Δευτέρα 24 Αυγούστου 2020

"Θέλουν δικαστές... δολώματα επενδυτών!

Γροθιά...  στη νέα τεχνοκρατική Δικαιοσύνη, που προωθείται από την κυβέρνηση, μέσω του σχεδίου, που εκπόνησε η Επιτροπή Πισσαρίδη, για την ανάπτυξη  της ελληνικής οικονομίας , αποτελεί το άρθρο του Εφέτη και πρώην προέδρου της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων Χριστόφορου Σεβαστίδη.

Ο ανώτερος δικαστής, εκφράζει σοβαρό  προβληματισμό, γιά το γεγονός ότι, "σε ένα «Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία, διατυπώνονται προτάσεις αναμόρφωσης της Δικαιοσύνης και διερωτάται: "Ποια ερμηνεία του Θεμελιώδους Νόμου του Κράτους τόλμησε να ευτελίσει τόσο πολύ τη λειτουργία ενός ανεξάρτητου δημοκρατικού θεσμού, που ενεργεί στο όνομα του Ελληνικού Λαού και να την υποβιβάσει στο επίπεδο του δολώματος των επενδυτών; 

Στο αρθρο του, με τίτλο "Το σχέδιο Πισσαρίδη για τη Δικαιοσύνη", που δημοσιεύτηκε στην "Εφημερίδα των Συντακτών", ο κ. Σεβαστίδης αναφέρει:

"Το γεγονός ότι σε ένα «Σχέδιο Ανάπτυξης για την Ελληνική Οικονομία»

διατυπώνονται προτάσεις αναμόρφωσης της Δικαιοσύνης, γεννά από μόνο του

σοβαρό προβληματισμό. Ένας θεσμός ασύνδετος με τις πολυεπίπεδες κυβερνητικές

επιλογές και κατευθύνσεις μεταβλήθηκε σε παρακολούθημα και εργαλείο χάραξης

οικονομικής πολιτικής. Η Συνταγματική αναγνώριση της δικαστικής ανεξαρτησίας

δεν έχει να κάνει μόνο με τη διασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής

ανεξαρτησίας του Δικαστή αλλά κυριότερα με τον ρόλο που η Πολιτεία επιφυλάσσει

στη Δικαιοσύνη.

Στο Κεφάλαιο 4.2 της Έκθεσης Πισσαρίδη που αφορά τη Δικαιοσύνη

παρατίθενται δείκτες κατάταξης του ελληνικού δικαστικού συστήματος στη διεθνή

πυραμίδα με βάση τις αξιολογήσεις της Παγκόσμιας Τράπεζας και του Παγκόσμιου

Οικονομικού Φόρουμ. Το ενδιαφέρον φυσικά είναι μονόπλευρα στραμμένο στην

προστασία που παρέχει το δικαστικό σύστημα στους επενδυτές με μια έκδηλη

ανησυχία για το πόσο χαμηλά βρίσκεται στην εκτίμηση των επιχειρηματιών η

δικαστική ανεξαρτησία. Όλοι οι κρατικοί θεσμοί στην υπηρεσία της εξυπηρέτησης

των επενδυτών! Καμία έκπληξη δεν θα πρέπει να προκαλεί η Έκθεση αυτή σε

κάποιον που παρακολουθεί τις εξελίξεις τα τελευταία χρόνια. Οι φιλοεπενδυτικές

«μεταρρυθμίσεις» στη Δικαιοσύνη ξεκίνησαν με την υποχρεωτική ιδιωτική

διαμεσολάβηση και συνεχίστηκαν με τη δημιουργία ειδικών τμημάτων στα μεγάλα

Δικαστήρια που θα δικάζουν επενδυτικές διαφορές. Στο τελευταίο αυτό ζήτημα

επιμένει και η Έκθεση Πισσαρίδη. Προτείνει όχι μόνο τη δημιουργία τμημάτων από

«ειδικά καταρτισμένους δικαστές» αλλά και την υποχρέωση έκδοσης απόφασης εντός

12 μηνών και μάλιστα κατόπιν γνωμοδότησης εξειδικευμένων τεχνικών συμβούλων

που θα δρουν επικουρικά προς τους δικαστές. Δικαιοσύνη δύο ταχυτήτων δηλαδή!

Για τους έλληνες εργαζόμενους προφανώς δεν διαπιστώνεται ανάγκη ταχείας

έκδοσης δικαστικής απόφασης ούτε οι δικαστές τους απαιτείται να είναι «ειδικά

καταρτισμένοι», ενώ η ίδρυση υπηρεσιών με επιστήμονες που θα συνεπικουρούν

τους δικαστικούς λειτουργούς είναι μία σταθερή υπόσχεση της Πολιτείας που

κρατάει από τη δεκαετία του 1980 και μένει πάντα ανεκπλήρωτη. Η πρόταση

Πισσαρίδη έχει υλοποιηθεί ήδη κατά ένα μέρος με το ν. 4700/2020 που δίνει τη

δυνατότητα σύστασης ειδικών τμημάτων στα Δικαστήρια της Αθήνας και της

Θεσσαλονίκης. Ο σκοπός της δημιουργίας τέτοιων τμημάτων αποκαλύπτεται χωρίς

περιστροφές στην Έκθεση της Επιτροπής και είναι «η θετική επίδραση στην

προσέκλυση επενδύσεων». Ποια ερμηνεία του Θεμελιώδους Νόμου του Κράτους

τόλμησε να ευτελίσει τόσο πολύ τη λειτουργία ενός ανεξάρτητου δημοκρατικού

θεσμού που ενεργεί στο όνομα του Ελληνικού Λαού και να την υποβιβάσει στο

επίπεδο του δολώματος των επενδυτών; Ο ταξικά ουδέτερος ρόλος της Δικαιοσύνης

που στέκει, κατά το αστικό πολίτευμα, πάνω από κοινωνικά στρώματα, έξω και πέρα

από κοινωνικούς ανταγωνισμούς και συγκρούσεις, πως αλήθεια ευθυγραμμίζεται με

την ανάθεση μιας στρατευμένης αποστολής, κατάφωρα μεροληπτικής υπέρ των

συμφερόντων ενός κοινωνικού ανταγωνιστή; Η νέα τεχνοκρατική οπτική ερμηνείας

του Συντάγματος που θυσιάζει το θεσμικό στο οικονομικό, το γενικό στο επιμέρους,

το σύνολο στη μειοψηφία, νοηματοδοτεί εξ αρχής το άρθρο 1 παρ. 3 Σ. (Όλες οι

εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού ..) ταυτίζοντας ουσιαστικά τα

συμφέροντα του Λαού με τα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Ένα δεύτερο σημείο που θίγεται στην Έκθεση της Επιτροπής αφορά την

ελληνική ιδιορρυθμία στην κατανομή των δικαστικών λειτουργών ανά βαθμό

δικαιοδοσίας. Αναφέρεται ως παράδειγμα η μικρή αναλογία των πρωτοβάθμιων

δικαστών σε σχέση με τους υπηρετούντες στα ανώτατα δικαστήρια (59% έναντι

9,5%) έναντι της αναλογίας που ισχύει στα υπόλοιπα ευρωπαϊκά Κράτη. Οι

συντάκτες της Έκθεσης ωστόσο παραλείπουν να επισημάνουν ότι η ιδιαιτερότητα

αυτή δεν είναι ούτε τυχαία ούτε αποτελεί κληροδότημα μιας κακής παράδοσης. Είναι

η συμπυκνωμένη έκφραση και η κοινή συνισταμένη πολιτικών σκοπιμοτήτων και

ατομικών επιδιώξεων. Τον περασμένο Νοέμβριο με εκτεταμένη αρθρογραφία, με

παρεμβάσεις προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης, με τοποθετήσεις στη Γενική

Συνέλευση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, τόσο η Ένωση όσο και τα

μεγαλύτερα Εφετεία της Χώρας αλλά και ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου

επεσήμαιναν ότι η ανατροπή της αναλογίας μεταξύ Προέδρων Εφετών και Εφετών

από 1 προς 4 σε 1 προς 1,8, που δεν εξυπηρετεί καμία απολύτως ανάγκη (σ.σ. αλλά

ικανοποιεί τις αξιώσεις συγκεκριμένου προσώπου), θα προκαλέσει στρεβλώσεις στη

λειτουργία των Εφετείων της Χώρας και θα οξύνει τα ήδη σωρευμένα προβλήματα.

Το Υπουργείο Δικαιοσύνης όχι μόνο δεν αναθεώρησε την απόφασή του αλλά πριν 3

μήνες επέκτεινε την ρύθμιση και στις Εισαγγελίες Εφετών.

Το πιο ενδιαφέρον σημείο της Έκθεσης αλλά ταυτόχρονα το περισσότερο

αποκαλυπτικό των προθέσεων για τη Δικαιοσύνη αφορά στον τομέα της διοίκησης

των Δικαστηρίων. Αφού επικρίνει τις αιρετές διοικήσεις ως ανίκανες να

διαχειριστούν αποτελεσματικά τις υποθέσεις τους, προτείνει τη θέσπιση ξεχωριστού

κλάδου δικαστικών λειτουργών που θα έχει αποκλειστικά διοικητικές αρμοδιότητες!

Πέρα από το εξόχως αντισυνταγματικό μιας τέτοιας πρότασης που ονειρεύεται

δικαστές – manager, είναι εντυπωσιακή η αποστροφή και απαξίωση βασικών

δημοκρατικών αρχών όπως το δικαίωμα των δικαστικών λειτουργών να εκλέγουν οι

ίδιοι τις διοικήσεις τους. Δεν αποτελεί απλά μομφή στους διοικούντες αλλά άμεση

αμφισβήτηση της ικανότητας δικαστών και εισαγγελέων να επιλέγουν ορθολογικά τα

συμβούλια διοίκησης. Οι τεχνοκράτες (είτε τους φαντάζονται δικαστές είτε τελικά θα

είναι ιδιώτες) θα έχουν ιδιαίτερη εκπαίδευση και θα αναλαμβάνουν, ελέω επενδυτών,

«να ικανοποιούν τους φιλόδοξους στόχους που θα τους τεθούν» από την Κυβέρνηση

(sic!!!). Τέτοιες προτάσεις, που θα μπορούσαν πολλοί -οχυρωμένοι πίσω από την

ανάγνωση του Συντάγματος- να τις προσπεράσουν σαν άγριες ληρολογίες και

ουτοπικά ονειροπολήματα, έχουν δείξει χαλύβδινη επιμονή στον χρόνο. Θα

αποτελούσε εθελοτυφλία να αντιμετωπιστούν αποσπασματικά και ως εξαίρεση στον

δήθεν απόλυτο σεβασμό στις κρατικές Λειτουργίες. Εντάσσονται σε έναν ευρύτερο

πολιτικοοικονομικό σχεδιασμό που έχει δώσει απτά δείγματα γραφής στο παρελθόν

και καλύπτει όχι μόνο τη Δικαιοσύνη αλλά όλους τους νευραλγικούς κρατικούς

τομείς. Αποτελούν αδιάσπαστη ενότητα με την ήδη θεσμοθετηθείσα υποχρεωτική

ιδιωτική διαμεσολάβηση και τις εισηγήσεις για κατάργηση της συνταγματικής αρχής

της ισοβιότητας των δικαστικών λειτουργών, Σ.Δ.Ι.Τ. και εισαγωγή της τεχνητής

νοημοσύνης στη Δικαιοσύνη.