Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2019

Ηρειώτης: "Δεν υπάρχει αξιόποινο στη siemens με το νέο ΠΚ"



    Ο γνωστός δικηγόρος Γιάννης Ηρειώτης, συνήγορος του Πρόδρομου Μαυρίδη, ενός εκ των βασικών κατηγορουμένων στην υπόθεση των “μαύρων ταμείων” της Siemens, στους απόλυτα εμπεριστατωμένους και νομικά τεκμηριωμένους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, που κατέθεσε στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της Αθήνας, το οποίο αναμένεται, να εκδόσει απόφαση μεθαύριο, Τρίτη 19 Νοεμβρίου, εξηγεί, γιατί πρέπει να απαλλαγεί ο πελάτης του και κατ΄επέκταση και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι.
    Το κατηγορητήριο Μαυρίδη, αναφέρει:
    Στην Αθήνα και στο εξωτερικό (Γερμανία, Λουξεμβούργο, Αυστρία), κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Απριλίου 1998 έως τις αρχές Μαΐου 2005, τέλεσα το αδίκημα της ενεργητικής δωροδοκίας, όταν δήθεν, υπό την ιδιότητά μου ως υπαλλήλου της «SIEMENS A.E.», υποσχέθηκα και στην συνέχεια παρείχα σε υπαλλήλους της εταιρείας «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» (ΟΤΕ ΑΕ), ωφελήματα, προκειμένου οι τελευταίοι, κατά παράβαση των καθηκόντων τους, να προβούν σε ενέργειες και παραλείψεις που ανάγονταν στα καθήκοντά τους ή αντίκειντο σε αυτά.
    Τις ανωτέρω πράξεις φέρεται, κατά το παραπεμπτικό βούλευμα, ότι τέλεσα σε βάρος νομικού προσώπου του άρθρου 263Α Π.Κ., ήτοι του «Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε», ο οποίος αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που έχει ιδρυθεί από το Ελληνικό Δημόσιο υπό τη μορφή ανωνύμου εταιρείας και ασκεί επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας2, εξυπηρετούσης προνομιακά την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στο κοινό.
    Επιπλέον, μου αποδίδεται ότι στην Αθήνα και στο εξωτερικό, με σκοπό να αποκρυβεί η αληθής προέλευση χρημάτων που δήθεν προέρχονταν από την προαναφερθείσα εγκληματική δραστηριότητα της ενεργητικής δωροδοκίας υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Μαρτίου 2000 έως τις αρχές Μαΐου 2005, τέλεσα το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.
Οπως εξηγεί ο συνήγορος, με το νέο Ποινικό Κώδικα, έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο:
    Mε τη θέση σε εφαρμογή του Νέου Ποινικού Κώδικα, την 01 Ιουλίου 2019, ο οποίος ψηφίστηκε στη Βουλή την 06.06.2019 και κυρώθηκε με τον Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ, Τεύχος Α’ 95/11.06.2019), εξαλείφθηκε, κατ΄ αρθρ. 1 και 2 ΠΚ το αξιόποινο για την ανωτέρω αποδιδόμενη πράξη της ενεργητικής δωροδοκίας σε βάρος μου, η οποία έχει καταστεί ανέγκλητη (μη αξιόποινη). Τούτο, διότι, καταργήθηκε το αρθρ. 263 Α ΠΚ, δια του οποίου διευρυνόταν, όπως αναλύεται στη συνέχεια, η έννοια του υπαλλήλου κατά το ποινικό δίκαιο, καθώς επίσης και ο Νόμος 1608/1950 περί καταχραστών του Δημοσίου. Κατά τον ισχύοντα νόμο, η έννοια του υπαλλήλου ορίζεται πλέον αποκλειστικά και με σαφήνεια στο αρθρ. 13 στοιχ. α’ ΠΚ και περιλαμβάνει μόνον τα πρόσωπα, που ασκούν υπηρεσία δημόσια, δημοτική ή κοινοτική ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Είναι, επομένως, σαφές ότι οι υπάλληλοι της Ο.Τ.Ε. Α.Ε. δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του αρθρ. 13 ΠΚ και εκ του λόγου αυτού δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της ενεργητικής δωροδοκίας, ελλείψει του στοιχείου του «υπαλλήλου» υπό την έννοια του αρθρ. 236 ΠΚ.
    Επιπλέονσύμφωνα με το αρθρ. 45 παρ. 3 Ν. 3691/2008, (όπως αντικατέστησε το αρθρ. 2 παρ. 1δ Ν. 2331/1995 και αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 39 παρ. 3 Ν. 4557/2018) αίρεται το αξιόποινο και για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου του βασικού αδικήματος της δωροδοκίας υπαλλήλου σε βάρος νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α ΠΚ.
    Περαιτέρω, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν το αξιόποινο της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, αφού αυτή ως αξιόποινη πράξη, τυποποιήθηκε το πρώτον με το ν. 3560/2007, ήτοι σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου τελέσεως της σε βάρος μου αποδιδομένης κατηγορίας της ενεργητικής δωροδοκίας εργαζόμενων στον «Ο.Τ.Ε. Α.Ε.». Τυχόν ορισμός του αδικήματος της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, ως βασικού αδικήματος στην αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, προσκρούει στο άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος, καθώς και στα άρθρα 1 και 2 Π.Κ., αλλά και στον Ν. 2331/1995”.

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο Ηρειώτη:



Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ


  1. Δυνάμει του υπ’ αριθμ. 399/2015 Βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών έχω παραπεμφθεί ενώπιον του Δικαστηρίου Σας ως υπαίτιος δήθεν τέλεσης των αδικημάτων της ενεργητικής δωροδοκίας στρεφόμενης κατά νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α Π.Κ. (κατ’ αρθρ. 236, 263Α ΠΚ, αρθρ. 1 § 1 ν. 1608/1950 κ.λπ.), και της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα (αρθρ. 1, 2 του Ν. 2331/1995 όπως αντικ. με τις οικείες διατάξεις των Ν. 3424/2005, 3691/2008).

  1. Αναφέρεται, μάλιστα, χαρακτηριστικά στο ανωτέρω παραπεμπτικό βούλευμα (φύλλο 1814 οπ. όψη): «….με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του εγκλήματος της ενεργητικής δωροδοκίας, αφ’ ενός μεν υποσχέθηκε και στην συνέχεια παρέσχε, αφ’ ετέρου δε παρέσχε μόνο, σε υπαλλήλους, οιασδήποτε φύσεως ωφελήματα, προκειμένου οι τελευταίοι, κατά παράβαση των καθηκόντων τους, να προβούν σε ενέργειες και παραλείψεις που ανάγονταν στα καθήκοντά τους ή αντίκειντο σε αυτά. Τις ανωτέρω πράξεις του τέλεσε σε βάρος νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α του Ποινικού Κώδικα». Το ίδιο το παραπεμπτικό βούλευμα δέχεται ότι οι όποιες τυχόν πράξεις τελέστηκαν εις βάρος νομικού προσώπου που εμπίπτει στις διατάξεις του καταργημένου πλέον άρθρου 263Α Π.Κ. Η συγκεκριμένη, μάλιστα, αναφορά επαναλαμβάνεται σε διάφορα τμήματα αυτού και της εισαγγελικής προτάσεως. Άλλωστε, και με την πρόσφατη υπ’ αριθ. 286/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου για μία ακόμη φορά επιβεβαιώθηκε ότι η Ο.Τ.Ε. Α.Ε. ανήκει στα νομικά πρόσωπα, τα οποία εμπίπτουν στην διάταξη του άρθρου 263Α Π.Κ. και συγκεκριμένα εκτός των λοιπών χωρίων στη σελ. 19 αναφέρεται: «…..Στις προστατευτικές δε διατάξεις αυτού (Ν. 1608/1950) υπάγεται, ως ανήκουσα στα με τη διάταξη του άρθρου 263Α ΠΚ προσδιοριζόμενα νομικά πρόσωπα και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ – ΟΤΕ ΑΕ», που έχει ιδρυθεί από το Ελληνικό Δημόσιο η οποία κατά το χρόνο τέλεσης των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες κρίθηκαν ένοχοι με την προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρεσείοντες, ασκούσε επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας, εξυπηρετούσης προνομιακά την παροχή τηλεπικοινωνιών υπηρεσιών στο κοινό…..»1Περαιτέρω, σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα (ορ. φύλλο 1827 β’ όψη) φέρεται ότι «…υποσχέθηκα στην Ελλάδα, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Απριλίου 1998 έως τις αρχές Μαΐου 2005 και στη συνέχεια παρείχα, στην Ελλάδα και το εξωτερικό, κατά το χρονικό διάστημα από τα τέλη Μαρτίου 1999 έως τις αρχές Μαΐου 2005 σε ικανοποίηση των ανωτέρω υποσχέσεων ωφελήματα».

  1. Ειδικότερα, φέρεται ότι στην Αθήνα και στο εξωτερικό (Γερμανία, Λουξεμβούργο, Αυστρία), κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Απριλίου 1998 έως τις αρχές Μαΐου 2005, τέλεσα το αδίκημα της ενεργητικής δωροδοκίας, όταν δήθεν, υπό την ιδιότητά μου ως υπαλλήλου της «SIEMENS A.E.», υποσχέθηκα και στην συνέχεια παρείχα σε υπαλλήλους της εταιρείας «ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.» (ΟΤΕ ΑΕ), ωφελήματα, προκειμένου οι τελευταίοι, κατά παράβαση των καθηκόντων τους, να προβούν σε ενέργειες και παραλείψεις που ανάγονταν στα καθήκοντά τους ή αντίκειντο σε αυτά.

  1. Τις ανωτέρω πράξεις φέρεται, κατά το παραπεμπτικό βούλευμα, ότι τέλεσα σε βάρος νομικού προσώπου του άρθρου 263Α Π.Κ., ήτοι του «Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος Α.Ε», ο οποίος αποτελεί Νομικό Πρόσωπο Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), που έχει ιδρυθεί από το Ελληνικό Δημόσιο υπό τη μορφή ανωνύμου εταιρείας και ασκεί επιχείρηση δημόσιας ωφέλειας2, εξυπηρετούσης προνομιακά την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στο κοινό.

  1. Επιπλέον, μου αποδίδεται ότι στην Αθήνα και στο εξωτερικό, με σκοπό να αποκρυβεί η αληθής προέλευση χρημάτων που δήθεν προέρχονταν από την προαναφερθείσα εγκληματική δραστηριότητα της ενεργητικής δωροδοκίας υπό τις επιβαρυντικές περιστάσεις του Ν. 1608/1950, κατά το χρονικό διάστημα από τις αρχές Μαρτίου 2000 έως τις αρχές Μαΐου 2005, τέλεσα το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα.

  1. Ωστόσο, με τη θέση σε εφαρμογή του Νέου Ποινικού Κώδικα, την 01 Ιουλίου 2019, ο οποίος ψηφίστηκε στη Βουλή την 06.06.2019 και κυρώθηκε με τον Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ, Τεύχος Α’ 95/11.06.2019), εξαλείφθηκε, κατ΄ αρθρ. 1 και 2 ΠΚ το αξιόποινο για την ανωτέρω αποδιδόμενη πράξη της ενεργητικής δωροδοκίας σε βάρος μου, η οποία έχει καταστεί ανέγκλητη (μη αξιόποινη). Τούτο, διότι, καταργήθηκε το αρθρ. 263 Α ΠΚ, δια του οποίου διευρυνόταν, όπως αναλύεται στη συνέχεια, η έννοια του υπαλλήλου κατά το ποινικό δίκαιο, καθώς επίσης και ο Νόμος 1608/1950 περί καταχραστών του Δημοσίου. Κατά τον ισχύοντα νόμο, η έννοια του υπαλλήλου ορίζεται πλέον αποκλειστικά και με σαφήνεια στο αρθρ. 13 στοιχ. α’ ΠΚ και περιλαμβάνει μόνον τα πρόσωπα που ασκούν υπηρεσία δημόσια, δημοτική ή κοινοτική ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου. Είναι, επομένως, σαφές ότι οι υπάλληλοι της Ο.Τ.Ε. Α.Ε. δεν εμπίπτουν στις διατάξεις του αρθρ. 13 ΠΚ και εκ του λόγου αυτού δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της ενεργητικής δωροδοκίας, ελλείψει του στοιχείου του «υπαλλήλου» υπό την έννοια του αρθρ. 236 ΠΚ.

  1. Επιπλέονσύμφωνα με το αρθρ. 45 παρ. 3 Ν. 3691/2008, (όπως αντικατέστησε το αρθρ. 2 παρ. 1δ Ν. 2331/1995 και αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 39 παρ. 3 Ν. 4557/2018) αίρεται το αξιόποινο και για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, λόγω εξάλειψης του αξιοποίνου του βασικού αδικήματος της δωροδοκίας υπαλλήλου σε βάρος νομικού προσώπου από εκείνα που αναφέρονται στο άρθρο 263Α ΠΚ.

  1. Περαιτέρω, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν το αξιόποινο της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, αφού αυτή ως αξιόποινη πράξη, τυποποιήθηκε το πρώτον με το ν. 3560/2007, ήτοι σε χρονικό σημείο μεταγενέστερο του χρόνου τελέσεως της σε βάρος μου αποδιδομένης κατηγορίας της ενεργητικής δωροδοκίας εργαζόμενων στον «Ο.Τ.Ε. Α.Ε.». Τυχόν ορισμός του αδικήματος της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, ως βασικού αδικήματος στην αξιόποινη πράξη της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, προσκρούει στο άρθρο 7 παρ. 1 εδ. α΄ του Συντάγματος, καθώς και στα άρθρα 1 και 2 Π.Κ., αλλά και στον Ν. 2331/1995.

ΙΙ. ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΚΗ ΠΡΟΤΑΣΗ


  1. Παρά την ανωτέρω ξεκάθαρη αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου, η οποία καθιστά τις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες κατηγορούμαι ανέγκλητες και αίρεται το αξιόποινο αυτών, η κ. Εισαγγελέας πρότεινε, νομικώς και ουσιαστικώς αβασίμως, καθώς και όλως αντιφατικώς ότι θα πρέπει να τύχει εφαρμογής η διάταξη περί δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, η οποία ίσχυσε το πρώτον στην Ελλάδα με το νόμο 3560/2007 και ότι τάχα δια της εφαρμογής της δεν παραβιάζεται το άρθρο 7 του Συντάγματος, αλλά και τα άρθρα 1 και 2 του Π.Κ.!!!
  2. Συγκεκριμένα, η κ. Εισαγγελέας πρότεινε ότι με την εφαρμογή του νέου Π.Κ. δεν κατέστησαν ανέγκλητες οι πράξεις για τις οποίες κατηγορούμαι, αλλά συνεχίζουν να είναι αξιόποινες καθώς τα ίδια πραγματικά περιστατικά στοιχειοθετούν πλέον το έγκλημα της δωροληψίας και δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, του άρθρου 396 νέου ΠΚ. Κατά την εισαγγελική πρόταση, το γεγονός ότι η δωροληψία και δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα αποτέλεσε αξιόποινη πράξη σε χρόνο μεταγενέστερο του χρόνου τέλεσης των πράξεων των κατηγορουμένων δεν αποτελεί παραβίαση των άρθρ. 1 και 2 του ΠΚ, αφού η αναδρομικότητα του νόμου απαγορεύεται μόνον όταν θεμελιώνει ή επαυξάνει το αξιόποινο και όχι όταν ενεργεί υπέρ του κατηγορουμένου όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση!!! Σύμφωνα με την κ. Εισαγγελέα, η διάταξη του άρθρ. 396 ΠΚ, δεν θεμελιώνει το αξιόποινο της συγκεκριμένης συμπεριφοράς των συγκεκριμένων κατηγορουμένων, αφού η συμπεριφορά τους ήταν πιο πριν αξιόποινη ως δωροδοκία δωροληψία υπαλλήλου και συνεχίζει να είναι αξιόποινη από το χρόνο τέλεσής της μέχρι και σήμερα ανεξάρτητα από το νομικό χαρακτηρισμό της!!!
Η εισαγγελική πρόταση έρχεται σε ΕΥΘΕΙΑ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΒΟΥΛΗΣΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΘΕΤΗ, όπως αυτή ΑΠΟΤΥΠΩΘΗΚΕ ΣΑΦΩΣ ΣΤΗΝ ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ του Ν. 4254/2014 με τον οποίο εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα το αδίκημα της δωροληψίας και δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα. Ο νομοθέτης αναφέρει χαρακτηριστικά στην Αιτιολογική Έκθεση του προαναφερθέντος νόμου: «Άρθρο 8: Με το παρόν άρθρο προστίθεται στον Ποινικό Κώδικα νέο κη θη του νικι κανονιστική συναργ τον ΟΗΕ) για ανεπαρκάρθρο 237Β, με το οποίο αντικαθίσταται η νυν ισχύουσα διάταξη του πέμπτου άρθρου του ν. 3560/2007 και παράλληλα ενσωματώνονται στον ΠΚ οι σε αυτήν περιεχόμενες ρυθμίσεις, με τις οποίες η χώρα μας υλοποίησε την υποχρέωση που ανέλαβε, σύμφωνα με το άρθρο 7 της Σύμβασης Ποινικού Δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης, για ποινικοποίηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα3ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΥΠΟΚΕΙΜΕΝΩΝ ΠΟΥ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΣΕ ΑΥΤΗΝ, Η ΔΙΑΤΑΞΗ ΑΦΟΡΑ ΟΣΟΥΣ Δ Ε Ν ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ ΣΤΑ ΑΡΘΡΑ 13 ΚΑΙ 263Α ΠΚ, ΗΤΟΙ Δ Ε Ν ΕΧΟΥΝ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥ».
Ως εκ τούτου, η κ. Εισαγγελέας προβαίνει σε απολύτως εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ποινικών διατάξεων των άρθρων 235 – 236 Π.Κ. και 237 Β’ Π.Κ., αντιβαίνουσα μάλιστα στην ρητώς διατυπωθείσα βούληση του νομοθέτη, όπως εκτέθηκε αμέσως ανωτέρω. Αναλυτικότερα, η βασικότερη διαφορά των ανωτέρω αδικημάτων έγκειται ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΤΟΥ ΔΩΡΟΥ. Στο μεν κλασσικό υπηρεσιακό αδίκημα της δωροδοκίας/δωροληψίας στο δημόσιο τομέα πρόκειται για ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ., όπως ειδικότερα ορίζει το άρθρο 13 στοιχείο α’ Π.Κ. Στο δε αδίκημα της δωροδοκίας/δωροληψίας στον ιδιωτικό τομέα πρόκειται για ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟ υπό οποιαδήποτε ιδιότητα στον ιδιωτικό τομέα, ήτοι σε Ν.Π.Ι.Δ. ΚΑΙ ΟΧΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟ. Η ανωτέρω ΟΥΣΙΩΔΗΣ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ της αντικειμενικής υπόστασης των δύο αδικημάτων επιβεβαιώνεται και από το ίδιο το λεκτικό των διατάξεων των άρθρων 235 και 237Β’ Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 235 παρ. 1 Π.Κ.: «ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα….σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του…τιμωρείται». Σύμφωνα δε με το άρθρο 237Β’ Π.Κ.: «Με φυλάκιση ….. τιμωρείται ΟΠΟΙΟΣ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ Η’ ΠΑΡΕΧΕΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ με οποιαδήποτε ιδιότητα ή σχέση ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ, και κατά την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, …ζητεί ή λαμβάνει …. οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα». Για ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟ κάνει λόγο, άλλωστε, και το ισχύον άρθρο 396 του Π.Κ., σύμφωνα με το οποίο: «Με φυλάκιση ….. τιμωρείται ΟΠΟΙΟΣ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ Η’ ΠΑΡΕΧΕΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ με οποιαδήποτε ιδιότητα ή σχέση ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ, και κατά την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, …ζητεί ή λαμβάνει …. οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα».

  1. Συνεχίζει η κ. Εισαγγελέας προτείνοντας ότι η καθ΄ όλα, κατά την άποψή της, επιτρεπτή μεταβολή του νομικού χαρακτηρισμού της συμπεριφοράς αυτής από δωροληψία-δωροδοκία υπαλλήλου σε δωροληψία-δωροδοκία εργαζομένου στον ιδιωτικό τομέα, κατόπιν της ρητής βούλησης του νομοθέτη να μην περιλαμβάνεται πλέον η δωροδοκία των υπαλλήλων ΝΠΙΔ του παλαιού ευρύτερου δημόσιου τομέα στη δωροδοκία των υπαλλήλων των νέων άρθρ. 235-236, αλλά η βούλησή του να μεταφερθεί και να συμπεριληφθεί στη δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα του άρθρ. 396 ΠΚ, στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ευμενέστερη!!! για τους κατηγορουμένους κι αυτό διότι τα ίδια πραγματικά περιστατικά με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Π.Κ. τιμωρούνταν σε βαθμό κακουργήματος και μάλιστα σε συνδυασμό με το άρθρ. 1 του ν. 1608/50 με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης, πλέον με τη νέα διάταξη του άρθρ. 396 ΠΚ, τιμωρούνται ως πλημμελήματα με ποινή φυλάκισης, με περαιτέρω αποτέλεσμα να έχει εξαλειφθεί ο αξιόποινος χαρακτήρας αυτών λόγω παραγραφής αφού από το χρόνο τέλεσης των εν λόγω πράξεων μέχρι σήμερα έχει παρέλθει χρονικό διάστημα άνω των 8 ετών. Μετά ταύτα η κ. Εισαγγελέας πρότεινε την κήρυξη της ενοχής για το αδίκημα της νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, διότι το βασικό αδίκημα δεν κατέστη ανέγκλητο αλλά υπέπεσε σε παραγραφή!!!

III. ΤΟ ΑΔΙΚΗΜΑ ΤΗΣ ΔΩΡΟΔΟΚΙΑΣ ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ

  1. Δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής η διάταξη που προβλέπει το αδίκημα της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, διότι τούτο τυποποιήθηκε ποινικά το πρώτον στην ελληνική έννομη τάξη την 14-5-2007 δυνάμει του Ν. 3560/2007 (άρθρο πέμπτο) και, με μικρές τροποποιήσεις, εισήχθη στον Π.Κ. με το Ν. 4254/2014, ενώ περιλαμβάνεται πλέον στις διατάξεις του αρθρ. 396 του νέου Π.Κ., κατόπιν αφαιρέσεώς του από το κεφάλαιο των εγκλημάτων στην υπηρεσία ως αρθρ. 237Β προϊσχύσαντος Π.Κ. Αφού, οι αποδιδόμενες σε βάρος μου πράξεις φέρονται τελεσθείσες από τις αρχές Απριλίου 1998 έως τις αρχές Μαΐου 2005, αυτές δεν δύνανται να υπαχθούν στον κανόνα του αδικήματος της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα.

  • Η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της Δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα – διαφορές με την δωροδοκία των άρθρων 235-236 Π.Κ.

  1. Η δωροδοκία (αρθρ. 235-236 Π.Κ.) είναι ένα έγκλημα που έχει να κάνει με την αλλοίωση συγκεκριμένων σχέσεων λειτουργίας δημόσιας υπηρεσίας και πολίτη, με τον εκφυλισμό και την αποδιάρθρωση σημαντικών θεσμών και λειτουργιών εξυπηρέτησης της δημόσιας και κοινωνικής ζωής και εντέλει με τη μη ισότιμη και αντικειμενική μεταχείριση των πολιτών. Η δωροδοκία και το εξ αυτής διαμορφούμενο κλίμα αδιαφάνειας και διαφθοράς θίγει λοιπόν την ίδια τη λειτουργία της δημοκρατίας όχι τόσο στη θεσμική της διάσταση όσο στην ουσιαστική της σχέση μεταξύ κράτους και πολίτη, μεταξύ διοικούντων και διοικουμένων. Και με διακεκριμένη λοιπόν μορφή δεν μπορεί παρά να καλύπτει βαρύτερες περιπτώσεις διαφθοράς.4 Όσον αφορά στο έννομο αγαθό που προστατεύεται κατά την πάγια νομολογία του Αρείου Πάγου ως τέτοιο νοείται η διαφύλαξη του κύρους των δημοσίων υπηρεσιών και η εμπέδωση της εμπιστοσύνης των πολιτών για την άψογη, καθαρή και αμερόληπτη λειτουργία τους5. Την ουσία της δωροδοκίας ωστόσο την είχε εντοπίσει παλαιότερα στην ελεύθερη συμφωνία υπαλλήλου και ιδιώτη μεταξύ των οποίων πραγματοποιείται ένα «αληθές ανοσιούργημα προσβάλλον την καθαρότητα των υπηρεσιακών καθηκόντων του υπαλλήλου»6. Σε απόφαση του ο Άρειος Πάγος7 έκρινε ότι «από τις διατάξεις των άρθρων 235 και 236 εδ. α' του ΠΚ προκύπτει ότι το προστατευόμενο από τις διατάξεις αυτές έννομο αγαθό είναι η σύννομη, καθαρή υγιής και ακέραιη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών, η οποία πλήττεται όχι μόνο στην περίπτωση της παθητικής δωροδοκίας αλλά και της ενεργητικής, που προβλέπεται από το άρθρο 236α του ΠΚ, αφού και στην περίπτωση αυτή είναι άμεσος και προφανής ο κίνδυνος διαφθοράς του υπαλλήλου από τον δράστη της εγκληματικής πράξης της ενεργητικής δωροδοκίας και του κλονισμού της εμπιστοσύνης των πολιτών από τέτοιες πράξεις προς τη σύννομη και εύρυθμη λειτουργία των υπηρεσιών του».

  1. Η συνεχής ιδιωτικοποίηση δημοσίων επιχειρήσεων κινητοποίησε την Ευρωπαϊκή Ένωση, ώστε να αντιμετωπίσει νομοθετικά το φαινόμενο της διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα. Αρχικά, υπεγράφη η Σύμβαση Ποινικού Δικαίου κατά της Διαφθοράς στο Στρασβούργο το έτος 1999. Ακολούθησαν το Πρόσθετο – Πρωτόκολλο της Συμβάσεως και η Απόφαση – Πλαίσιο 2003/568/ΔΕΥ του έτους 2003. Ο Έλληνας νομοθέτης ενσωμάτωσε τις ανωτέρω ενωσιακές διατάξεις στην εθνική έννομη τάξη διά του ν. 3560/14.05.2007, με το άρθρο πέμπτο του οποίου θεμελιώθηκε για πρώτη φορά το αξιόποινο της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα. Στην δε αιτιολογική έκθεση του προαναφερθέντος νόμου αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Με το άρθρο πέμπτο εισάγεται για πρώτη φορά διάταξη που απειλεί ποινικές κυρώσεις για αδικήματα διαφθοράς στον ιδιωτικό τομέα… η έλλειψη δε σχετικής ρύθμισης αποτελεί ένα κενό σε μια κατανοητή στρατηγική στην καταπολέμηση της διαφθοράς. Έτσι, με το άρθρο πέμπτο ρυθμίζεται, με την ίδια ποινική απαξία το φαινόμενο της δωροδοκίας στις ιδιωτικές συναλλαγές κατά την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, περίπου όπως στα άρθρα 235, 236 και 238 του Ποινικού Κώδικα.» Γίνεται δε παγίως δεκτό από τη θεωρία ότι το αδίκημα της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα είναι σαφώς διαφορετικό από το αντίστοιχο υπηρεσιακό της δωροδοκίας στο δημόσιο διότι (α) είναι διαφορετικά τα στοιχεία της αντικειμενικής τους υπόστασης και (β) προστατεύουν διαφορετικά έννομα αγαθά διαφορετικής απαξίας.

  1. Ειδικότερα, ως προς την αντικειμενική υπόσταση των αξιόποινων συμπεριφορών της δωροδοκίας/δωροληψίας στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα, αντίστοιχα, παρατηρούνται οι κάτωθι διαφορές8:



1η διαφορά : Η ιδιότητα του εργαζόμενου
Η βασικότερη διαφορά έγκειται ΣΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΤΟΥ ΑΠΟΔΕΚΤΗ ΤΟΥ ΔΩΡΟΥ. Στο μεν κλασσικό υπηρεσιακό αδίκημα της δωροδοκίας/δωροληψίας στο δημόσιο τομέα πρόκειται για ΥΠΑΛΛΗΛΟ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ., όπως ειδικότερα ορίζει το άρθρο 13 στοιχείο α’ Π.Κ. Στο δε αδίκημα της δωροδοκίας/δωροληψίας στον ιδιωτικό τομέα πρόκειται για ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟ υπό οποιαδήποτε ιδιότητα στον ιδιωτικό τομέα, ήτοι σε Ν.Π.Ι.Δ. ΚΑΙ ΟΧΙ ΥΠΑΛΛΗΛΟ. Η ανωτέρω ΟΥΣΙΩΔΗΣ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΗΣΗ της αντικειμενικής υπόστασης των δύο αδικημάτων επιβεβαιώνεται και από το λεκτικό των διατάξεων των άρθρων 235 και 237Β’ Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 235 παρ. 1 Π.Κ.: «ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ο οποίος ζητεί ή λαμβάνει, άμεσα ή μέσω τρίτου, για τον εαυτό του ή για άλλον, οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα….ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ ΤΟΥτιμωρείται». Σύμφωνα δε με το άρθρο 237Β’ Π.Κ.: «Με φυλάκιση ….. τιμωρείται ΟΠΟΙΟΣ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ Η’ ΠΑΡΕΧΕΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ με οποιαδήποτε ιδιότητα ή σχέση ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ, ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ, ζητεί ή λαμβάνει …. οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα». Για ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟ κάνει λόγο, άλλωστε, και το ισχύον άρθρο 396 του Π.Κ., σύμφωνα με το οποίο: «Με φυλάκιση ….. τιμωρείται ΟΠΟΙΟΣ ΕΡΓΑΖΕΤΑΙ Η’ ΠΑΡΕΧΕΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ με οποιαδήποτε ιδιότητα ή σχέση ΣΤΟΝ ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΤΟΜΕΑ, ΚΑΙ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΣΚΗΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΚΗΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΑΣ, …ζητεί ή λαμβάνει …. οποιασδήποτε φύσης αθέμιτο ωφέλημα».

2η διαφορά: Μελλοντική ενέργεια ή παράλειψη
Η δωροδοκία/δωροληψία στο δημόσιο τομέα είναι υψηλής απαξίας αδίκημα και, γι’ αυτό, η αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου μπορεί να προηγείται ή και να έπεται από την απαίτηση/λήψη του δώρου. Αντίθετα, η αντικειμενική υπόσταση της δωροδοκίας/δωροληψίας στον ιδιωτικό τομέα στοιχειοθετείται μόνο όταν η αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη εργαζομένου έπεται από την απαίτηση/λήψη του δώρου.

3η διαφορά: Ενέργεια ή παράλειψη κατά παράβαση των καθηκόντων
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις δωροδοκίας/δωροληψίας η ενέργεια/παράλειψη πρέπει να ανάγεται εντός του κύκλου αρμοδιοτήτων/καθηκόντων του υπαλλήλου/εργαζόμενου. Στη μεν δωροδοκία/δωροληψία στο δημόσιο τομέα η αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη του υπαλλήλου πρέπει να συνιστά υπηρεσιακή πράξη και να ανάγεται στις αρμοδιότητές του, δίχως να ενδιαφέρει εάν αντίκειται σε αυτές. Αντίθετα, η αντικειμενική υπόσταση της δωροδοκίας/δωροληψίας στον ιδιωτικό τομέα στοιχειοθετείται μόνο όταν η αξιόποινη ενέργεια ή παράλειψη εργαζομένου συνιστά πράξη που ανάγεται στα καθήκοντα του και αντίκειται σε αυτά.

4η διαφορά: Επιχειρηματική δραστηριότητα
Η δωροδοκία/δωροληψία στον ιδιωτικό τομέα είναι αξιόποινη μόνο όταν τελείται στο πλαίσιο επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, κάτι το οποίο δεν απαιτείται σαφώς στο αντίστοιχο υπηρεσιακό αδίκημα. Έτσι, αποκλείονται περιπτώσεις δωροδοκίας/δωροληψίας στα πλαίσια ιδιωτικών σχέσεων. «Μολονότι η επιχειρηματική δράση, σε αντίθεση με την υπηρεσιακή λειτουργία, από τη φύση της υπηρετεί το ιδιωτικό συμφέρον, θεωρήθηκε ότι δεν μπορεί να λειτουργεί με αδιαφάνεια, με άλλα λόγια δηλαδή ότι και τα θέματα διαχείρισης του κοινωνικά παραγόμενου πλούτου ή τα θέματα διαχείρισης και ικανοποίησης των κοινωνικών αναγκών που έχουν ανατεθεί στις ιδιωτικοοικονομικής φύσεως επιχειρήσεις και στους όρους της ελεύθερης αγοράς δεν θα έπρεπε να μείνουν ανεξέλεγκτα και εκτός του χώρου λογοδοσίας»9.

  1. Οι ανωτέρω διαφοροποιήσεις ανταποκρίνονται στη διαφορετικότητα των εννόμων αγαθών που προστατεύουν οι αντίστοιχες διατάξεις, «αφού στον ιδιωτικό τομέα το προστατευόμενο έννομο αγαθό δεν μπορεί να σχετίζεται με τη λειτουργία μιας υπηρεσίας, όπως αυτής του δημοσίου. Η τελευταία ως κρατική λειτουργία με κοινωνική ταυτότητα βρίσκεται εκεί για να υπηρετεί το κοινωνικό σύνολο και πρέπει γι’ αυτό το σκοπό να παρέχει εχέγγυα διαφάνειας, υπευθυνότητας, αντικειμενικότητας και ακεραιότητας»10.

  1. Στη θεωρία έχουν υποστηριχθεί διαφορετικές απόψεις ως προς το έννομο αγαθό που προσβάλλει η πράξη δωροδοκίας/δωροληψίας στον ιδιωτικό τομέα. Βέβαια, είναι κοινός τόπος ότι το όποιο έννομο αγαθό είναι σαφώς διάφορο από αυτό που προσβάλλει η πράξη της υπαλληλικής δωροδοκίας/δωροληψίας, ήτοι την αμερόληπτη λειτουργία της δημόσιας υπηρεσίας ως υπέρτερου κοινωνικού αγαθού11Περαιτέρω, «η δημόσια υπηρεσία είναι ταγμένη στην υπηρέτηση των κοινωνών, ενώ αντίθετα η υπαλληλική δομή μίας ιδιωτικής επιχείρησης υπηρετεί πρώτα και κύρια τα συμφέροντας αυτής. Μία ιδιωτική επιχείρηση δεν είναι υποχρεωμένη να ρυθμίσει καν τη λειτουργία της με βάση τα συμφέροντα του κοινωνικού συνόλου, και όταν τούτο συμβαίνει, συμβαίνει μόνο κατ’ αντανάκλαση, δηλαδή μέσα από την υπηρέτηση των ιδιωτικών συμφερόντων της»12.

  1. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι θεωρίες που υποστηρίχθηκαν, απηχούν τα μοντέλα που επικράτησαν σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου κι εκεί γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ δωροδοκίας/δωροληψίας στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα. Ειδικότερα, έχουν υποστηριχθεί οι κάτωθι απόψεις:

  • Σύμφωνα με μία πρώτη άποψη, που επικράτησε στη Γερμανία, υποστηρίζεται ότι προσβάλλονται η διαφάνεια και οι κανόνες του ελεύθερου ανταγωνισμού, οι οποίοι νοθεύονται με το να αποκτά κανείς μέσω της δωροδοκίας προβάδισμα στην αγορά σε βάρος του κοινωνικού συνόλου και των καταναλωτών13.
  • Σύμφωνα με μία δεύτερη άποψη, υποστηρίζεται ότι ο Έλληνας νομοθέτης υιοθέτησε το μοντέλο της εργασιακής σχέσης προστατεύοντας το έννομο αγαθό του καθήκοντος πίστης και εμπιστοσύνης του εργαζομένου έναντι του εργοδότη του14.
  • Σύμφωνα με μία τρίτη άποψη, υποστηρίζεται ότι «η ποινικοποίηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα δικαιολογείται, όταν δεν αποτελεί απλά μέσο για την καλή εσωτερική λειτουργία των επιχειρήσεων, αλλά όταν η κακή εσωτερική και εξωτερική τους λειτουργία επηρεάζει ή μπορεί να επηρεάσει την περιουσία τους, τον τομέα στον οποίο δραστηριοποιούνται ή τους καταναλωτές, οπότε και αποκτά ουσιαστικό σημείο αναφοράς προς το κοινωνικό σύνολο». Προκειμένου να υπάρξει διακινδύνευση των ανωτέρω αγαθών θα πρέπει η παραβίαση του εργασιακού καθήκοντος «να λειτουργεί ως αιτιακός όρος που θέτει σε κίνηση μια αιτιώδη διαδρομή προσβολής των συγκεκριμένων αγαθών θεμελιώνοντας κατ’ ελάχιστο μια λειτουργική και ανοικτή πηγή κινδύνου γι’ αυτά με αυτοδύναμη εξέλιξη προς την προσβολή τους»15.
  • Σύμφωνα με μία τέταρτη άποψη, υποστηρίζεται ότι «η παραβίαση των συγκεκριμένων καθηκόντων έναντι χρημάτων για να ενισχυθεί μια άλλη επιχείρηση συνιστά αλλοίωση της σχέσης του ιδιωτικού φορέα με τις άλλες επιχειρήσεις. Η σχέση αυτή αλλοιώνεται όταν ο εργαζόμενος, αντί να υλοποιεί τη βούληση του εργοδότη του, υλοποιεί τη βούληση του επιχειρηματία που τον δωροδοκεί και εμφανίζεται έτσι να εργάζεται μόνο για αυτόν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αυτή η «αλλαγή ρόλου» μολύνει το εργασιακό περιβάλλον, αποσταθεροποιώντας τις σχέσεις όχι (μόνο) στο εσωτερικό της επιχείρησης, αλλά στις συναλλαγές της με τους άλλους επιχειρηματίες. Έτσι, ως αντικείμενο προστασίας αναδεικνύεται τελικά η ίδια η επιχείρηση, ως ένα υπαρκτό κοινωνικό μέγεθος ιδιαίτερης σημασίας στις σύγχρονες κοινωνίες, όχι μόνο ως μέσο παραγωγής πλούτου για τους ιδιοκτήτες της, αλλά και ως κοινωνικός χώρος εξασφάλισης εργασίας.16

  1. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4254/2014 με τον οποίο εισήχθη στον Ποινικό Κώδικα, το εν λόγω αδίκημα προστατεύει διαφορετικό έννομο αγαθό σε σχέση με την δωροδοκία δημοσίου υπαλλήλου, πλην όμως εισήχθη στο κεφάλαιο των υπηρεσιακών εγκλημάτων αποκλειστικά και μόνο για πρακτικούς λόγους, δεδομένης και της «ομοιότητας» των εγκληματικών τύπων των ανωτέρω αδικημάτων. Ο νομοθέτης αναφέρει χαρακτηριστικά στην Αιτιολογική Έκθεση του προαναφερθέντος νόμου: «Άρθρο 8: Με το παρόν άρθρο προστίθεται στον Ποινικό Κώδικα νέο κη θη του νικι κανονιστική συναργ τον ΟΗΕ) για ανεπαρκάρθρο 237Β, με το οποίο αντικαθίσταται η νυν ισχύουσα διάταξη του πέμπτου άρθρου του ν. 3560/2007 και παράλληλα ενσωματώνονται στον ΠΚ οι σε αυτήν περιεχόμενες ρυθμίσεις, με τις οποίες η χώρα μας υλοποίησε την υποχρέωση που ανέλαβε, σύμφωνα με το άρθρο 7 της Σύμβασης Ποινικού Δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης, για ποινικοποίηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα17Από την άποψη των υποκειμένων που υπάγονται σε αυτήν, η διάταξη αφορά όσους δεν υπάγονται στα άρθρα 13 και 263 Α ΠΚ, ήτοι δεν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλουΣύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της Σύμβασης, η ποινικοποίηση της σε αυτό περιγραφόμενης συμπεριφοράς επιδιώκει να εξυπηρετήσει τρεις σκοπούς: α) την προστασία της πίστης και της εμπιστοσύνης στις ιδιωτικές συναλλαγές, β) το σεβασμό του υγιούς ανταγωνισμού και γ) τη διατήρηση της ποινικής προστασίας σε τομείς δραστηριοτήτων οι οποίοι μέχρι πρότινος αποτελούσαν αντικείμενο κρατικών παροχών, αλλά μέσω ιδιωτικοποιήσεων μεταφέρονται σταδιακά στη διαχείριση ιδιωτικών επιχειρήσεων. Οι εισαγόμενες ορολογικές τροποποιήσεις επιδιώκουν αφενός να εναρμονίσουν την εν λόγω διάταξη με τις νέες διατυπώσεις των άρθρων 235, 236 και 237 ΠΚ και αφετέρου να αποδώσουν πιστότερα τις επιλογές του υπερεθνικού νομοθέτη. (…) Η διάταξη εισάγεται στο 12ο Κεφάλαιο του Ποινικού Κώδικα, ήτοι αυτό των υπηρεσιακών εγκλημάτων, τα οποία αφορούν καταρχήν την προστασία του δημοσίου εννόμου αγαθού της υπηρεσίας. Όσο και αν η ένταξη της διάταξης στο κεφάλαιο αυτό από συστηματική άποψη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως απολύτως ικανοποιητική, η ομοιότητα της τυποποιούμενης συμπεριφοράς καθιστά το συγκεκριμένο έγκλημα συγγενές προς τα λοιπά αδικήματα δωροδοκίας, παρά την ετερότητα των αντικειμένων προστασίαςΕπιπλέον, ως αυτοτελής, σοβαρός πρακτικός λόγος για την ένταξη του αδικήματος στον ΠΚ θα πρέπει να αναφερθεί και η ανάγκη «ορατότητας» της διατάξεως αυτής από τους εφαρμοστές του ποινικού δικαίου, όπως επισημαίνεται και στη σχετική σύσταση της Ομάδας Κρατών κατά της Διαφθοράς (GRECO) του Συμβουλίου της Ευρώπης.»

  1. Περαιτέρω, στην Αιτιολογική Έκθεση του νέου Ποινικού Κώδικα για τη διάταξη του άρθρου 396 Π.Κ. και για την ένταξη αυτής στο 23ο Κεφάλαιο των εγκλημάτων κατά περιουσιακών αγαθώνμε την οποία αποκαταστάθηκε η συστηματική και ουσιαστική αστοχία του προϊσχύσαντος Ποινικού Κώδικα και απεδείχθη με σαφήνεια η ετερότητα των προστατευόμενων εννόμων αγαθών μετάξυ των αδικημάτων της δωροδοκίας υπαλλήλου και της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, αναφέρονται τα εξής: «Εντάσσεται στο παρόν κεφάλαιο η δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα. Η ένταξή της στα υπηρεσιακά εγκλήματα στον ισχύοντα ΠΚ, μολονότι ιστορικώς εξηγήσιμη, είναι πάντως συστηματικώς αντικανονική, δεδομένου ότι η οικεία εγκληματική συμπεριφορά εκτυλλίσεται αποκλειστικώς στον ιδιωτικό τομέα και δεν έχει σχέση με την δημόσια υπηρεσία. Και ναι μεν είναι αληθές ότι η ένταξή της στο παρόν κεφάλαιο δεν είναι συστηματικώς ορθόδοξη, αφού η βλάβη της περιουσίας δεν αποτελεί στοιχείο της, συγχωρείται εν τούτοις προς αποφυγή δημιουργίας ξεχωριστού κεφαλαίου και εν όψει της ήδη υφιστάμενης διατάξεως του άρθρου 396 ΠΚ για την παρακώλυση συναγωνισμού, η οποία ομοίως, δεν απαιτεί την πρόκληση περιουσιακής βλάβης. Η διάταξη αποδίδει αυτήν του άρθρου 7 της Σύμβασης Ποινικού Δικαίου του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ποινικοποίηση της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα. Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της Σύμβασης, η ποινικοποίηση της σε αυτό περιγραφόμενης συμπεριφοράς επιδιώκει να εξυπηρετήσει τρεις σκοπούς: α) την προστασία της πίστης και της εμπιστοσύνης στις ιδιωτικές συναλλαγές, β) το σεβασμό του υγιούς ανταγωνισμού και γ) τη διατήρηση της ποινικής προστασίας σε τομείς δραστηριοτήτων οι οποίοι μέχρι πρότινος αποτελούσαν αντικείμενο κρατικών παροχών, αλλά μέσω ιδιωτικοποιήσεων μεταφέρονται σταδιακά στη διαχείριση ιδιωτικών επιχειρήσεων

  1. Ειδικότερα, κατά την τυποποίηση των εγκλημάτων της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα ο νομοθέτης επέλεξε ως αντικείμενο προστασίας την υποχρέωση πίστης του εργαζόμενου έναντι του εργοδότη του (δηλαδή του ιδιωτικού φορέα). Στο επίκεντρο των εγκλημάτων αυτών βρίσκεται μια παράνομη συναλλαγή ανάμεσα στον εργαζόμενο στον ιδιωτικό φορέα και σε κάποιον τρίτο. Αντικείμενο της συναλλαγής αυτής, αντικείμενο δηλαδή εξαγοράς, είναι μια μελλοντική ενέργεια ή παράλειψη του εργαζομένου σε ιδιωτικό φορέα κατά παράβαση των καθηκόντων του. Ειδικά όσον αφορά στο αδίκημα της ενεργητικής δωροδοκίας, υφίσταται μια ανταλλακτική σχέση μεταξύ της υπόσχεσης ή παροχής του ανταλλάγματος από τον τρίτο και της μελλοντικής πράξης παράβασης καθήκοντος του εργαζομένου. Η ολοκλήρωση της παράνομης αυτής συναλλαγής (μέσω της σύμπτωσης των βουλήσεων των δύο μερών) δεν είναι απαραίτητη για την κατάφαση του εγκλήματος. Η πρωτοβουλία δε για την πραγματοποίηση της συναλλαγής της δωροδοκίας μπορεί να αναληφθεί από οποιονδήποτε των μερών και είναι αξιόποινη εφόσον πραγματώνεται με κάποιον από τους τρόπους που ορίζονται στο άρθρο πέμπτο του Ν. 3560/2007.18 Περαιτέρω, ο Ν. Μπιτζιλέκης, όπως προαναφέρθηκε, εντοπίζει την απαξία της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα στη νόθευση του ελεύθερου ανταγωνισμού στον χώρο της επιχειρηματικής δραστηριότητας και υπογραμμίζει ότι ο περιουσιακός χαρακτήρας του εγκλήματος είναι έκδηλος, άμεσα συνυφασμένος με τη φύση της επιχειρηματικής δράσης.19 Το μη εξαγοράσιμο της λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα δεν έχει αντίστοιχη απαξία με το μη εξαγοράσιμο της λειτουργίας μιας δημόσιας υπηρεσίας (δηλ. το έννομο αγαθό των διατάξεων για την κλασσική δωροδοκία). Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης τονίζεται συχνά ότι ενώ η δημόσια υπηρεσία οφείλει να υπηρετεί το κοινωνικό σύνολο και πρέπει γι’ αυτόν τον σκοπό να παρέχει εχέγγυα διαφάνειας, υπευθυνότητας, αντικειμενικότητας και ακεραιότητας, στον ιδιωτικό τομέα η υπαλληλική δομή είναι εκεί για να συναλλάσσεται με τους κοινωνούς σε οικονομικό επίπεδο υπηρετώντας τα συμφέροντα της επιχείρησης στην οποία εντάσσεται.20 Ο ιδιωτικός υπάλληλος δεν δρα προς το συμφέρον της ολότητας, αλλά αποκλειστικά προς το συμφέρον του εργοδότη του.21 Ως εκ τούτου, κάποιο γενικότερο συμφέρον της ολότητας (πέραν του συμφέροντος στην προστασία του ανταγωνισμού, σε συγκεκριμένες μόνο περιπτώσεις) για αμερόληπτη διαχείριση από τον ιδιωτικό υπάλληλο των καθηκόντων που του έχει αναθέσει ο εργοδότης απλώς δεν υφίσταται. Οι απαιτήσεις για το θεμιτό της λειτουργίας των ιδιωτικών οικονομικών συναλλαγών, οι οποίες εκ των πραγμάτων βασίζονται στους κανόνες του κέρδους και του ανταγωνισμού, δεν μπορεί να είναι τόσο υψηλές όσο για τον θεσμό της λειτουργίας των δημοσίων υπηρεσιών.22

  1. «Διαφωτιστικό» σε σχέση με το έννομο αγαθό της δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα είναι το υπ’ αριθ. 471/2011 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, σύμφωνα με το οποίο: «Το έγκλημα της ενεργητικής δωροδοκίας στον ιδιωτικό τομέα, αναλυτικότερα, είναι κοινό, αφού δράστης μπορεί να είναι οποιοσδήποτε. Η συμπεριφορά του συνίσταται σε υπόσχεση, προσφορά ή παροχή, άμεσα ή έμμεσα, οποιουδήποτε μη οφειλόμενου ανταλλάγματος ή πλεονεκτήματος σε πρόσωπο που έχει διευθυντική θέση ή εργάζεται με οποιαδήποτε ιδιότητα σε φορείς του ιδιωτικού τομέα (για τον ίδιο ή για τρίτο), για την εξαγορά μιας ενέργειας ή παράλειψης του τελευταίου κατά παράβαση των καθηκόντων του (όπως αυτά προκύπτουν από το νόμο, τη σύμβαση εργασίας, τους εσωτερικούς κανονισμούς, τις εντολές και τις οδηγίες των προϊσταμένων του ή από τη φύση της θέσης του στην υπηρεσία του εργοδότη). Η ενέργεια αυτή ή η παράλειψη του εργαζομένου αποτελεί ταυτόχρονα αντικείμενο της αξιόποινης συναλλαγής και μελλοντικό γεγονός, η δε πράξη θα πρέπει να τελείται κατά την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας. (…). Σκοπός της ποινικοποίησης της ιδιωτικής δωροδοκίας είναι, ως ελέχθη, η προστασία της εμπιστοσύνης και της πίστης που πρέπει να διέπουν τη σχέση εργοδότη-εργαζομένου, η δε φράση "παράβαση καθηκόντων" δεν έχει ως σκοπό την διασφάλιση συγκεκριμένων μόνο συμβατικών καθηκόντων, αλλά του γενικού καθήκοντος πίστης σε σχέση με τις υποθέσεις του εργοδότη-κυρίου της επιχείρησης [βλ. Α Διονυσοπούλου, Σκέψεις για την ενεργητική και παθητική δωροδοκία στον ιδιωτικό τομέα (άρθρο πε