέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννη Γράβαρη, για το βιβλίο του Αντώνη Ρουπακιώτη "ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ - ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ"



"Φησίν σιωπών"! 

Είναι φράση του αρχαίου τραγικού ποιητή Ευριπίδη στο έργο του "Ορέστης", που στην καθομιλουμένη σημαίνει "μιλάς με τη σιωπή σου".

Αυτόν τον "εύγλωττο"  τρόπο  επέλεξε ο επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννης Γράβαρης, για να τοποθετηθεί στο περί καταστάσεων "της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης ζέουσες, του σήμερα", που μεταξύ πολλών άλλων θίγει στο νέο του βιβλίο ο Αντώνης Ρουπακιώτης.

Ο επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννης Γράβαρης, ένας εκ των εξαίρετων και ικανότερων ανώτατων δικαστών, που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη διαδρομή του στη Δικαιοσύνη, μιλώντας στην εκδήλωση, για την παρουσίαση του βιβλίου "ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ - ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ", που έγινε την περασμένη Τρίτη 21 Απριλίου στο Μέγαρο Μουσικής, τοποθετήθηκε με σαφήνεια, καθαρότητα και χωρίς περιστροφές στην "ανατομία της δικαστικής εξουσίας", που επιχειρεί ο συγγραφέας και έκλεισε την ομιλία του με εντυπωσιακό τρόπο, λέγοντας:

Μιλώντας στην εκδήλωση, για την παρουσίαση του βιβλίου "ΑΝΑΤΟΜΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ - ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΚΑΙ ΜΥΘΟΙ", που έγινε την περασμένη Τρίτη 21 Απριλίου στο Μέγαρο Μουσικής, ο  επίτιμος Αντιπρόεδρος του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννης Γράβαρης, ένας εκ των εξαίρετων και ικανότερων ανώτατων δικαστών, που άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στη διαδρομή του στη Δικαιοσύνη, έκλεισε την ομιλία του με εντυπωσιακό τρόπο, λέγοντας:

"Άφησα για το τέλος τις μακρές αναφορές του βιβλίου σε καταστάσεις της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης ζέουσες, του σήμερα. Τις τηλεφωνικές υποκλοπές [βλέπω με χαρά σήμερα εδώ τον Δικαστή – τον πάντα Δικαστή – Χρήστο Ράμμο], τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το Χρηματιστήριο, τη Siemens, τις υποθέσεις Βατοπεδίου, Marfin, Βγενόπουλου και πολλά άλλα. Με αναφορές, μεταξύ άλλων, σε δικαστικές αποφάσεις, ονόματα και πράξεις συγκεκριμένων δικαστών. Και την καταληκτική, πολύ βαριά εκτίμηση του Αντώνη Ρουπακιώτη πως - έτσι ακριβώς το λέει - «το δικαστικό σύστημα βρίσκεται στις ημέρες μας στο χειρότερο επίπεδο από την πτώση της δικτατορίας […].». 

Δεν θα τοποθετηθώ σ’ αυτά.

Μεταξύ άλλων, είναι πολύ κοντινή η ιδιότητά μου ως δικαστή για να το κάνω. Θα πω όμως τούτο, όπως το αισθάνομαι. Κάτι πολύ σοβαρό, κυρίες και κύριοι, συμβαίνει στη χώρα μας και στον κόσμο. Έχει να κάνει όχι πια με τα επί μέρους, αλλά με το ίδιο το νόημα της ζωής. Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία βρίσκεται σε τέτοιαν απορρύθμιση μια γενική αντίληψη για το νόημα του κόσμου, ικανή να συνέχει στοιχειωδώς τους ανθρώπους και να ανακουφίζει την υπαρξιακή αγωνία. Έτσι, έρχεται και καλύπτει το κενό η βουλιμική κατανάλωση και η βία κάθε μορφής. Η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη, ως κατ’ εξοχήν συστήματα του Λόγου, πλήττονται καίρια από την κατάσταση αυτή. Και τί απομένει? Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για τον Αντώνη, μέχρι να βγει το βιβλίο, βρήκα τούτους τους στίχους του:

« Όλο πιο λίγοι μένουμε απ’ τους παλιούς […]

Από εκείνους που τρέχαμε, φωνάζαμε, θυμώναμε, ελπίζαμε.

Κι όλ’ αυτά γιατί? Μήπως για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη?

Δεν ξέρω. […]

Το μόνο που ξέρω είναι πως την Ελένη εμείς δεν θα τη βρούμε πια.

Βρήκαμε όμως το πουκάμισο.

Μπορεί νάχει απάνω του ένα κόμπο ιδρώτα

Ή ένα δάκρυ αστέγνωτο μες τον καιρό.

[…] Γι αυτό και το πουκάμισο δεν είναι ίσως λίγο.

Σήμερα αρκεί και μόνο

Κάτι να κρατάς.»

Να λοιπόν που φεύγοντας απόψε θα κρατάμε τούτο το βιβλίο σας για τη Δικαιοσύνη, Αντώνη Ρουπακιώτη, για τη Δημοκρατία και για τον Άνθρωπο. Δεν είναι λίγο".

Διαβάστε ολόκληρη την ομιλία του επίτιμου Αντιπρόεδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας Ιωάννη Γράβαρη:

"Κυρίες και Κύριοι, καλησπέρα σας!

Ευχαριστώ πριν απ’ όλα τον Αντώνη Ρουπακιώτη για τη μεγάλη τιμή να μου προτείνει να συμμετάσχω στην παρουσίαση του βιβλίου του. Δέχθηκα πρόθυμα, πριν ακόμα εκδοθεί. Έφταναν γι αυτό ο συγγραφέας και το θέμα. Ένας άνθρωπος αυτής της περιωπής, που υπηρέτησε όλη του τη ζωή μεκαθαρότητα και ευαισθησία τη Δικαιοσύνη, επιχειρούσε, όπως μού είπε, μια συνολική, όσο καισυγκεκριμένη, με πρόσωπα και πράγματα, αποτίμησή της. Στην παρούσα συγκυρία, τη γενική, αλλά και την προσωπική μου, δεν ήταν μονάχα τιμή˙ έμοιαζε ευκαιρία.

Το περίμενα λοιπόν πολύ το βιβλίο. Κι όταν κυκλοφόρησε και το κράτησα στα χέρια μου, σ’ αυτή την λιτή, ωραία έκδοση του ιστορικού «Θεμέλιου», με την ιδιόχειρη αφιέρωση του συγγραφέα, ένοιωσα χαρά και συγκίνηση. Ακόμα περισσότερο τώρα, που βρίσκομαι να μοιραστώ τη συνέχεια της συνάντησής μου μαζί του, σ’ αυτή την όμορφη αίθουσα, μ’ όλους εσάς, δίπλα σε ξεχωριστούς ανθρώπους, τον ίδιο τον συγγραφέα, την Εισαγγελέα Ξένη Δημητρίου, τον δικηγόρο Θεόδωρο Σχινά, και, βέβαια, τον Καθηγητή μου, Μιχάλη Σταθόπουλο, πρώτη φορά που κάθομαι κοντά του από εκείνη τη μέρα που με εξέταζε προφορικά στο Ενοχικό Δίκαιο. Δεν σας κρύβω το κάποιο τρακ μου, σαν να είναι τότε, κύριε Καθηγητά!

Το διάβασμα ενός βιβλίου – ακούστε το στην κυριολεξία του – είναι ένα πέρασμα. Ένα πέρασμα απότο τοπίο του δημιουργού του. Που προκαλεί εντυπώσεις και κινητοποιεί συνειρμούς στον αναγνώστη.

Καλώντας τον να αναγνωρίσει, να επανατοποθετήσει δηλαδή τη θεώρησή του για τα πράγματα σε σχέση μ’ εκείνη του συγγραφέα. Από αυτό λοιπόν το δικό μου «διάβασμα», αυτή την δική μου «ανάγνωση» της «Ανατομίας της Δικαστικής Εξουσίας» του Αντώνη Ρουπακιώτη, θα προσπαθήσω, στον λίγο χρόνο που μου αναλογεί, να σας δώσω κάποιες εικόνες. Όπως τις κατέγραψα όλες αυτές τις μέρες που κάναμε καλή συντροφιά με το βιβλίο. Συγχωρήστε με που δεν έχουν πάντα μεθοδική σειρά, κάποτε μοιάζουν ελεύθεροι συνειρμοί.

Στέκομαι στην πρώτη λέξη του τίτλου. «Ανατομία». Και στον υπότιτλο. «Αλήθειες και Μύθοι». Ό,τισημαίνουν οι λέξεις αυτές διατρέχει ολόκληρο το έργο, συνιστά τον βασικό, διακηρυγμένο όσο καιπραγματωμένο, σκοπό του. Πίσω από τις λέξεις που συνιστούν τα σημαίνοντα της δικαστικής εξουσίας, με τα λογής ιδεολογικά φορτία και απαιτήσεις, γυρεύει να ψηλαφήσει την πραγματικότητα, να καταγράψει υπαρκτές συνθήκες, να απομυθοποιήσει καταστάσεις, να ξεχωρίσει το ζητούμενο από το υπαρκτό, συχνά μπλεγμένα, ανεπίγνωστα ή θελημένα μεταξύ τους, αλλά και να επαναπροσδιορίσει όσα πρέπει πράγματι να ζητάει κανείς, διαδικαστικά και ουσιαστικά, από τη Δικαιοσύνη. Τί θα πει «δικαστικοί λειτουργοί»?

Είναι κάτι άλλο, κάτι ας πούμε ανώτερο από τους «επαγγελματίες», τους εργαζόμενους? Είναι οι«δικαστικές ενώσεις» συνδικαλισμός? Υπάρχει «δικαστική συνείδηση», αλλιώτικη από των άλλων ανθρώπων, να εγγυάται εξ ορισμού τη δίκαιη κρίση? Είναι οι δικαστές αδιάφθοροι? Αλλά και τί θα πει«Δικαιοσύνη» και τί να είναι «ανεξάρτητη» – και από ποιόν? Είναι πράγματι ανεξάρτητοι -και ακομμάτιστοι- οι δικαστές? Αυτά και άλλα στον ίδιο προβληματισμό. «Ανατομία». Διαβάζω τον ορισμό.

«Μελέτη των δομών, των μερών, των οργάνων ενός οργανισμού». Προβάλλω στον υπολογιστή μου τον πίνακα του Ρέμπραντ «Μάθημα ανατομίας». Βλέπω τον καθηγητή με το ψαλίδι και τους μαθητές, όλους προσηλωμένους, πλην ενός. Και το αντικείμενο του μαθήματος: Ένα νεκρό σώμα. Μα, φυσικά, εδώ μιλάμε μεταφορικά.

Το βιβλίο αρχίζει μ’ έναν Πρόλογο, τελειώνει μ’ έναν Επίλογο με τον παράξενο τίτλο «Επίλογος πουθα μπορούσε να είναι πρόλογος», και ενδιάμεσα διαρθρώνεται σε 10 Κεφάλαια. Στο Πρώτο αναζητείται «ανεξάρτητη δικαιοσύνη». Από την ίδρυση του [Ελληνικού] Κράτους. Η λέξη «αναζητείται» είναι στο τέλος της φράσης. Όλη η περιπέτεια, η ταλαιπωρία, η δυστυχία ενός λαού που, μετά το θαυμαστό του τίναγμα προς τα μπρος, να ανασάνει, τώρα παραδέρνει δίχως έρμα, γυρεύοντας πράγματα πιο σταθερά, κρατική οργάνωση και δικαιοσύνη, που δεν τα καλοξέρει… Κι έτσι, οι έννοιες φυτεύονται μα δεν ευδοκιμούν. Ισοβιότητα των δικαστών ήδη από το Σύνταγμα του 1844, μα οι δικαστές κάθε τόσο απολύονται, ή κακοπαθαίνουν ή διαφθείρονται. Κι οι δικαστικές αποφάσεις, μόλις αντιμετωπίσουν ισχυρούς παράγοντες υποχωρούν και δεν εκτελούνται. Και πρόβλημα να βρεθούν δικαστές καταρτισμένοι. Πάντως, προσωπικά συμπάθησα πολύ εκείνο τον «Πρόεδρο πρωτοκλήτου δικαστηρίου», που τον ειρωνεύεται ο Νικ. Δραγούμης ότι, απευθύνθηκε στο Υπουργείο Δικαιοσύνης λέγοντας πως τον Αρμενόπουλο τον είχε μα του έλειπαν βιβλία «για την επιείκεια και τον ορθό λόγο». 

Μακάρι, σκέφτηκα, και σήμερα να ζητούσαμε συχνότερα, μ’ αυτή την απλότητα, τέτοια βιβλία… Κι από την άλλη, στην πρώτη αυτή εποχή, τη σκοτεινή, κάποιες περιπτώσεις δικαστών αληθινά εξαιρετικές, με όλες τις σημασίες του όρου. Παρακινημένος από τις αναφορές του βιβλίου, ξαναείδα την περίπτωση του Αναστασίου Πολυζωίδη, κάπως κρυμμένη από το φως της μυθοποίησης και τις πληθωριστικές επικλήσεις, όχι μόνο στη στάση του στη δίκη Κολοκοτρώνη Πλαπούτα, αλλά και στον εκπληκτικό λόγο του λίγο νωρίτερα στα εγκαίνια του Δικαστηρίου του Ναυπλίου, πραγματικό μνημείο εμπνευσμένης όσο και οξυδερκούς ανάδειξης του τί σημαίνει και τί υπηρετεί και πώς διασφαλίζεται η δικαστική ανεξαρτησία: «Ἡ Δικαστική ἐξουσία ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τοῦ προ[ο]ρισμοῦ της διάφορος ἀπό τ’ ἄλλα δύο μέρη τῆς Δημοσίας ἐξουσίας […]οὐδέ συγχωρεῖται ποσῶς εἰς τόν Ἡγεμόνα, ἤ εἰς τινα τῶν ὑπουργῶν, ἤ εἰς ἄλλην ὁποιανδήποτε τῶν δημοσίων ἀρχῶν νά φέρῃ το ἐλάχιστον ἐμπόδιον, τήν ἐλαχίστην παρενόχλησιν εἰς τήν ἐντός τῶν ὁρίων τῆς νομοθεσίας κινουμένην ἐνέργειάν της. Τήν ἀνεξαρτησίαν ταύτην τῆς Δικαστικῆς ἐξουσίας, δυναμένην νά θεωρηθῇ ὡς μίαν τῶν κυριωτέρων ἀπαιτήσεων καί πρώτην βάσιν τῆς ἀγαθῆς δικαιοδοσίας, ὑπαγορεύουσι τό συμφέρον τῆς κοινωνίας καί ἡ ἱερότης τοῦ δικαίου. Ἐπειδή ἄλλως καί τοῦ συνετωτάτου καί ἀκεραιοτάτου δικαστοῦ, ὄντος ἀνθρώπου, ημπόρουν ἕν νεῦμα, μία προτροπή ἤ ἀπειλή πολλάκις νά μεταβάλωσι ἤ νά ταράξωσι τήν κρίσιν του, καί νά τόν ἀναδείξουν παραβάτην τῶν ιερῶν χρεῶν του, ἐμπαίκτην τῶν ἀνθρωπίνων δικαίων, ὄργανον τῆς αὐθαιρεσίας.».

Όσο για τον άλλο μειοψηφήσαντα στην ιστορική δίκη, τον Γεώργιο Τερτσέτη, ακούστε αυτούς τους λόγους του: «Δὲν εἶμαι ἀπὸ τὴν Σπάρτη, δὲν εἶμαι Ἀθηναῖος, πατρίδα μου ἔχω ὅλην τὴν Ἑλλάδα. Τοιουτοτρόπως ἐκφράζεται ὁ γενναῖος Πλούταρχος, εἶναι σχεδὸν δύο χιλιάδες ἔτη, εἰς ἕνα τῶν συγγραμμάτων του. Ἡμεῖς γεννημένοι εἰς πλέον εὐτυχισμένην ἐποχήν, δηλαδὴ ὅταν ἡ θρησκεία καὶ ἡ φιλοσοφία ἐφώτισαν, ἐκήρυξαν, ἐσφράγισαν τὸ δόγμα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἰσότητος, δυνάμεθα νὰ εἰποῦμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οὔτε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, οὔτε ἀπὸ τὴν Ἰταλία, οὔτε ἀπὸ τὴν Γερμανία, οὔτε ἀπὸ τὴν Ἀγγλία, πατρίδα μας ἔχομεν τὸ ἀνθρώπινο γένος. Ὅση γῆ περιαγκαλιάζει ὁ εὔμορφος αἰθέρας εἶναι ἀγαπητή μας πατρίδα.». Οι φωτεινές μειοψηφίες κι οι αντιστάσεις στη βία καλλιεργούνται, καιρό πριν, σε τέτοια εδάφη. Κι όταν, χρόνια αργότερα, παρά το εκσυγχρονιστικό κύμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, η δικαιοσύνη βρέθηκε πάλι στη δίνη του Διχασμού και τέθηκε, στη Β΄Αναθεωρητική Βουλή του 1911, ζήτημα αναστολής της δικαστικής ισοβιότητας, για αιτίες που δεν ήταν πάντως καθεαυτές παράλογες (ανάγκη εκκαθάρισης της δικαστικής εξουσίας από ανάξια στελέχη, ενόψει ιδίως στελεχώσεως του νεοσύστατου Ανωτάτου Δικαστικού Συμβουλίου και του Εκλογοδικείου), ο σπουδαίος εκείνος Υπουργός της Δικαιοσύνης Νικόλαος Δημητρακόπουλος, σ’ ένα μνημειώδη λόγο του στη Βουλή, αφού υπέμνησε την αυστηρότητά του έναντι πειθαρχικών παραπτωμάτων δικαστικών λειτουργών και δέχθηκε προς στιγμήν το συγκυριακά εύλογο της αναστολής, ανέδειξε εν συνεχεία τις ολέθριες συνέπειες που θα είχε για την εμπέδωση της δικαστικής ανεξαρτησίας, εντοπίζοντας τη σημασία της, μεταξύ άλλων, στην ενίσχυση του φρονήματος και στην καλλιέργεια συνθηκών ηρεμίας και νηφαλιότητας, όχι για τις εξαιρετικές περιπτώσεις δικαστών – ηρώων, αλλά για τους πολλούς, που είναι «άνθρωποι» με αδυναμίες και «το ένστικτο αυτοσυντηρήσεως». Πράγμα που κατ’ επανάληψη επισημαίνεται και τονίζεται – ορθά- στο βιβλίο τούτο. Που, συνεχίζει με τα μεγάλα ελλείμματα, σε Δημοκρατία και Δικαιοσύνη, του μεσοπολέμου, του πολέμου, του εμφυλίου. Με τις απροκάλυπτες διώξεις των αντιφρονούντων, τα «ιδιώνυμα», τις διοικητικές εκτοπίσεις και τους χιλιάδες εξόριστους, τους χιλιάδες κατάδικους, τους εκτελεσμένους, τις δηλώσεις μετανοίας…Και η «ανεξάρτητη Δικαιοσύνη», να θεωρεί την εκτόπιση «απλούν περιορισμόν» και όχι στέρηση της ελευθερίας, να αθωώνει δολοφόνο γιατί «φονεύων βενιζελικόν επίστευε ότι δεν εφόνευε ανθρώπινον ον», να αφήνει αδίκαστους ή να χαϊδεύει, έχοντας εξαντλήσει αλλού την αυστηρότητά της, τους δωσίλογους της Κατοχής. Κι όταν ένας «εύτολμος πρωτοδίκης», ο Παναγιώτης Γίδας, εννοεί να κάνει το καθήκον του και ν΄ανοίξει τους σχετικούς φακέλους, να βρίσκεται φριχτά δολοφονημένος. 

Κοίταξα στο διαδίκτυο την κάπως αυστηρή μα καθαρή ματιά του. Και την τιμή της Δημοκρατικής Πολιτείας να του αφιερώσει δρόμο. «Oδός Πρωτοδίκη Π. Γίδα». Μα η πινακίδα μισοσβησμένη, σ’ ένα χαλασμένο τοίχο, δύσκολα διαβάζεται. Ποιός ασχολείται μ’ αυτά…

Κι έτσι φτάνουμε στη δικτατορία των συνταγματαρχών. Μια τυχαία αλλαγή της τελευταίας στιγμής έφερε την εκδήλωσή μας σήμερα, 21 Απριλίου, σαν ενδιαφέρον σημείο. «Η δικαστική ζωή εν τάφω», επιγράφεται το κεφάλαιο. «Εν τάφω». Μα, σωστά το βιβλίο μάς θυμίζει πως τέτοιοι θάνατοι δεν έρχονται ξαφνικά. Θυμάμαι κι εκείνο το «άφετε τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς», του Ευαγγελίου. Και το άλλο, από την Έρημη Χώρα του Έλιοτ. «Μέσα στην καστανή καταχνιά μιας χειμωνιάτικης αυγής, χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοί, Δεν το ’χα σκεφτεί πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλούς.»… 

Στην πρώτη Κυβέρνηση της Χούντας φιγουράρουν δικαστές. Ανώτατοι. «Γνήσια τέκνα του ιστορικού παρελθόντος του δικαστικού συστήματος», παρατηρεί, κατονομάζοντάς τους, ο συγγραφέας. Μα είναι κι άλλοι, που απολύονται. Κι αυτοί με τα ονόματά τους.

Καθένας μας ξαναγράφει το όνομά του με τη ζωή του. Και, στη δικαστική νομιμοποίηση του καθεστώτος, συνέχεια κι αυτή του ιστορικού παρελθόντος των «εξαιρετικών περιστάσεων» και του «salus patriae», έρχονται, φωτεινή εξαίρεση, κείνες οι ιστορικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, που μας θυμίζει τόσο παραστατικά ο συγγραφέας, και που θάθελα κι εγώ να πω μαζί του δυο λόγια γι αυτές, για όσα μένουν μέχρι σήμερα στην πρώτη τους φρεσκάδα: Με συντακτική πράξη ανεστάλη για 3 μέρες η ισοβιότητα των δικαστών για να παυθούν οι «μη εμφορούμενοι υπό υγιών κοινωνικών φρονημάτων». Προσέφυγαν στο ΣτΕ. Πρώτος ο αρεοπαγίτης Αντώνιος Φλώρος, ο εμβληματικός δικαστικός συνδικαλιστής που τον είχε γι αυτό και στο παρελθόν διώξει ο Εισαγγελέας ΑΠ – και τώρα πρώτος πρωθυπουργός της Χούντας Κ. Κόλιας. Η προσφυγή του απορρίπτεται με απόφαση της Ολομέλειας. Και λίγο μετά, η προσφυγή των άλλων, με της Ολομέλειας πάλι αποφάσεις, γίνεται δεκτή.

Είναι μοναδικό ιστορικό παράδειγμα αυτές οι δυο αποφάσεις κοιταγμένες δίπλα δίπλα [Η αρχική 503/1969 κι έπειτα οι αντίθετες 1811-1831/1969]. Πρώτα, για να θυμίζουν την αξία της νομολογίας μα και τα όριά της. Σπουδαία για την ασφάλεια του δικαίου η προσήλωση στη νομολογία, μα οφείλει να υποχωρεί στον νόμο όταν κατάφωρα τον παραβιάζει. Και επί της ουσίας: Οι απολύσεις ακυρώθηκαν για παράβαση του δικαιώματος της προηγομένης ακροάσεως. Ούτε καν ρητά κατοχυρωμένου τότε στο Σύνταγμα. Μα που ενυπάρχει, ως θεμελιώδης αρχή του δικαίου, σε κάθε πολιτειακή πράξη. Ακόμα και στη Συντακτική της Δικτατορίας. Έτσι είπαν οι αποφάσεις εκείνες – οι δεύτερες. 

Γράφει ο Αντώνης Ρουπακιώτης, ο ποιητής, στο άλλο του έργο, με τον ειλικρινή και ψευδή συγχρόνως τίτλο «Εγώ δεν είμαι ποιητής», και παραθέτει προμετωπίδα και στο βιβλίο τούτο, απευθυνόμενος στη Δικαιοσύνη: «[…] Γι αυτό ένα από σένα περιμένω. Να με κοιτάς όταν μιλάς στα μάτια.». 

Η προσδοκία αυτή η απλή και μεγάλη, εμπεριέχει και μιαν άλλη, πρωταρχική: «Να με ακούς». 

Στις μέρες μας, της ταχύτητας και της συνοπτικότητας των διαδικασιών, θα πρόσθετα, «σε ακροατήρια πραγματικά ˙αβίαστα. Με τη φυσική μου τη φωνή κι όχι μονάχα με χαρτιά.».

Η Δικτατορία έπεσε, σήμερα μάς μοιάζει παρελθόν δίχως επιστροφή, ούτε που διανοούμαστε ότι έτσι όπως είμαστε απόψε εδώ μαζεμένοι, ήταν -μας θυμίζει ο συγγραφέας- έτσι μαζεμένοι το 1972 σε αθρόα προσέλευση οι δικαστές να γιορτάζουν την 5 η επέτειο της «Επαναστάσεως». 

«Η αναζήτηση λοιπόν», μας λέει στο επόμενο κεφάλαιο -αλλά και τα κατοπινά- συνεχίζεται. Με καλές στιγμές. Αλλά και διαρκείς ματαιώσεις. Την ατελή δικαστική κάθαρση. Ίδιες κατεστημένες νοοτροπίες. Αποφάσεις υπηρετούσες με τρόπους κραυγαλέους, τις εκάστοτε κυβερνητικές σκοπιμότητες. Την ηγεσία της Δικαιοσύνης να επιλέγεται πάντα από την Κυβέρνηση. Δικαστές, μόλις αφυπηρετούν, να καταλαμβάνουν θέσεις εξουσίας.

Στέκομαι σ’ αυτό που προτάσσεται στην αναζήτηση. Τη σκέψη του Προέδρου Δημ. Μαργέλλου, που αν και αποκαταστάθηκε, παραιτήθηκε απογοητευμένος. «Το Δικαστικόν Σώμα δεν έχει παραδόσεις. […] Η δικαστική ανεξαρτησία δεν έγινε παρ’ ημίν κοινή συνείδησις. […] Εχάθη [το 1974] η ευκαιρία για το ανέβασμα […] Μόνον μπαλώματα ή πασαλείμματα μπορούν να γίνουν. Τίποτα το ριζικόν και ολοκληρωμένον». / 

«Κουλτούρα αντίστασης», το λέει ο Αντώνης Ρουπακιώτης, αυτό που λείπει. Κουλτούρα ανεξαρτησίας. Και ψάχνει με θάρρος και οξυδέρκεια να βρει τις ασθένειες και να προτείνει λύσεις, στις σελίδες που ακολουθούν. Θα κλείσω με κάποια σπαράγματα από τον διάλογο που έκανα με τις σελίδες αυτές, διαβάζοντάς τες.

«Προσωποκεντρική» είναι πράγματι, όπως ακριβώς το λέει εξαρχής το βιβλίο, η συνταγματική μορφή της δικαστικής εξουσίας˙ της δικαστικής ανεξαρτησίας. Από τα αληθινότερα της ουσίας του βιβλίου˙ της ουσίας του πράγματος. Ή έχεις δικαστές που είναι (που μπορούν να είναι) ανεξάρτητοι ή δεν έχεις Δικαιοσύνη. Μόνο διαδικασίες διεκπεραίωσης. Αυτό όμως, πρώτον, χτίζεται πολύ νωρίς στις ζωές των ανθρώπων, αναζητείται με πρόσφορους τρόπους - και όταν είναι καιρός -, και καλλιεργείται συνεχώς σε κατάλληλο κλίμα. Δύσκολα πράγματα, θάπρεπε να είναι αυτονόητα, κι ωστόσο ελάχιστα μιλούμε γι αυτά κι ακόμα λιγότερα κάνουμε. 

Κάποτε δέχθηκα την αφελή ερώτηση γιατί οι Κυβερνήσεις πασχίζουν τόσο να διορίζουν «δικούς τους Προέδρους», αφού, όπως είχα εξηγήσει, κι αυτοί μια μόνο ψήφο έχουν. Κι αφού είπα για τα διαδικαστικά, την επιλογή των συνθέσεων, τη διεύθυνση των διαδικασιών, τη θέση των ερωτημάτων για ψηφοφορία, όλα μεγάλες δυνατότητες ενός Προέδρου, πρόσθεσα πως όλα αυτά θα αποδυναμώνονταν σε μεγάλο βαθμό, αν ο Πρόεδρος είχε απέναντί του, κι ήταν βέβαια κι εκείνος, ψυχικά ενήλικους, καλλιεργημένους, ώριμους ανθρώπους, απελεύθερους όσο γίνεται από τον αρχέγονο φόβο και την εσωτερική ανασφάλεια, ικανούς να λένε συνειδητά ναι ή όχι, χωρίς να διακυβεύεται από αυτό η αυτοεκτίμησή τους.

Ναι, τεράστιο το ζήτημα της επιλογής της ηγεσίας. Και ανοιχτό στις τρέχουσες εξελίξεις. Να θυμίσω όμως πρώτα κάτι εντελώς αγνοημένο. Με μιαν απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, την 2/2010, κρίθηκε με μεγάλη πλειοψηφία και εξαιρετική επιχειρηματολογία και τεκμηρίωση, πως το άνοιγμα της διαδικασίας με την ακρόαση των υποψηφίων και τη γνωμοδότηση της Βουλής, παρά την έντονη επίφαση εκδημοκρατισμού και ενίσχυσης της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, ήταν αντίθετο στο Σύνταγμα. Γιατί τα αυτονόητα κατ’ αρχήν συνταγματικά αγαθά της διαφάνειας και της αιτιολογίας, εδώ κατ’ εξαίρεση, ήταν συνταγματικά ανεπιθύμητα. 

Στο σύστημα που έχει ώς τώρα επιλέξει, ορθά ή λάθος, το Σύνταγμα, το uno actu και αναιτιολόγητο της επιλογής της Κυβέρνησης, επιλογής δικαστικά απρόσβλητης, είναι το ελάχιστο αντίβαρο στη διατάραξη της Δικαιοσύνης. Με τη διαδικασία της συνέντευξης και τη γνώμη της Βουλής, κι αυτό κατά τα φαινόμενα, γιατί στην ουσία τής Κυβέρνησης είναι και πάλι, προαποφασισμένη και λαμβανόμενη σε λίγα λεπτά, χωρίς να προστίθεται τίποτα στο κύρος της επιλογής, αυξάνεται δραματικά, με το πολλαπλάσιο έναντι των θέσεων, των καλουμένων υποψηφίων, ο κύκλος των δικαστών που παίζουν στην πολιτική αυτή κούρσα ˙ με ό,τι αυτό συνεπάγεται, σε συνδυασμό με τον απαράδεκτα μεγάλο, όπως ορθά επισημαίνεται στο βιβλίο, αριθμό των θέσεων Αντιπροέδρων.

Όσο για την πρόσφατη αλλαγή, της γνώμης των Ολομελειών των Δικαστηρίων, διατηρώ και γι αυτήν, παρά την επίφαση του «αυτοδιοικήτου», σοβαρότατες επιφυλάξεις, για τους λόγους που και το βιβλίο επισημαίνει. 

Πάντως, το εντυπωσιακό είναι η εκκωφαντική σιωπή -ανησυχητική για το κράτος δικαίου- της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας – εσχάτως όμως και της ίδιας της δικαστικής – στην απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ. Σαν να μην υπήρξε. Το είπα, προφορικά και γραπτά, κάθε φορά που κλήθηκα στη Βουλή. Χωρίς να πάρω απάντηση. Όσο για την ενδεδειγμένη διάδοχη κατάσταση, δεν μπορώ να προσφέρω άλλο από μιαν αμηχανία, που θα έγερνε, με όλες τις προφανείς αδυναμίες της, ως το μη χείρον βέλτιστον, σε μιαν ήσυχη, κυκλική εναλλαγή των ανωτάτων δικαστών στις προεδρικές θέσεις.

Για την συμμετοχή εξωδικαστικών παραγόντων στη Διοίκηση της Δικαιοσύνης και το επιτρεπτό της εκδήλωσης των δικαστών υπέρ πολιτικών κομμάτων, αν και κατανοώ, αγαπητέ μου Αντώνη, τις καλές, ανοιχτές, δημοκρατικές σου προθέσεις, έχω σοβαρές επιφυλάξεις. Στη βάση τους, η κοινή μας, κατά τούτο, παραδοχή, της έλλειψης κουλτούρας ανεξαρτησίας στη χώρα μας ˙ θα προσέθετα, και πάνω και κάτω από τη δικαστική έδρα έδρα ˙ πράγμα που θα απέβαινε νομίζω επικίνδυνο στην παρούσα συγκυρία.

Γι αυτό, άλλωστε, και θεωρώ τα συγκριτικά παραδείγματα που πλούσια και σε κάθε περίπτωση επωφελώς παραθέτει το βιβλίο, εν προκειμένω μη πρόσφορα. Αναδέχομαι βέβαια την εκδοχή να είναι το θάρρος της δικής σου πολιτικής ματιάς το σωστό και ο δικός μου δικαστικός συντηρητισμός το λάθος.

Ναι, όπως τόσο ωραία το αναδεικνύεις, δεν είναι μονάχα «λειτουργός», είναι και επαγγελματίας ο δικαστής! – στους καιρούς μας μάλιστα, στην εξέλιξη και την πρόσληψη της εφαρμογής της σπουδαίας – και καθόλου «μεταφυσικής» - έννοιας του λειτουργήματος, η λέξη «επαγγελματίας» ίσως ακούγεται από μιαν άποψη και πιο απαιτητηκή! Πριν απ’όλα όμως, ο δικαστής, όπως σωστά διακρίνεις με την ευαισθησία σου του εργατολόγου,  είναι εργαζόμενος άνθρωπος. Η δουλειά που κάνει είναι πολύ ιδιαίτερη. Θα έλεγα ότι «επαγγέλλεται τον δικαστικό λειτουργό». Αυτό είναι κάτι πολύ περισσότερο από ένα παιχνίδι με τις λέξεις. 

Ειδικά σήμερα, που η αλόγιστη ταχύτητα και η ποσοτικοποίηση της ζωής, σαρώνει και αλλοιώνει τον κόσμο, και, σε συνδυασμό με την εκμετάλλευση της μεγάλης δομικής ανεπάρκειας σε επίκαιρη δικαιοδοσία, γυρεύει, με ευλογοφάνεια, διαρκώς «επιτάχυνση» και μεγιστοποίηση της ποσοτικής απόδοσης, η θέση του δικαστή που θέλει να κάνει καλά τη δουλειά του, την κατ’ εξοχήν στοχαστική και όχι μηχανικά διεκπεραιωτική, είναι συχνά δύσκολη. Κάποτε εξουθενωτική.

Στην ωραία αφιέρωση του βιβλίου «Σ’ εκείνους που άντεξαν… σ’ αυτούς που αντέχουν», θα έβαζα και τις εργασιακές αντοχές, που δεν είναι ατελείωτες. Η ακριβής, επιστημονική μέτρηση και μελέτη της δικαστικής εργασίας, των προϋποθέσεων και του χρόνου της, πριν από τη θέση ποσοτικών και χρονικών στόχων απόδοσης, είναι προϋπόθεση αναγκαία για την προστασία των στοιχειωδών εργασιακών δικαιωμάτων των δικαστών και συνακόλουθα για την ουσιαστική ανεξαρτησία τους και την ποιότητα της δικαιοδοτικής τους κρίσης. Και οι δικαστικές ενώσεις, που κατοχυρώθηκαν συνταγματικά ακριβώς έπειτα και εξαιτίας των αγώνων και των περιπετειών των πρώτων εκείνων συνδικαλιστών, σαν τον Αντώνιο Φλώρο, είναι ασφαλώς πριν απ’ όλα ενώσεις συνδικαλιστικές.

Και, όπως ακριβώς το λέει ο τίτλος του όγδοου κεφαλαίου, «Οι δικαστές είναι μεταξύ μας και όχι απόμακροι». Μεταξύ μας, πριν απ’ όλα θα πει να μετέχουν στον κοινωνικό βίο, στις πνευματικές ζυμώσεις και προβληματισμούς, να έχουν σχέσεις. Και είναι εντελώς διαφορετικό, να προστατεύουν την ανεξαρτησία και το κύρος τους από την κάθε λογής «υπερβολική συνάφεια», που θάλεγε κι ο Καβάφης, κι άλλο, τάχα γι αυτό, να αποσύρονται σε άνυδρες χώρες, σε αγκυλωμένους εαυτούς.

 Θυμάμαι πάντα τα λόγια του Λευτέρη Παπαδόπουλου, του μεγάλου μας στιχουργού, να λέει πως τονώνεται η εμπιστοσύνη του στη Δικαιοσύνη κάθε που βλέπει ένα δικαστή με την παρέα του στο θέατρο. Κι όσο για την αρχετυπική δικαστική αρετή, την αμεροληψία, είχα κι άλλοτε την ευκαιρία να πω πως η εντελέστερη εκδοχή της δεν είναι η ίση απόσταση από τους διαδίκους, αλλά το ίσο πλησίασμα, η ίση ενσυναίσθηση για τον καθένα τους.

Η δικαστική συνείδηση… Και σ’ αυτό συμφωνήσαμε με το βιβλίο. Δεν είναι καθόλου δεδομένη ούτε υπέρκειται, ελέω Θεού, των άλλων ανθρώπων. Είναι όμως το μεγάλο ζητούμενο. Σ’ αυτό τον εσωτερικό, τον σιωπηλό χώρο, τον γεμάτο μιλημένη και άρρητη ιστορία, παραστάσεις, βιώματα, προαντιλήψεις, προκαταλήψεις, παίζεται σε τελική ανάλυση το παιχνίδι. Δύσκολη η συνάντηση μαζί της. Όσο και το βάρος της ευθύνης της. Γιατί αυτήν εμπιστεύεται η κοινότητα να σχηματίσει και να αρθρώσει τη «ζώσα φωνή» του δικαίου της. 

Εδώ, το βιβλίο πετυχαίνει να αναδείξει και κάτι που μοιάζει τεχνικά νομικό μα είναι πολύ περισσότερο. Τη σχέση που έχει η θεμελιώδης συνταγματική υποχρέωση για αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, με τον έλεγχο από την κοινότητα της μόρφωσης της δικαστικής κρίσης, λειαίνοντας έτσι ακριβώς την υποκειμενική πλευρά της δικαστικής συνείδησης. 

Θυμήθηκα πόσο ωραία το έχει αναδείξει και ο Καθηγητής Νικόλαος Ανδρουλάκης, πως με την «απόδειξη» δεν είναι ο διάδικος, μα ο δικαστής που απόδεικνύει στην κοινότητα τον τρόπο με τον οποίο σχημάτισε την κρίση του, που η κοινότητα έτσι μπορεί να την ελέγχει, αν είναι πράγματι έλλογη, μ’ έναν βαθύτερο κατά πολύ του συχνά νομιζομένου αναιρετικό έλεγχο της αιτιολογίας. Αυτού ακριβώς που περιεστάλη, αν όχι καταργήθηκε, σε βάρος του κράτους δικαίου, και πάλιν εν ονόματι της ταχύτητας, με νόμους όπως ο 3900/2010.

Τί όμορφο το τελευταίο Κεφάλαιο για την «Εικαστική Προβολή της Θέμιδας»! 

Ούτε και μένα μου αρέσει πολύ η παραδοσιακή της εικόνα, με τα μάτια δεμένα, τη ζυγαριά και το σπαθί. Θα την προτιμούσα φωτεινή, φιλική και γελαστή, έξυπνη και καθησυχαστική για τους ανθρώπους. 

Είσαι όμως, νομίζω, λίγο άδικος, Αντώνη, με την τελετουργία εν γένει. Κι αυτό, ακριβώς γιατί είσαι ποιητικός. Και βλέπεις πως η χρήση των συμβόλων στη Δικαιοσύνη έγινε συχνά ακαλαίσθητα, με σκοπούς πομπώδεις και εξουσιαστικούς. Αν όμως αλλάζαμε τις οπτικές? Αν ας πούμε βλέπαμε τη δικαστική τήβεννο, όχι – ή πάντως όχι μόνο - ως σύμβολο εξουσίας προς το ακροατήριο, αλλά ως διαρκή υπόμνηση στον ίδιο τον δικαστή, να απεκδύεται, όπου πρέπει, τις προσωπικές του προτιμήσεις και να ενδύεται τις προσδοκίες της Κοινότητας? 

Είμαι, άλλωστε, βέβαιος πως η ποιητική σου φύση βρίσκει όμορφη τη φράση του Τσουλ Χαν πως «η τελετουργία κάνει τον χρόνο κατοικήσιμο».

Άφησα για το τέλος τις μακρές αναφορές του βιβλίου σε καταστάσεις της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης ζέουσες, του σήμερα. Τις τηλεφωνικές υποκλοπές [βλέπω με χαρά σήμερα εδώ τον Δικαστή – τον πάντα Δικαστή – Χρήστο Ράμμο], τα Τέμπη, τον ΟΠΕΚΕΠΕ, το Χρηματιστήριο, τη Siemens, τις υποθέσεις Βατοπεδίου, Marfin, Βγενόπουλου και πολλά άλλα. Με αναφορές, μεταξύ άλλων, σε δικαστικές αποφάσεις, ονόματα και πράξεις συγκεκριμένων δικαστών. Και την καταληκτική, πολύ βαριά εκτίμηση του Αντώνη Ρουπακιώτη πως - έτσι ακριβώς το λέει - «το δικαστικό σύστημα βρίσκεται στις ημέρες μας στο χειρότερο επίπεδο από την πτώση της δικτατορίας […].». 

Δεν θα τοποθετηθώ σ’ αυτά.

Μεταξύ άλλων, είναι πολύ κοντινή η ιδιότητά μου ως δικαστή για να το κάνω. Θα πω όμως τούτο, όπως το αισθάνομαι. Κάτι πολύ σοβαρό, κυρίες και κύριοι, συμβαίνει στη χώρα μας και στον κόσμο. Έχει να κάνει όχι πια με τα επί μέρους, αλλά με το ίδιο το νόημα της ζωής. Ίσως για πρώτη φορά στην ιστορία βρίσκεται σε τέτοιαν απορρύθμιση μια γενική αντίληψη για το νόημα του κόσμου, ικανή να συνέχει στοιχειωδώς τους ανθρώπους και να ανακουφίζει την υπαρξιακή αγωνία. Έτσι, έρχεται και καλύπτει το κενό η βουλιμική κατανάλωση και η βία κάθε μορφής. Η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη, ως κατ’ εξοχήν συστήματα του Λόγου, πλήττονται καίρια από την κατάσταση αυτή. Και τί απομένει? Ψάχνοντας στο διαδίκτυο για τον Αντώνη, μέχρι να βγει το βιβλίο, βρήκα τούτους τους στίχους του:

« Όλο πιο λίγοι μένουμε απ’ τους παλιούς […]

Από εκείνους που τρέχαμε, φωνάζαμε, θυμώναμε, ελπίζαμε.

Κι όλ’ αυτά γιατί? Μήπως για ένα πουκάμισο αδειανό, για μιαν Ελένη?

Δεν ξέρω. […]

Το μόνο που ξέρω είναι πως την Ελένη εμείς δεν θα τη βρούμε πια.

Βρήκαμε όμως το πουκάμισο.

Μπορεί νάχει απάνω του ένα κόμπο ιδρώτα

Ή ένα δάκρυ αστέγνωτο μες τον καιρό.

[…] Γι αυτό και το πουκάμισο δεν είναι ίσως λίγο.

Σήμερα αρκεί και μόνο

Κάτι να κρατάς.»

Να λοιπόν που φεύγοντας απόψε θα κρατάμε τούτο το βιβλίο σας για τη Δικαιοσύνη, Αντώνη Ρουπακιώτη, για τη Δημοκρατία και για τον Άνθρωπο. Δεν είναι λίγο.

Ευχαριστούμε!".