Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Στον Αρειο Πάγο και πάλι η νέα έρευνα για τις υποκλοπές, που ζήτησε ο δικαστής του Μονομελούς, μετά την ιστορική απόφαση καταδίκης σε 126 χρόνια



Η γνώριμη τακτική του χωρισμού σε κομμάτια των μεγάλων δικαστικών υποθέσεων, που χρησιμοποιήθηκε στα Τέμπη, επιλέχτηκε από τη Δικαιοσύνη και για την υπόθεση των υποκλοπών.

Η δικαστική έρευνα για την υπόθεση των υποκλοπών "έσπασε" στα δύο, καθώς  από τον Άρειο Πάγο θα διενεργηθεί η έρευνα για ενδεχόμενη διάπραξη κατασκοπείας στην υπόθεση του Predator, ενώ από την Εισαγγελία Πρωτοδικών θα διερευνηθούν άλλα αδικήματα για την εμπλοκή και τον ρόλο συγκεκριμένων προσώπων που ζήτησε με την απόφαση του για τις υποκλοπές το Μονομελές Πλημμελειοδικείο.

Tο σκέλος που αφορά το ενδεχόμενο κατασκοπείας για το οποίο ζήτησε έρευνα το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, θα ερευνηθεί από Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ενώ Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών θα διενεργήσει έρευνα για τα άλλα τρία αδικήματα, για τα οποία και πάλι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο είχε ζητήσει διερεύνηση.

Μετά την μελέτη της δικαστικής απόφασης που καταδίκασε τους τέσσερις εμπλεκόμενους επιχειρηματίες, γιά το κακόβουλο λογισμικό,  η Εισαγγελία Πρωτοδικών αποφάσισε να «σπάσει» την έρευνα που ζήτησε το δικαστήριο.

Το σοβαρότερο αδίκημα για το οποίο ζήτησε έρευνα το Μονομελές Πλημμελειοδικείο και αφορά κατασκοπεία, θα ερευνηθεί από ανώτατο εισαγγελικό λειτουργό, ενώ Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών θα διενεργήσει έρευνα για τρία αδικήματα.

 Με την απόφαση του, ο πρόεδρος του δικαστηρίου που δίκασε την υπόθεση του Predator, Νίκος Ασκιανάκης, έκρινε ότι πρέπει η Δικαιοσύνη να ελέγξει συγκεκριμένες πτυχές τής υπόθεσης όπως αναδείχθηκαν κατά την πολυήμερη ακροαματική διαδικασία.

Κυρίαρχη θέση στην κρίση του δικαστηρίου είχε η έρευνα για το αδίκημα της κατασκοπείας, την οποία ο Πρόεδρος του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθήνας κ. Ασκιανάκης, ο οποίος έλαβε την ιστορική απόφαση της καταδίκης των κατηγορουμένων σε 126 χρόνια φυλακής τον καθένα (κατά συγχώνευση 8). 

Στο σκεπτικό της απόφασης του ο Πρόεδρος του δικαστηρίου αιτιολόγησε από τον καθαυτό τρόπο λειτουργίας του κατασκοπευτικού λογισμικού, με απομακρυσμένη πρόσβαση στα αρχεία καταγραφής και τεράστιο εύρος δεδομένων που αποσπώνται μετά τη μόλυνση, σε συνδυασμό με τις ιδιότητες των θυμάτων.

Παράλληλα ο κ. Ασκιανάκης είχε ζητήσει ποινική έρευνα και για τον ρόλο που διαδραμάτισαν συγκεκριμένα στελέχη των εμπλεκομένων με το Predator εταιρειών. 

Ο δικαστής υποστηρίζει ότι, η εντολή για έρευνα αφορά επτά πρόσωπα «που αποτελούν σημαίνοντα στελέχη των εξεταζόμενων εταιρειών και δεν αποτελούσαν απλά εκτελεστικά όργανα των κατηγορουμένων, αλλά είχαν εξίσου πλήρη εικόνα καθώς και αποφασιστικές αρμοδιότητες επί των επιχειρήσεων».

Υπενθυμίζεται ότι το Μονομελές Πλημμελειοδικείο που δίκασε την υπόθεση του Predator, έκρινε ότι η Δικαιοσύνη θα πρέπει να ελέγξει συγκεκριμένες πτυχές, όπως αναδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία.

Η έρευνα για το αδίκημα της κατασκοπείας αιτιολογήθηκε από τον τρόπο λειτουργίας του κακόβουλου λογισμικού, με απομακρυσμένη πρόσβαση στα αρχεία καταγραφής και τεράστιο εύρος δεδομένων που αποσπώνται μετά τη «μόλυνση», σε συνδυασμό με τις ιδιότητες των θυμάτων.

Επιπλέον, το δικαστήριο διέταξε ποινική έρευνα για τον ρόλο που διαδραμάτισαν συγκεκριμένα στελέχη των εμπλεκομένων με το Predator εταιρειών. Η εντολή για έρευνα αφορά επτά πρόσωπα «που αποτελούν σημαίνοντα στελέχη των εξεταζόμενων εταιρειών και δεν αποτελούσαν απλά εκτελεστικά όργανα των κατηγορουμένων, αλλά είχαν εξίσου πλήρη εικόνα καθώς και αποφασιστικές αρμοδιότητες επί των επιχειρήσεων», σύμφωνα με την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου.
Το «μήνυμα» του Ταλ Ντίλιαν

Να σημειωθεί ότι ο καταδικασμένος για την υπόθεση, Ταλ Ντίλιαν, ο ιδιοκτήτης της εταιρείας Intellexa (προμηθεύει το Predator), «έδειξε» τον περασμένο Μάρτιο την κυβέρνηση της ΝΔ για το σκάνδαλο υποκλοπών. Όπως είπε στην εκπομπή Mega Stories «λειτουργούμε αυστηρά σύμφωνα με τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς κανονισμούς εξαγωγών, παρέχοντας τεχνολογία μόνο σε κυβερνήσεις και υπηρεσίες επιβολής του νόμου. Ουδέποτε έχουμε διεξάγει δραστηριότητες επιτήρησης. Ούτε έχουμε λειτουργική πρόσβαση μετά την παράδοση των συστημάτων».