Σάββατο 18 Δεκεμβρίου 2021

ΡΙΦΙΦΙ ΨΥΧΙΚΟΥ: "Δεν είμαι εγώ"


Tην αθωώτητα του διακηρύσσει από τις Φυλακές Τρικάλων, όπου κρατείται ο κατηγορούμενος στην υπόθεση του "χρυσού ριφιφί" στις θυρίδεςΤράπεζας του Ψυχικού Βασίλης Γκουρούσης.

Ο κατηγορούμενος, γιά τη μυθιστορηματική κλοπή τεσσάρων θυρίδων, με πανάκριβα κοσμήματα που ανήκαν σε κυρίες των βορείων προαστίων, δηλώνει θύμα δικαστικής πλάνης και προσφεύγει στο Συμβούλιο Πλημμελειοδικών της Αθήνας, ζητώντας την αποφυλάκιση του.

Στην προσφυγή του, καταλογίζει λάθη και παραλείψεις των Αστυνομικών Αρχών, που έφτασαν στη σύλληψη του μέσω DNA, τον περασμένο Μάρτιο.

Οι "Δικογραφίες" εξασφάλισαν την αίτηση αποφυλάκισης του.

Διαβάστε την:

 ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ

(διά του κ. Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών)


ΥΠΟΜΝΗΜΑ


ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ του Παναγιώτη και της Μαρίας, γεννηθέντος την 27.05.1963 στην Αθήνα, κάτοικου ------ Αττικής, επί της οδού ----- κατόχου του με αρ. -----/Τ.Α. Καισαριανής Α.Δ.Τ., και με ΑΦΜ------- /Δ.Ο.Υ. - ΙΖ’ Αθηνών (πρώην Βύρωνα), ήδη προσωρινά κρατούμενου στο Κ.Κ. Τρικάλων, περί μη εξακολουθήσεως της προσωρινής κράτησης, που μου επεβλήθη με το υπ’αρ 3/26.03.2021 ένταλμα του κου Προέδρου του 12 ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος

Αθηνών

………………………………

Συνελήφθην στις 23.03.2021 από αστυνομικούς της Υποδιεύθυνσης Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και Ιδιοκτησίας της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής και κατόπιν της απολογίας μου ενώπιον του κ. Προέδρου του 12 ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Αθηνών, κρίθηκα προσωρινώς κρατούμενος. Ακολούθως εξεδόθη το υπ’αριθμ. 3/2021 Ένταλμα Προσωρινής Κράτησης και οδηγήθηκα στις Φυλακές Τρικάλων.

Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΟΥΣΙΑΣ

(i). Είμαι 58 ετών, παντρεμένος με την Θέκλα (Τέτα) Καμπουρέλη με την οποία έχω αποκτήσει τρεις γιούς και έχουμε και τρία εγγονάκια. Είμαι επιχειρηματίας και μαζί με την σύζυγό μου δραστηριοποιούμαστε με επιτυχία στον χώρο της αισθητικής και τουκαλλωπισμού, παρέχοντας υπηρεσίες κομμωτικής και περιποίησης νυχιών στο Χαλάνδρι, στην Αθήνα και στην Κηφισιά. Παράλληλα δραστηριοποιούμαι επιχειρηματικά και στον χώρο του θεάτρου ως θεατρικός παραγωγός.

Η κατηγορία εις βάρος μου σύμφωνα με την υποβλητική αναφορά του Τμήματος Εγκλημάτων κατά Ιδιοκτησίας της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής, στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο στην ταυτοποίηση βιολογικού μου υλικού σε συλλεγέν μικτόδείγμα ενός πλαστικού κουτιού που –θεωρητικά– ανευρέθη, χωρίς όμως να κατασχεθεί, εντός της υπ’ αριθμ. 406000014 τραπεζικής θυρίδας στην Τράπεζα Alpha Bank Χαλανδρίου. Στο ίδιο υποκατάστημα η οικογένειά μου διατηρεί ομοίως τραπεζική θυρίδα, στην οποία έχω νομίμως πρόσβαση.

Από την πρώτη στιγμή δήλωσα κατηγορηματικά ότι, ΟΥΔΕΠΟΤΕ είχα έρθει σε άμεση επαφή με το εσωτερικό της θυρίδας υπ’ αριθμ. 406000014 και πως η μόνη εύλογη εξήγηση της ανεύρεσης του βιολογικού μου υλικού στο συγκεκριμένο σημείο, και μάλιστα αναμεμειγμένο με βιολογικό υλικό τουλάχιστον άλλων δύο (2) ατόμων, ήτο η ΔΙΑ ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΑ αυτού από το σημείο όπου πρωτογενώς εναποτέθηκε από εμένα. Και τούτο διότι:

α) Το ανωτέρω δείγμα αποτελεί μικτό βιολογικό υλικό, και όχι αμιγώς δικό μου βιολογικό υλικό, που αποδεικνύει ότι δεν εναποτέθηκε πρωτογενώς από εμένα στο σημείο αυτό, αλλά μεταφέρθηκε δια τρίτου προσώπου από το αρχικό σημείο. Είναι δε αυτονόητο ότι, στο χώρο του θησαυροφυλακίου, όπου νομίμως εισέρχομαι, τόσο εγώ όσο και οι μισθωτές των λοιπών θυρίδων, ερχόμαστε άπαντες σε άμεση σωματική επαφή με κοινές επιφάνειες, όπως η πόρτα εισόδου του θησαυροφυλακίου, τα κοινόχρηστα καθίσματα, το κοινόχρηστο τραπέζι όπου εναποτίθενται τα κουτιά και το περιεχόμενο των θυρίδων, το βιβλίο εισόδου, το στυλό που υπογράφουμε κατά την είσοδο κλπ Ειδικά, δε, η επίμαχη υπ’αριθμ. 406000014 θυρίδα ευρίσκεται ακριβώς δίπλα στο τραπέζι και τα καθίσματα όπου κάθονται οι μισθωτές (πρβλ φωτογραφίες χώρου θησαυροφυλακίου, σελ. 62-63 της από 15.12.2020 Έκθεσης Πραγματογνωμοσύνης). 

Μόλις που πρέπει να αναφερθεί ότι σε περιβάλλον προστατευμένο από καιρικές συνθήκες, υγρασία κλπ όπως ακριβώς ο κλειστός χώρος του θησαυροφυλακίου, το βιολογικό υλικό διατηρείται αναλλοίωτο για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, ακόμα και για χρόνια.

β) Περαιτέρω, το ανωτέρω δείγμα συνελέγη από εσωτερικό σημείο του ως άνω πλαστικού κουτιού, με το οποίο σπάνια θα έρθει σε επαφή κάποιος κατά τη χρήση του κουτιού ή κατά τη μεταφορά του εντός και εκτός της τραπεζικής θυρίδας, καθώς πρόκειται για «τυφλό», δυσπρόσιτο, μη λειτουργικό σημείο (εσωτερική ακμή). Πολλώ δε μάλλον, ακριβώς επειδή πρόκειται για το συγκεκριμένο δυσπρόσιτο σημείο, εκμηδενίζονται οι πιθανότητες να έχουν έρθει σε άμεση πρωτογενή επαφή ΤΡΙΑ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΑ πρόσωπα σε ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΥΣ χρόνους.

Εξάλλου, στις χειρολαβές του επίμαχου κουτιού, ήτοι στο μοναδικό σημείο με το οποίο έρχεται κάποιος αναγκαστικά σε άμεση επαφή προκειμένου να το εξάγει από την θυρίδα και να το εισάγει σε αυτήν, ανευρέθη μίγμα βιολογικού υλικού της μισθώτριας και τρίτου αταυτοποίητου προσώπου, αλλά ΟΧΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ.

Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 17.03.2021 Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΘΕΙ ΔΙΚΟ ΜΟΥ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥΛΙΚΟ ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΛΟΙΠΕΣ ΤΡΕΙΣ ΘΥΡΙΔΕΣ. 

Σύμφωνα, δε, με την 15.12.2020 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, η διάρρηξη των συγκεκριμένων θυρίδων απαιτούσε πολύ επίπονη διαδικασία, και είναι δεδομένο ότι ο δράστης θα άφηνε πίσωτου πλούσιο βιολογικό υλικό.

Ακολούθως, στην από 21.03.2021 Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης αναφέρεται ότι «οι θύρες και στις τέσσερις θυρίδες έχουν υποστεί φθορές και έφεραν επίκτητα ίχνη σε διάφορα σημεία, κυρίως στην πλευρική τους μεταλλική επιφάνεια, προς την πλευρά του ανοίγματός τους, καθώς και στο μεταλλικό κάσωμα. Τα εν λόγω ίχνη προκλήθηκαν από τη χρήση μηχανικού εργαλείου το οποίο εκτιμάται ότι, ήταν κατσαβίδι ενισχυμένου (βαρέως) τύπου… για την πρόκληση τέτοιας μορφής ιχνών κρίνεται ότι, θα πρέπει να επέλθουν επανειλημμένες κρούσεις, με την ταυτόχρονη χρήση εργαλείου τύπου σφυριού (ή παρόμοιου τύπου εργαλείου)».

Είναι προφανώς ΑΔΥΝΑΤΟΝ οι αναφερόμενες στην ως άνω έκθεση ενέργειες του δράστη για την παραβίαση των θυρίδων, να έλαβαν χώρα ΕΝΤΟΣ του ωραρίου λειτουργίας της τράπεζας, και να μην έγιναν αντιληπτές από το προσωπικό αυτής.

Εξάλλου όπως προκύπτει ξεκάθαρα από το βιντεοληπτικό υλικό κατά την διάρκεια των ολιγόλεπτων επισκέψεών μου στην θυρίδα, ακριβώς έξω και δίπλα από τον χώρο του θησαυροφυλακίου στο υπόγειο της Τράπεζας πηγαινοέρχονταν υπάλληλοι της Τράπεζας που ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ να μην άκουγαν τα συνεχή χτυπήματα σε μεταλλική  επιφάνεια που σύμφωνα με την πραγματογνωμοσύνη απαιτούνταν για την παραβίαση των θυρίδων.

γ) Επισημαίνεται ότι, το πλαστικό κουτί στο οποίο ανευρέθη το μίγμα βιολογικού υλικού δεν συμπεριλαμβάνεται στην από 13.11.2020 έκθεση κατάσχεσης της επίμαχης θυρίδας, ούτε στην από 19.3.2021 έκθεση απόδοσης στη μισθώτρια. Αντιθέτως, γίνεται αναφορά σε ένα «σιδερένιο μαύρο κουτί», το οποίο σαφώς δεν σχετίζεται με βιολογικό υλικό. Δηλαδή το επίμαχο πλαστικό κουτί το οποίο συνδέεται άμεσα με το μοναδικό ειςβάρος μου στοιχείο, ΔΕΝ ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ ΣΤΑ ΠΕΙΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑΣ μ αποτέλεσμα να εμποδίζεται η αποτελεσματική άσκηση των υπερασπιστικών μου δικαιωμάτων. Από τα ανωτέρω εγείρονται εύλογα ερωτήματα και υπόνοιες ως προς την αξιοπιστία της μεθοδολογίας που ακολουθήθηκε κατά τη διαδικασία λήψης καιανάλυσης του βιολογικού υλικού και των εν γένει ευρημάτων.

Για τα ανωτέρω ζητήματα υπέβαλα από την πρώτη κιόλας ημέρα ενώπιον του κου Προέδρου την από 26.03.2021 αίτηση διορισμού του γενετιστή δόκτορα Γεωργίου ΦΙΤΣΙΑΛΟΥ ως τεχνικού συμβούλου, προκειμένου να προβεί με επιστημονικά κριτήρια και μεθόδους σε εργαστηριακό έλεγχο, ανάλυση και αξιολόγησή των δεδομένων που είχε στην διάθεσή της η Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών και εισέφερε στην ποινική δικογραφία η προανακριτική αρχή.

(ii). ΕΛΛΕΙΨΗ ΟΙΟΥΔΗΠΟΤΕ ΑΛΛΟΥ ΕΠΙΒΑΡΥΝΤΙΚΟΥ

ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΜΟΥ 

θεωρήθηκε από την αστυνομία ως δήθεν ύποπτη η εκ μέρους μου χρήση καπέλου, χειρουργικής μάσκας και γαντιών, σε μια δήθεν προσπάθειά μου να αποκρύψω την ταυτότητά μου και τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου. Το επιχείρημα αυτό είναι εντελώς ΑΒΑΣΙΜΟ, δεδομένου ότι αφενός μεν καταγράφεται η είσοδός μου στο χώρο του θησαυροφυλακίου κατόπιν επιδείξεως της αστυνομικής μου ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ, αφετέρου την επίμαχη περίοδο (τέλη Οκτωβρίου 2020) η χρήση χειρουργικής μάσκας και η λήψη αυξημένων μέτρων προστασίας σε χώρους ιαρκούς προσέλευσης κοινού ΗΤΑΝ ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ και ΕΠΙΒΕΒΛΗΜΕΝΗ στο πλαίσιο των μέτρων της πολιτείας για την αποφυγή διάδοσης του ιού Covid-19.

Σημειωτέον, λόγω ακριβώς της έξαρσης του ιού, λίγες μόλις ημέρες αργότερα επεβλήθη το δεύτερο lockdown στη χώρα μας (11/2020).

Περαιτέρω, αναφέρεται ως δήθεν ύποπτο το γεγονός ότι έφερα μαζί μου κρεμαστή θήκη φορητού υπολογιστή, στην οποία δήθεν απέκρυψα τα αφαιρεθέντα κλοπιμαία, ενώ σχολιάζεται ομοίως ως ύποπτο και το ότι κρατούσα το παλτό μου στο ίδιο χέρι με τη θήκη.

Και αυτό το επιχείρημα είναι έωλο, διότι αφενός είναι συνήθης στην καθημερινή ζωή η χρήση θήκης ή σακιδίου, αφετέρου είναι ΑΔΥΝΑΤΟΝ ο τεράστιος όγκος των αφαιρεθέντων αντικειμένων από τις θυρίδες να χωρούσε σε μια θήκη λαπτοπ με περιορισμένη χωρητικότητα, ενώ σίγουρα η μεταφορά των αντικειμένων αυτών δεν θα περνούσε απαρατήρητη. Οι ίδιες οι παθούσες δε αναφέρουν ότι το σύνολο των αντικειμένων που τους αφαιρέθηκαν γέμιζαν τουλάχιστον δύο βαλίτσες!!

Σημειωτέον ότι όπως προκύπτει από το βιντεοληπτικό υλικό των επίμαχων επισκέψεών μου στην Τράπεζα την 21 και 22/10.2020, ΑΠΑΝΤΕΣ οι πελάτες και οι εργαζόμενοι φορούν μάσκα στο πρόσωπό τους (υποχρεωτική για τους κλειστούς χώρους λόγω των μέτρων covid-19), ενώ αρκετοί φορούν και γάντια μιας χρήσεως.

Ενώ είναι ΣΑΦΕΣ ότι, όχι μόνο δεν προσπαθώ να αποκρύψω δήθεν τα χαρακτηριστικά του προσώπου μου και τα στοιχεία της ταυτότητας μου (πώς άλλωστε αφού εισέρχομαι στο θησαυροφυλάκειο με την ταυτότητά μου ούτως ή άλλως), αλλά πριν μεταβώ στο υπόγειο της Τράπεζας για να επισκεφθώ την θυρίδα μου, πραγματοποιώ συναλλαγή στο ταμείο όπου και συνομιλώ με τους υπαλλήλους οι οποίοι με γνωρίζουν.

Άπασες οι έρευνες της αστυνομίας στην οικία μου, στην επιχείρηση της συζύγου μου, στο αυτοκίνητό μου και στη μηχανή μου, είχαν ΑΡΝΗΤΙΚΟ αποτέλεσμα καθώς δεν βρέθηκε οιοδήποτε στοιχείο που να με συνδέει με την αποδιδόμενη πράξη. Ακόμα και τα κατσαβίδια οικιακής χρήσης που κατασχέθηκαν, είναι σαφώς διαφορετικού τύπου και μεγέθους από αυτά που περιγράφει ο πραγματογνώμονας στην από 15.12.2020 Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης ότι, χρησιμοποιήθηκαν στη διάρρηξη των τεσσάρων θυρίδων, όπως επιβεβαιώθηκε πανηγυρικώς με την υπ’αρ. 3022/22/684-θ’/14.09.2021 

Συμπληρωματική Έκθεση Εργαστηριακής Πραγματογνωμοσύνης.

Ακόμα και μετά την απολογία μου ΟΛΕΣ οι έρευνες,  που πραγματοποιήθηκαν με παραγγελία του κου Ανακριτή είχαν ΑΡΝΗΤΙΚΟ αποτέλεσμα και ΟΥΔΕΝ στοιχείο επιβαρυντικό προέκυψε.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, υπήρξα στόχος καθημερινής παρακολούθησης «ώστε να εξακριβωθεί η ενεστώσα διεύθυνση κατοικίας [μου], καθώς και τυχόν μέρη που ενδεχομένως να απέκρυπτ[α] τα αφαιρεθέντα αντικείμενα… που ενδεχομένως να προέβαιν[α] σε πώληση των αφαιρεθέντων αντικειμένων προκειμένου να μη βρεθούν στην κατοχή [μου]». Υπήρξα λοιπόν στόχος παρακολούθησης από την αστυνομία με απολύτως ΑΡΝΗΤΙΚΟ αποτέλεσμα, καθώς το μόνο που διαπίστωσαν οι αστυνομικοί ήταν η καθημερινή μετάβασή μου, από τη μόνιμη κατοικία μου στη Βάρη επί της οδού Αμοργού αρ. 3 α προς το κομμωτήριο της συζύγου μου στο Χαλάνδρι, και προς λοιπές επαγγελματικές υποχρεώσεις.

Δεν διαπιστώθηκε ΤΙΠΟΤΑ άλλο, ούτε ύποπτα ραντεβού, ούτε ύποπτες επαφές, ούτε παράλογα έξοδα, ούτε προσπάθεια απόκρυψης ή αποθήκευσης αντικειμένων,

ΟΥΤΕ ΦΥΣΙΚΑ ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΦΥΓΗΣ ΜΟΥ Ή ΠΡΟΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΑΥΤΗΣ.

Επί διάστημα πλέον των έξι μηνών (από τον φερόμενο χρόνο τη κλοπής κατά την προανακριτική αρχή) ΟΥΔΕΝ ΜΕΜΠΤΟΝ ΚΑΙ ΑΞΙΟ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΠΡΟΕΚΥΨΕ εις βάρος μου.

Εντύπωση, τέλος, προξενεί ότι η προανακριτική αρχή μέχρι και τον Μάρτιο του 2021 ότε και με συνέλαβε, ΔΕΝ ΠΡΟΕΒΗ ΣΕ ΣΕΙΡΑ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΞΙΧΝΙΑΣΗ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΔΡΑΣΤΩΝ. 

Συγκεκριμένα, ΔΕΝ ΠΡΟΕΒΗ σε ΚΑΜΙΑ απολύτως έρευνα εις βάρος των ατόμων που είχαν πρόσβαση στο θησαυροφυλάκιο με εξοπλισμό και με απεριόριστο χρόνο χωρίς επιτήρηση. ΔΕΝ ΕΛΗΦΘΗ ΑΠΟ ΚΑΝΕΝΑΝ ΑΛΛΟΝ δείγμα βιολογικούυλικού (ΕΝΩ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ ΑΤAYΤΟΠΟΙΗΤΑ ΟΡΦΑΝΑ ΔΕΙΓΜΑΤΑ), δεν εξετάστηκε ΚΑΘΟΛΟΥ για ποιον λόγο είχε απενεργοποιηθεί ο συναγερμός του θησαυροφυλάκιο τον Σεπτέμβριο του 2020, δεν ελήφθη κατάθεση από τον υπεύθυνο ασφαλείας του συναγερμού.

Αντιθέτως, θεωρήθηκε κρίσιμη για τον χρονικό προσδιορισμό της διάρρηξης η κατάθεση του κου ΙΝΤΖΕΚΩΣΤΑ (κλειδαρά) που τον Σεπτέμβριο του 2020 για 2-3 ώρες άλλαξε 50 κλειδαριές στον χώρο του θυσαυροφυλακίου δίπλα από τις επίμαχες θυρίδες παρουσία υπαλλήλου της Τράπεζας, και ο οποίος σημειωτέον στην πρώτη του κατάθεση

ΑΠΕΚΛΕΙΣΕ το ενδεχόμενο οι θυρίδες να παραβιάστηκαν με κατσαβίδι, καθώς σύμφωνα με την πολυετή εμπειρία του από την εργασία του με κλειδαριές τέτοιου τύπου η «γλώσσα» έσπασε με ανοιχτή την πόρτα της θυρίδας (δηλαδή ο δράστης είχε ανοίξει την πόρτα με κλειδί-passpartout και εν συνεχεία έσπασε την γλώσσα γιαφαίνεται παραβιασμένη).

Όλα τα ανωτέρω ΟΥΔΟΛΩΣ ερευνήθηκαν από την προανακριτική αρχή, ενώ προκαλεί τουλάχιστον ερωτηματικά η συμπληρωματική κατάθεση του αστυνομικού ΝΙΚΟΛΑΟΥ ενώπιον του κ. Ανακριτή ότι, για διάστημα πλέον των 5 μηνών μέχρι την σύλληψή μου και την παράνομη λήψη βιολογικού υλικού υπ’ εμού, ΔΕΝ ΕΛΕΓΧΘΗΚΕ ΚΑΝΕΝΑΣ ΑΛΛΟΣ ΥΠΟΠΤΟΣ.

Συμπερασματικά, εκτός του μικτού δείγματος βιολογικού υλικού (με τους προβληματισμούς που αναφύονται και θα αναφερθώ εκτενώς κατωτέρω), απολύτως ΚΑΝΕΝΑ άλλο στοιχείο δεν υπάρχει εις βάρος μου στην παρούσα δικογραφία ούτε στο συλλεγέν προανακριτικό υλικό αλλά ούτε και στο νέο υλικό που έχει εισφερθεί κατά την ανάκριση το διάστημα των ΕΝΝΕΑ (9) μηνών που είμαι στην φυλα

ΙΙ. ΕΠΙ ΤΟΥ ΑΝΕΥΡΕΘΕΝΤΟΣ ΜΙΚΤΟΥ ΜΙΓΜΑΤΟΣ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΥΛΙΚΟΥ (i) OYΔΕΝ ΕΤΕΡΟ EΠΙΒΑΡΥΝΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΕΚΤΟΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΥΣΗΣ DNA

Η κύρια ανάκριση σε λίγες ημέρες συμπληρώνει εννέα μήνες, χρονικό διάστημα ιδιαίτερα εκτενές, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΕΧΕΙ ΠΡΟΚΥΨΕΙ ΟΥΔΕΝ ΕΠΙΒΑΡΥΝΤΙΚΟ ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΜΟΥ ΣΤΟΙΧΕΙΟ, ΟΥΤΕ ΕΝΙΣΧΥΤΙΚΟ ΤΗΣ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ.

Αντιθέτως από το σύνολο των δεδομένων και αναλύσεων, που από την πρώτη στιγμή αιτήθηκα να μου χορηγηθούν και εν τέλει η Δ.Ε.Ε. απέστειλε με καθυστέρηση τεσσάρων (4) μηνών και αφού αναγκάστηκα να τα αιτηθώ ΔΥΟ φορές δια του κου Ανακριτή, ΠΡΟΚΥΠΤΕΙ ΞΕΚΑΘΑΡΑ ΟΤΙ ΤΟ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΟ ΟΠΟΙΟ ΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ Η ΕΙΣ ΒΑΡΟΣ ΜΟΥ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ, ΚΑΙ ΔΗ Η «ΤΑΥΤΟΠΟΙΗΣΗ» ΤΟΥ ΒΙΟΛΟΓΙΚΟΥ ΜΟΥ ΥΛΙΚΟΥ, ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΣΟΒΑΡΟΤΑΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑΩΣ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ ΤΟΥ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ, όπως θα αναλυθεί κατωτέρω.

Από την πρώτη στιγμή δήλωσα κατηγορηματικά ότι ΟΥΔΕΠΟΤΕ είχα έρθει σε άμεση επαφή με το εσωτερικό της θυρίδας υπ’ αριθμ. 406000014 και πως η μόνη εύλογη εξήγηση της ανεύρεσης του βιολογικού μου υλικού στο συγκεκριμένο σημείο, και μάλιστα αναμεμειγμένο με βιολογικό υλικό τουλάχιστον άλλων δύο (2) ατόμων, ήτο η ΔΙΑ ΤΡΙΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ ΜΕΤΑΦΟΡΑ αυτού από το σημείο όπου πρωτογενώς εναποτέθηκε από εμένα.

Ο ανωτέρω ισχυρισμός μου δεν αποτελούσε ούτε υπερασπιστικό πυροτέχνημα,

ούτε μία μη ρεαλιστική εξήγηση, σε μία προσπάθεία να αρνηθώ –δήθεν- άνευ ετέρου

τις αποδιδόμενες κατηγορίες. Αποτελούσε την μόνη λογική εξήγηση ενός αδίκως

κατηγορηθέντος αθώου ανθρώπου, που από την μία στίγμή στην άλλη βρέθηκε

τυλιγμένος σε μία κόλλα χαρτί από μία προανακριτική αρχή που προσπαθούσε πάση

θυσία να κλείσει την υπόθεση ενεργώντας στα όρια του νόμου ή και μερικές φορές

πάνω από αυτά, όπως προκύπτει απδεδειγμένα από την ίδια την δικογραφία

(ii) ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΠΡΟΑΝΑΚΡΙΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ Δ.Ε.Ε.

Πριν παραθέσω αναλυτικά τα ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝΤΑ αποτελέσματα

του συνόλου των αναλύσεων των δειγμάτων βιολογικού υλικού της Δ.Ε.Ε. (όχι μόνο

της αρχικής ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΤΩΝ ΤΡΙΩΝ ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΩΝ τις οποίες η Δ.Ε.Ε.

ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΑΝΕΦΕΡΕ ότι πραγματοποίησε ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΕΓΧΕΙΡΙΣΕ ΣΤΗΝ

ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ, παρά μόνον όταν επιμόνως ζητήθηκαν υπ’ εμού δια των συνηγόρων

μου και του τεχνικού μου συμβούλου και μάλιστα κατόπιν ΔΥΟ ΑΙΤΗΜΑΤΩΝ μου)

θα πρέπει να γίνει ΣΑΦΗΣ αναφορά στον ΜΗ ΝΟΜΙΜΟ ΤΡΟΠΟ κατά τον οποίο η

προανακριτική αρχή έδρασε και έκανε λήψη βιολογικού μου υλικού ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΟΥ

ΧΟΡΗΓΗΣΕΙ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ για τον διορισμό τεχνικού συμβούλου-όπως ο νόμος

επιβάλλει- ο οποίος θα ήταν παρών κατά την λήψη και ανάλυση του βιολογικού μου υλικού.

Η δε αναφορά ότι το δικαίωμά μου αυτό «παρακάμπτεται» λόγω της αυτόφωρης

διαδικασίας, ΣΑΦΩΣ και ΔΕΝ ΤΥΓΧΑΝΕΙ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ στην δική μου περίπτωση

καθώς ΟΥΤΕ ΑΥΤΟΦΩΡΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΦΑΡΜΟΣΤΗΚΕ ΓΙΑ ΤΗΝ

ΕΡΕΥΝΩΜΕΝΗ ΠΡΆΞΗ ΤΗΣ ΚΛΟΠΗΣ ΟΥΤΕ ΚΑΙ ΣΥΝΕΛΗΦΘΗΝ ΚΑΤΟΠΙΝ

ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ. Η επί ώρες προσαγωγή μου από το πρωί της 23.03.2021

μετατράπηκε σε σύλληψη αργά το βράδυ της ίδιας ημέρας λόγω μίας «δήθεν» δικής μου

απείθειας κατά την προσαγωγή μου (πρακτική δυστυχώς συνήθης από τις προανακριτικές

αρχές σε μη αυτόφωρα αδικήματα για να προβούν σε σύλληψη).

Συνεπώς, ΔΕΝ ΣΥΝΕΛΗΦΘΗΝ για την διακεκριμένη κλοπή την 23.03.2021

(δεν ήτο δυνατό άλλωστε αφού η πράξη είχε τελεστεί μήνες πριν και σαφώς είχε

παρέλθει το αυτόφωρο ούτε είχε εκδοθεί εις βάρος μου ένταλμα σύλληψης). Επομένως,

η λήψη βιολογικού υλικού ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΜΟΥ ΔΟΘΕΙ προθεσμία για διορισμό Τεχνικού

Συμβούλου ήταν ΜΗ ΝΟΜΙΜΗ και δεν δικαιολογείται ΟΥΤΕ ΚΑΤ’ ΕΞΑΙΡΕΣΗ

λόγω της -δήθεν- αυτόφωρης διαδικασίας, που δεν αφορούσε την διερευνώμενη πράξη

της διακεκριμένης κλοπής για την οποία ζητήθηκε η ανάλυση του βιολογικού υλικού,


9


(iii) ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ ΓΕΝΕΤΙΣΤΗ ΔΡ. ΦΙΤΣΙΑΛΟΥ

Απόλυτη, δε, επιβεβαίωση αυτού που εξ αρχής βροντοφωνάζω αποτελεί στο

σύνολό της η από 29.06.2021 Έκθεση του διορισθέντος υπ’εμού τεχνικού μου

συμβούλου δρ. Γεωργίου ΦΙΤΣΙΑΛΟΥ.

Στην ενότητα υπό τίτλο «Β. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΕΥΡΥΜΑΤΩΝ DNA»

στην σελίδα 6 επ. της ανωτέρω Έκθεσης λαμβάνει χώρα η ανάλυση του συνόλου των

δειγμάτων βιολογικού υλικού της παρούσας ποινικής υπόθεσης από την εξειδιεκευμένη

ομάδα του Δρ. ΦΙΤΣΙΑΛΟΥ τόσο σε επίπεδο εργαστηριακού ελέγχου (ποσότητα,

ταυτοποίηση κλπ) όσο και σε επίπεδο ερμηνείας. Ειδικότερα:

- Αρχικώς στην υποενότητα «Β1. Ιεραρχία Υποθέσεως Εργασίας-Επίπεδα

Ερμηνείας» γίνεται αναφορά στην θεμελιώδη «ιεραρχία των υποθέσεων εργασίας» σε

επίπεδο α) πηγής (υπό-πηγής, υπό-υπό-πηγής), β) ενέργειας και γ) ενοχής. [σελ. 6,7

Έκθεσης]

-Ακολούθως. στην υποενότητα «Β2. Χαμηλή ποσότητα γενετικού υλικού και

ερμηνεία αποτελεσμάτων» γίνεται ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ αναφορά στην παρούσα δικογραφία

για την (ελάχιστη) ποσότητα του ανευρεθέντος μικτού δείγματος βιολογικού υλικού,

στοιχείο που η Δ.Ε.Ε. ουδόλως αναφέρει στην Έκθεσή της. Η δε (μικρή) ποσότητα του

αναλυθέντος μικτού βιολογικού μίγματος και αντιστοίχως η ακόμια πιο μικρή

ποσότητα του δικού μου βιολογικού υλικού στο ανωτέρω μικτό μίγμα, ΕΧΕΙ

ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ τόσο ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΑΝΑΛΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΡΜΗΝΕΙΑΣ, όσο

και ΣΕ ΕΠΙΠΕΔΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ, είναι δε ΠΟΛΥ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΕΣ ΟΙ

ΟΔΗΓΙΕΣ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΔΙΚΤΥΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΩΝ (ENFSI) προς τα εγκληματολογικά εργαστήρια για την ανάλυση και

ερμηνεία των δεδομένων που αφορούν μικρές ποσότητες δειγμάτων βιολογικού υλικού,

όπως προκύπτει εκτενώς στην από 29.06.2021 Έκθεση του Δρ. ΦΙΤΣΙΑΛΟΥ.

Ειδικότερα: [σελ.8-9] «Κατόπιν αιτήματός μου προς το ΤΑΒΥ-ΔΕΕ σχετικά με την αποστολή

των πρωτογενών εργαστηριακών δεδομένων, ενημερώθηκα για την ποσότητα γενετικού

υλικού που εξήχθη από τα Εργ. Πειστήρια 1-14 από όπου και διαπίστωσα ότι ήταν πάρα πολύ

χαμηλή για το σύνολο των πειστηρίων. Λόγω της χαμηλής ποσότητας, το ΤΑΒΥ προχώρησε

στη γενετική ανάλυση μόνο των 3 πειστηρίων με τη μεγαλύτερη ποσότητα γενετικού υλικού

(9,11 και 24pg/μl) ενώ τα υπόλοιπα πειστήρια δεν αξιοποιήθηκαν καθώς η ποσότητα δεν

ξεπερνούσε τα 1,6 pg/μl. Αξίζει να σημειωθεί ότι η ποσότητα γενετικού υλικού ενός

κυττάρου είναι μόλις 6pg. Αυτό σημαίνει ότι η συνολική ποσότητα του γενετικού υλικού


10


που απομονώθηκε από τα Εργ. Πειστήρια 8, 11 και 12 ήταν εξαιρετικά χαμηλή και

αντιστοιχεί σε 240, 120 και 92 κύτταρα αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τις οδηγίες του Ευρωπαϊκού Δικτύου Εγκληματολογικών Ινστιτούτων

ENFSI το οποίο εκδίδει οδηγίες για την ορθή λειτουργία των εγκληματολογικών εργαστηρίων,

όταν η ποσότητα γενετικού υλικού που απομονώνεται από ένα πειστήριο είναι πολύ χαμηλή -

όπως στην περίπτωση των παραπάνω πειστηρίων - τότε στα πλαίσια των

πραγματογνωμοσυνών που περιλαμβάνουν εκτιμήσεις (LR; evaluative reporting), τα

αποτελέσματα των αναλύσεων δε θα πρέπει να ερμηνεύονται σε επίπεδο «πηγής» - δηλαδή

«σε ποιόν ανήκει το DNA» - αλλά σε επίπεδο «ενέργειας» - δηλαδή «πώς βρέθηκε εκεί» -

καθώς δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο, το γενετικό υλικό που ανιχνεύεται να έχει

μεταφερθεί στη σκηνή ενός εγκλήματος μέσω μιας ενδιάμεσης επιφάνειας ή ατόμου

(δευτερογενής μεταφορά) ή να προϋπήρχε στο χώρο πριν διαδραματιστούν τα γεγονότα που

εξετάζουμε. Η λανθασμένη ερμηνεία τέτοιων αποτελεσμάτων μπορεί να έχει αντίκτυπο

στην κατανόηση των αποτελεσμάτων σε σχέση με τις εικαζόμενες ενέργειες. Στην υπ’

αριθμόν 3022/9/20-3836-ιγ έκθεση εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, η ερμηνεία

των αποτελεσμάτων έχει πραγματοποιηθεί αποκλειστικά στο επίπεδο της πηγής χωρίς

καμία αναφορά στο επίπεδο της ενέργειας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το Τμήμα

Ανάλυσης Βιολογικών Υλικών της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών είναι μέλος

του ENFSI και ως εκ τούτου οφείλει να εφαρμόζει τις σχετικές οδηγίες.

Η ανάγκη μετάβασης της ερμηνείας των αποτελεσμάτων από το επίπεδο της πηγής στο

επίπεδο της ενέργειας στην περίπτωση των πολύ χαμηλών ποσοτήτων γενετικού υλικού,

οφείλεται στην ολοένα αυξανόμενη ευαισθησία των εργαστηριακών μεθόδων η οποία οδηγεί

στην ανίχνευση πολύ μικρών ποσοτήτων γενετικού υλικού που έχουν εναποτεθεί σε μια

επιφάνεια, χωρίς αυτές να συνδέονται με τα υπό εξέταση γεγονότα. Πολλές φορές, το άτομο

που ανιχνεύεται δεν έχει έρθει σε επαφή με την επιφάνεια στην οποία βρέθηκε το γενετικό του

υλικό ή δεν έχει βρεθεί καν στον ίδιο χώρο. Η ανίχνευση ενός μη σχετικού γενετικού υλικού

αποτελεί μεγάλο κίνδυνο για την εσφαλμένη σύνδεση αθώων ατόμων με τη σκηνή ενός

εγκλήματος καθώς η ταυτοποίηση ενός ατόμου (επίπεδο πηγής) και μάλιστα συχνά με ισχυρές

ενδείξεις στατιστικής πιθανότητας, οδηγεί τους Δικαστές να θεωρήσουν ότι ισοδυναμεί με την

τέλεση της πράξης (επίπεδο ενέργειας) κάτι που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ισχύει. Η

ταύτιση του επιπέδου πηγής με το επίπεδο ενέργειας αποτελεί παραβίαση της ιεραρχίας των

υποθέσεων εργασίας καθώς οποιοδήποτε συμπέρασμα εξάγεται σε ένα επίπεδο δεν μπορεί να

επεκταθεί σε ένα άλλο. Δυστυχώς δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι Δικαστικές Αρχές

έχουν άθελά τους παραπλανηθεί από τέτοιες εσφαλμένες ερμηνείες εργαστηριακών

αποτελεσμάτων και έχουν οδηγηθεί στην καταδίκη αθώων ανθρώπων».


11


- Εν συνεχεία στην υποενότητα «Β3. Μηχανισμοί μεταφοράς και εναπόθεσης

γενετικού υλικού» γίνεται εκτενής αναφορά με αντίστοιχες βιβλιογραφικές πηγές στον

τρόπο που μπορεί να μετφερθεί το βιολογικό υλικό, είτε πρωτογενώς είτε και σε

δεύτερο, τρίτο και τέτρτο επίπεδο, ισχυρισμός που ενώ χλευάστηκε από αρκετούς όταν

διατυπώθηκε από εμένα (ΜΗ ΕΙΔΙΚΟΥΣ φυσικά) έχει ΑΠΟΛΥΤΗ

ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ. [σελ. 8-13 Έκθεσης]

- Στην πλέον σημαντική υποενότητα «Β4. Αξιολόγηση των ευρυμάτων ανάλυσης

DNA» με απόλυτα επιστημονικά τεκμηριωμένη μέθοδο και επιχειρηματολογία

λαμβάνει χώρα η αξιολόγηση των ευρυμάτων ανάλυσης του βιολογικού υλικού [σελ.

14-24 Έκθεσης]. Ειδικότερα: «Το Εργ. Πειστήριο 12 αποτελεί δείγμα σάρωσης των

εσωτερικών ακμών πλαστικού κιβωτίου που βρίσκεται εντός της θυρίδας 14. Το γενετικό

υλικό που απομονώθηκε από το πειστήριο υπεβλήθη σε γενετική ανάλυση για τον

προσδιορισμό του γενετικού προφίλ του ατόμου ή των ατόμων από τα οποία προέρχεται. Η

γενετική ανάλυση έδωσε ένα μεικτό γενετικό προφίλ το οποίο αντιστοιχεί σε 3 κατ’ ελάχιστον

άτομα. Για το μεικτό γενετικό προφίλ πραγματοποιήθηκε στατιστική ανάλυση από την οποία

προέκυψε ότι είναι 15,769Ε+18 φορές πιο πιθανό το εν λόγω μείγμα να προέρχεται από τη

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Σμαρώ-Μιράντα, τον ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ Βασίλειο και ένα ακόμα άγνωστο άτομο,

παρά από 3 άγνωστα άτομα.

Για την ενδελεχή μελέτη του αποτελέσματος της ανάλυσης του Εργ. Πειστηρίου 12,

ζητήθηκαν από το ΤΑΒΥ τα πρωτογενή δεδομένα από τα οποία προκύπτει ότι από το

πειστήριο απομονώθηκε πάρα πολύ μικρή ποσότητα γενετικού υλικού, με συγκέντρωση 9,2

pg/μl ενώ για τη γενετική ανάλυση χρησιμοποιήθηκαν 162 pg. Σύμφωνα με την Διεθνή

Επιστημονική Κοινότητα, τα δείγματα που έχουν τόσο πολύ χαμηλές ποσότητες, εμπίπτουν σε

μία ειδική κατηγορία δειγμάτων που ονομάζονται «χαμηλού αριθμού αντιγράφων» (LCN-Low

Copy Number) και απαιτούν ιδιαίτερη προσοχή κατά την ερμηνεία των αποτελεσμάτων της

ανάλυσής τους επειδή:

α) Εμφανίζουν πολλά στοχαστικά φαινόμενα (ανισορροπία μεταξύ των αλληλίων,

αλληλικό αποκλεισμό/ένθεση, αυξημένη ένταση αλληλίων σε θέση stutter) και επομένως

απαιτούνται επαναληπτικές αναλύσεις για την επικύρωση των γενετικών προφίλ. Στην

περίπτωση του Εργ. Πειστηρίου 12, ενώ στα συμπληρωματικά έγγραφα που

προσκομίστηκαν αναφέρεται ότι έχει πραγματοποιηθεί και επαναληπτική ανάλυση PCR,

στον φάκελο των πρωτογενών εργαστηριακών δεδομένων περιλαμβάνεται ΜΟΝΟ μία

ανάλυση. Ως εκ τούτου το αποτέλεσμα αντιμετωπίζεται με επιφύλαξη.


12


β) Λόγω της χαμηλής ποσότητας, τα γενετικά υλικά που ανιχνεύονται δεν αποκλείεται

να έχουν εναποτεθεί στα σημεία από τα οποία συλλέχθηκαν μέσω μηχανισμών δευτερογενούς

μεταφοράς και όχι μέσω άμεσης επαφής των ατόμων με αυτά. Για αυτό το λόγο η

επιστημονική κοινότητα προτείνει τέτοιου είδους δείγματα να χρησιμοποιούνται μόνο για την

ταυτοποίηση αγνοούμενων και ανθρώπινων απομειναρίων ή ως κατευθυντήριοι άξονες στις

έρευνες ενώ κάθε άλλη χρήση τους απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή.

Οι πραγματογνωμοσύνες που περιλαμβάνουν αναλύσεις δειγμάτων LCN οφείλουν

να περιλαμβάνουν και σαφή περιγραφή των περιορισμών από τη χρήση τέτοιων

δειγμάτων κάτι που δεν έχει συμβεί στην υπ’ αριθμόν 3022/9/20-3836-ιγ έκθεση

εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης.».

Και συνεχίζει ως προς τον σχολιασμό του ηλεκτροφερογράμματος / γενετικού

προφίλ : «Η μελέτη των μεικτών γενετικών προφίλ σε επίπεδο ηλεκτροφερογράμματος και όχι

απλής αποτύπωσης των αλληλίων στους πίνακες των αποτελεσμάτων των εκθέσεων

εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης, παρέχει τη δυνατότητα παρατήρησης του ποσοστού

συνεισφοράς κάθε δότη (κύριοι και δευτερεύοντες δότες).

Από τη μελέτη του μεικτού γενετικού προφίλ του Εργ. Πειστηρίου 12 προκύπτει ότι τα

γενετικά στοιχεία που είναι συμβατά με το γενετικό προφίλ της ιδιοκτήτριας της θυρίδας

εμφανίζουν μεγαλύτερη ένταση σήματος (υψηλότερες κορυφές αλληλίων) και αποτελούν τον

δότη της κύριας συνεισφοράς στους περισσότερους γενετικούς δείκτες. Αντίστοιχα, τα γενετικά

στοιχεία που είναι συμβατά με το γενετικό προφίλ του ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ Βασιλείου αλλά και τα

επιπλέον αταυτοποίητα γενετικά στοιχεία που ανιχνεύονται αποτελούν τη συνεισφορά

χαμηλότερης ποσότητας, δηλαδή τη δευτερεύουσα συνεισφορά. Αυτό σημαίνει ότι, η πολύ

μικρή ποσότητα γενετικού υλικού που ανιχνεύθηκε στο Εργ. Πειστήριο 12 (9pg/μl)

αποτελείται κυρίως από το γενετικό υλικό που είναι συμβατό με την ιδιοκτήτρια της θυρίδας,

ενώ η ποσότητα γενετικού υλικού που αποδίδεται στον ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ Βασίλειο αποτελεί ένα

μικρό μέρος αυτής, και με βάση το γενετικό προφίλ εκτιμάται ότι αντιστοιχεί περίπου στο 1/3

της συνολικής ποσότητας δηλαδή σε ~20-30 κύτταρα.

Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι για την ποσοτικοποίηση των δειγμάτων

χρησιμοποιείται το κιτ Quantifiler Trio, το οποίο μετρά ξεχωριστά το συνολική ποσότητα

γενετικού υλικού και την συνολική ποσότητα που προέρχεται μόνο από αρσενικά άτομα . Στην

περίπτωση του Εργ. Πειστηρίου 12 όπου το μεικτό γενετικό υλικό αποτελείται από γενετικά

στοιχεία που αποδίδονται στην ιδιοκτήτρια (θηλυκό άτομο) και στον ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ Βασίλειο

(αρσενικό άτομο), (ενώ τα επιπλέον αταυτοποίητα γενετικά στοιχεία είναι αμελητέας

ποσότητας) τα δεδομένα από τη χρήση αυτού του κιτ θα μπορούσαν να αποκαλύψουν τις


13


σχετικές ποσότητες. Παρόλα αυτά, από τη Δ.Ε.Ε. προσκομίστηκε στον Τεχνικό Σύμβουλο

μόνο η συνολική ποσότητα του γενετικού υλικού και όχι η ποσότητα που προέρχεται από τα

αρσενικά άτομα και ως εκ τούτου η εκτίμηση σχετικά με την ποσότητα του γενετικού

υλικού/κυττάρων του ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ Βασίλειου προέκυψε από την συνολική ποσότητα

γενετικού υλικού και την αναλογία των γενετικών στοιχείων των 2 ατόμων.

Σχετικά με τα επιπλέον γενετικά στοιχεία που ανιχνεύονται στο μεικτό γενετικό προφίλ

και παραμένουν αταυτοποίητα, ο αριθμός τους είναι πολύ μικρός με αποτέλεσμα να μην

μπορούν να συστήσουν αξιοποιήσιμο γενετικό προφίλ. Αυτό που μπορεί να διαπιστωθεί

παρόλα αυτά, είναι το γεγονός ότι δεν μπορούν να αποδοθούν στον γιό της ιδιοκτήτριας ο

οποίος ήρθε επίσης σε επαφή με το κουτί όπως περιγράφεται στις καταθέσεις καθώς στους

δείκτες που ανιχνεύονται παρατηρούνται 2 επιπλέον αλλήλια από τα 2 αλλήλια της

ιδιοκτήτριας. Επειδή ο γονέας και το βιολογικό του τέκνο μοιράζονται εξ ορισμού

τουλάχιστον ένα αλλήλιο, η παρουσία και των δύο θα είχε σαν αποτέλεσμα την ανίχνευση 3

και όχι 4 αλληλίων. Συνεπώς, είτε πρόκειται για αλλήλια έτερου αταυτοποίητου ατόμου ή αν

κάποιο από αυτά προέρχεται πράγματι από το τέκνο της ιδιοκτήτριας, τότε το άλλο προέρχεται

από έτερο αταυτοποίητο άτομο (παρουσία τουλάχιστον 4 ατόμων). Δυστυχώς, όπως

αναφέρθηκε και παραπάνω, ο χαμηλός αριθμός των αταυτοποίητων αλληλίων δεν επιτρέπει

τη στατιστική ανάλυση για τον έλεγχο των παραπάνω υποθέσεων εργασίας»

- Τέλος, υψίστης, σημασίας, και ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ του ισχυρισμού

μου είναι και η σύνοψη της Τεχνικής Έκθεσης στην υποενότητα «Γ.Συμπεράσματα»

σύμφωνα με την οποία η ανεύρεση της πολύ μικρής ποσότητας βιολογικού μου υλικού

(20-30 κύτταρα) σε μίγμα βιολογικού υλικού στο εργαστηριακό πειστήριο 12

πιθανότατα οφείλεται σε τυχαία μη σχετική με την κλοπή εναπόθεση και σε κάθε

περίτπωση η πολύ αυτή μικρή ποσότητα δεν μπροεί να θερωρηθεί επαρκές στοιχείο

συσχέτισης [σελ. 25-28 Έκθεσης] «Ο κατηγορούμενος, ΓΚΟΥΡΟΥΣΗΣ Βασίλειος, ως

μισθωτής θυρίδας στην τράπεζα που έλαβαν χώρα οι κλοπές, επισκέπτεται κατ’ εξακολούθηση

το χώρο από την πρώτη μέρα της μίσθωσης, αφήνοντας μεγάλες ποσότητες γενετικού υλικού

τόσο στις επιφάνειες με τις οποίες έρχεται σε επαφή όσο και στον περιβάλλοντα χώρο

γενικότερα. Το υλικό που εναποτίθεται στις επιφάνειες αποσυνδέεται από τον ίδιο και στη

συνέχεια ακολουθεί τη δική του ανεξάρτητη πορεία μεταφερόμενο σε άλλα τυχαία σημεία από

άλλα άτομα ή αντικείμενα που έρχονται σε επαφή με τα σημεία της αρχικής εναπόθεσης.

Εξίσου πιθανή με τη μεταφορά του γενετικού υλικού στους κοινόχρηστους χώρους της

αίθουσας είναι και η μεταφορά του στους προσωπικούς χώρους εντός των θυρίδων από τα

χέρια των ιδιοκτητών τους ή από αντικείμενα που εξέρχονται των θυρίδων και έρχονται σε

επαφή με τους κοινόχρηστους χώρους και στη συνέχεια επανατοποθετούνται στο εσωτερικό.


14


Ως εκ τούτου, είναι απολύτως αναμενόμενο να βρεθεί γενετικό υλικό του ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ

Βασιλείου εντός της αίθουσας των θυρίδων, τόσο στα σημεία με τα οποία ο ίδιος έχει έρθει σε

επαφή όσο και σε οποιοδήποτε άλλο σημείο της αίθουσας έχει ακουμπήσει ανθρώπινο χέρι ή

αντικείμενο και το οποίο έχει μεταφέρει εκεί το γενετικό του υλικό, ακόμα και αν ο ίδιος δεν

το έχει αγγίξει ποτέ. Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει στο γεγονός ότι, από το σύνολο των 14

πειστηρίων που συλλέχθηκαν, ο ΓΚΟΥΡΟΥΣΗΣ Βασίλειος ανιχνεύεται σε ένα μόνο πειστήριο

και μάλιστα εντός μεικτού γενετικού υλικού τουλάχιστον 3 ατόμων, με τη συνεισφορά ενός

εξαιρετικά μικρού αριθμού κυττάρων. Τα άτομα που συνδέονται με τη σκηνή ενός εγκλήματος

συνήθως ανιχνεύονται σε πολλαπλά σημεία, γεγονός που αποτελεί ισχυρή ένδειξη της

σχετικότητας της ανίχνευσής τους. Αντίθετα, μια μοναδική ανίχνευση - και δεδομένης της

ελάχιστης ποσότητας βιολογικού υλικού από την οποία προέρχεται – αποτελεί συνήθως τυχαία

παρατήρηση και αποδίδεται σε φαινόμενα δευτερογενούς μεταφοράς γενετικού υλικού. Η

ανίχνευση του ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ Βασιλείου στο Εργ. Πειστήριο 12, αλλά και σε οποιοδήποτε

άλλο σημείο της αίθουσας, δεν μπορεί να συνδεθεί με κάποια συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Το γενετικό υλικό μπορεί να έχει εναποτεθεί σε οποιοδήποτε χρόνο από την αρχική του

επίσκεψη έως την ημέρα που λήφθηκε δείγμα προς ανάλυση (παρκαρισμένο DNA). Η

εναπόθεση μπορεί να έχει γίνει και από την ίδια την ιδιοκτήτρια της θυρίδας σε κάποια από

τις επισκέψεις της (συμπεριλαμβανομένης και της τελευταίας στις 13/11/20) μεταφέροντας το

γενετικό υλικό του ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ Βασιλείου και ενός τουλάχιστον επιπλέον ατόμου, από τον

εξωτερικό χώρο στο εσωτερικό της θυρίδας. Αφού λοιπόν η ανίχνευση του ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ

Βασιλείου σε οποιοδήποτε σημείο της αίθουσας, ακόμα και στο εσωτερικό των θυρίδων, είναι

άκρως αναμενόμενη λόγω υψηλής πιθανότητας μεταφοράς του γενετικού του υλικού, η

ερμηνεία των αποτελεσμάτων δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να παραμείνει στο επίπεδο της

«πηγής» αλλά οφείλει να μεταφερθεί στο επίπεδο της «ενέργειας» και να εκτιμηθεί αν ο ίδιος

διέρρηξε τις θυρίδες και έκλεψε το περιεχόμενο ή όχι. Για τον σκοπό αυτό, διατυπώνονται οι

παρακάτω παρατηρήσεις:

1) Από τα ευρήματα της ανάλυσης δεν προκύπτει ότι το γενετικό υλικό του

ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ Βασιλείου προέρχεται από κάποιο συγκεκριμένο σωματικό υγρό (π.χ. αίμα,

σάλιο) γεγονός που θα μπορούσε να παραπέμψει σε συγκεκριμένες ενέργειες του ιδίου.

Επιπλέον, η χαμηλή ποσότητα γενετικού υλικού αποτελεί ένδειξη ότι δεν προέρχεται από

την άμεση εναπόθεση κάποιου σωματικού υγρού (π.χ. αίμα, σάλιο, ιδρώτας κτλ) καθώς

οι σωματικές εκκρίσεις είναι υλικά πλούσια σε DNA.

2) Το γενετικό υλικό που απομονώθηκε είναι μεικτό, προέρχεται δηλαδή από

περισσότερα του ενός άτομα, και εκτός από την ιδιοκτήτρια της θυρίδας και τον

ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ Βασίλειο, ανιχνεύονται γενετικά στοιχεία ενός τουλάχιστον επιπλέον ατόμου


15


για το οποίο είναι αδύνατο να γνωρίζουμε αν ήρθε σε επαφή με το πειστήριο ή αν πρόκειται

επίσης για υλικό που έχει μεταφερθεί εκεί από άλλο άτομο ή αντικείμενο.

3) Από τα αποτελέσματα της ανάλυσης του Πειστηρίου 12 δεν μπορεί να εξαχθεί

κανένα συμπέρασμα σχετικά α) με τον τρόπο εναπόθεσης του γενετικού υλικού αν δηλαδή

εναποτέθηκε μέσω άμεσης επαφής ή μέσω μηχανισμών δευτερογενούς μεταφοράς και β) με το

χρόνο εναπόθεσης, αν δηλαδή η εναπόθεση είναι πρόσφατη και συμπίπτει χρονικά με τη

διάπραξη της κλοπής ή αν είναι προγενέστερη αυτής.

4) Το γενετικό υλικό του ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ Βασιλείου δεν έχει ανιχνευθεί σε καμία

άλλη από τις θυρίδες που διαρρήχθηκαν αλλά και σε κανένα άλλο σημείο της θυρίδας

στην οποία ανιχνεύθηκε. Το γεγονός αυτό συνηγορεί υπέρ της τυχαιότητας της

ανίχνευσης του κατηγορουμένου στο Πειστήριο 12 καθώς αν ο ίδιος εναπόθεσε το γενετικό

του υλικό μέσω άμεσης επαφής, θα είχε ανιχνευθεί και σε άλλα σημεία τα οποία ακούμπησε.

Συνοψίζοντας τις παραπάνω παρατηρήσεις, η ανίχνευση του ΓΚΟΥΡΟΥΣΗ

Βασιλείου στο Εργ. Πειστήριο 12, εντός μικτού γενετικού υλικού τουλάχιστον 3 ατόμων,

με συνεισφορά εξαιρετικά χαμηλής ποσότητας κυττάρων, σε χώρο όπου είναι

αναμενόμενη η εναπόθεση του υλικού του και χωρίς παράλληλη ανίχνευσή του σε άλλα

πειστήρια, όχι μόνο δεν αποκλείει την πιθανότητα να είναι προϊόν μεταφοράς, αλλά

συνηγορεί ισχυρά υπέρ της τυχαίας και μη σχετικής με την κλοπή, ανίχνευσης και

επιβάλλεται να ληφθεί υπόψη από τις Δικαστικές Αρχές στην τελική τους απόφαση.»


16


(iv) ΑΔΥΝΑΜΙΑ ΕΠΑΝΕΛΕΓΧΟΥ ΛΟΓΩ ΕΞΑΝΤΛΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ


Κατόπιν της από 26.03.2021 αιτήσεώς μου περί διορισμού τεχνικού συμβούλου

και διενέργειας ανακριτικών πράξεων και του με ημερομηνία 26.03.2201 αιτήματος

του τεχνικού συμβούλου μου κου ΦΙΤΣΙΑΛΟΥ που κατέθεσα ενώπιων του κ.

Ανακριτή την ημέρα της απολογίας μου, ο τελευταίος απέστειλε προς την Διεύθυνση

Εγκληματολογικών Ερευνών και την Υποδιεύθυνση Δίωξης Εγκλημάτων κατά Ζωής και

Ιδιοκτησίας το με αρ. πρωτ. 252/22.04.2021 έγγραφό του.

Σε απάντηση του ανωτέρω εγγράφου η Δ.Ε.Ε. απέστειλε το με αρ. πρωτ.

3022/9/20-3836-κ΄ από 28.04.2021 έγγραφο της με συνημμένους δύο ψηφιακούς δίσκους

ενώ το Τμήμα Εγκλημάτων κατά Ιδιοκτησίας της ΥΔΕΖΙ απέστειλε το με αρ. πρωτ.

1052/3/5413-ξε από 26.05.2021.

Σημειωτέον αν και ζητήθηκαν ρητώς με το από 26.03.2021 έγγραφο-αίτημα του

τεχνικού μου συμβούλου «το σύνολο των πρωτογενών ηλεκτρονικών αρχείων

ηλεκτροφερογραμμάτων (.fsa ή.hid) για τα εργαστηριακά πειστήρια 1-14 και τα συγκριρικά

δείγματα TR1-2, συνοδευόμενα από τα δείγματα ελέγχου(extraction neagative, PCR positive,

PCR negative) και από τα αντίστοιχα δείγματα LADDER» (υπό στοιχείο 8) η Δ.Ε.Ε.

προσεκόμισε μόνο τα πρωτογενή εργαστηριακά δεδομένα/ηλεκτροφερογράμματα ΚΑΙ

ΟΧΙ ΤΑ ΑΡΧΕΙΑ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΩΝ ΑΝΑΛΥΣΕΩΝ.

Εν συνεχεία με την από 29.06.2021 αίτησή μου [αφού έλαβα αντίγραφα των

ανωτέρω εγγράφων περί τα τέλη Μαΐου (μετά την απάντηση του ΥΔΕΖΙ)] μεταξύ άλλων

ΑΙΤΗΘΗΚΑ ΕΚ ΝΕΟΥ να μου δοθούν τα ηλεκτρονικά αρχεία των επαναληπτικών

αναλύσεων PCR, τα οποία η Δ.Ε.Ε. δεν μου προσκόμισε ως όφειλε ΑΝ ΚΑΙ

ΖΗΤΗΘΗΚΑΝ ΡΗΤΩΣ.

Με το υπ’αρ. πρωτ. 3022/9/20-3836-κδ’/28.07.2021 έγγραφο της η Δ.Ε.Ε. εν τέλει

μετά από 4 μήνες (!!) προσεκόμισε τα αρχεία των επαναληπτικών αναλύσεων PCR σε δύο

ψηφιακούς δίσκους χωρίς να προβαίνει ΣΕ ΚΑΜΙΑ ΑΝΦΟΡΑ για το περιεχόμενο

αυτών των αναλύσεων, όπως ΠΟΣΕΣ ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ

πραγματοποιήθηκαν, για ποιον λόγο, εάν ΟΛΕΣ οι επαναληπτικές αναλύσεις

επιβεβαίωσαν πλήρως ή μερικώς την ταυτοποίηση του βιολογικού μου υλικού με το

συγκριτικό δείγμα ή ακόμα και εάν τυχόν κάποια επαναληπτική ανάλυση απέκλεισε

την ταυτοποίησή μου, εάν ΟΛΕΣ οι επαναληπτικές αναλύσεις επιβεβαίωσαν την

ύπαρξη βιολογικού υλικού άρρενος ή ακόμα και εάν αποκλείστηκε η ύπαρξη ανδρικού

βιολογικού υλικού στο συγκριτικό δείγμα του μίγματος βιολογικού υλικού.

Από τις ΤΡΕΙΣ (3) ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΕΣ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ που πραγματοποίησε

η Δ.Ε.Ε. στο δείγμα 12 (γεγονός που ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΙ ΠΟΥΘΕΝΑ ΣΕ ΚΑΝΕΝΑ


17


ΕΓΓΡΑΦΟ ΤΗΣ) προκύπτει ανενδοίαστα ότι η Δ.Ε.Ε. αντιμετώπισε το δείγμα 12 ως

δείγμα LCN (Low Copy Number), καθώς λόγω των έντονων στοχαστικών φαινομένων

που προκύπτουν από τις αναλύσεις LCN δειγμάτων, ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΔΕΝ

ΗΤΑΝ ΕΠΑΝΑΛΗΨΙΜΑ. Όταν κατόπιν και του δεύτερου αιτήματος του Τεχνικού

μας Συμβούλου προσκομίστηκαν από την Δ.Ε.Ε. ΟΛΕΣ οι επαναληπτικές αντιδράσεις

παρατηρήθηκε ότι για το ΔΕΙΓΜΑ 12 καθεμία από τις επαναληπτικές αντιδράσεις

ΕΧΕΙ ΔΩΣΕΙ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ, λόγω των στοχαστικών φαινομένων

που ακολουθούν την ανάλυση των δειγμάτων χαρακτήρα LCN. Πιο συγκεκριμένα

ΜΟΝΟ ΟΙ 5 ΑΠΟ ΤΟΥΣ 17 ΓΕΝΕΤΙΚΟΥΣ ΔΕΙΚΤΕΣ ΕΧΟΥΝ ΔΩΣΕΙ

ΠΑΝΟΜΟΙΟΤΥΠΟ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ και στις 3 επαναλήψεις ενώ οι υπόλοιποι 12

δείκτες εμφανίζουν ΔΙΑΦΟΡΕΣ μεταξύ τους.

Η Δ.Ε.Ε. δεν απάντησε στα τεθέντα ερωτήματα και δη για ποιον λόγο δεν

αντιμετώπισε το δείγμα 12 ως δείγμα LCN όπως έχει υποχρέωση για τις πολύ μικρές

ποσότητες δειγμάτων, για ΠΟΙΟΝ ΛΟΓΟ άραγε προέβη σε ΤΡΕΙΣ επαναληπτικές

μετρήσεις και γιατί άραγε δεν αναφέρει σε ΚΑΝΕΝΑ από τα έγγραφά της προς τον κ.

Ανακριτή την τύχη αυτών των επαναληπτικών μετρήσεων.

Η κατηγορία δειγμάτων LCN (Low Copy Number) δεν είναι κατηγορία

δειγμάτων που αναλύονται με διαφορετικά εργαστηριακά πρωτόκολλα, όπως

εσφαλμένα αναφέρει η πραγματογνώμονας της Δ.Ε.Ε., αλλά πρόκειται για

χαρακτηρισμό που αποδίδεται σε δείγματα χαμηλής ποσότητας και πιο συγκεκριμένα

σε δείγματα των οποίων η ποσότητα στην αντίδραση της PCR είναι χαμηλότερη από

200pg (πικογραμμάρια). Για τα δείγματα 20-3836-11 και 20-3836-12 (Εργ. Δείγμα 12)

χρησιμοποιήθηκαν 193pg και 162pg γενετικού υλικού, όπως η ίδια η Δ.Ε.Ε. αναφέρει

(απάντηση σε αίτημα 28.04.2021, αρ. πρωτ. 3022/9/20-3836-κ’) και επομένως πρόκειται

αδιαμφισβήτητα για 2 δείγματα που κατατάσσονται στην κατηγορία δειγμάτων LCN.

Παρόλο που η Δ.Ε.Ε. αρνείται την ορολογία «LCN», από τα συμπληρωματικά έγγραφα που

προσκόμισε κατόπιν των αιτημάτων του Τεχνικού μας Συμβούλου, είναι ξεκάθαρο ότι

αντιμετώπισε το Δείγμα 12 ως LCN δείγμα, αφού διενήργησε 3 επαναληπτικές αντιδράσεις

καθώς λόγω των έντονων στοχαστικών φαινομένων που προκύπτουν από τις αναλύσεις των

LCN δειγμάτων, όπως αυτά περιγράφηκαν παραπάνω, τα αποτελέσματα δεν ήταν

επαναλήψιμα. Όταν κατόπιν και του δευτέρου αιτήματος του τεχνικού μας Συμβούλου

προσκομίστηκαν από την Δ.Ε.Ε. όλες οι επαναληπτικές αντιδράσεις που διενεργήθηκαν

παρατηρήθηκε ότι, για το Δείγμα 12 καθεμία από τις 3 επαναληπτικές αντιδράσεις έχει

δώσει διαφορετικό αποτέλεσμα, λόγω των στοχαστικών φαινομένων που ακολουθούν την

ανάλυση των δειγμάτων χαρακτήρα LCN. Πιο συγκεκριμένα, μόνο οι 5 από τους 17

γενετικούς δείκτες έχουν δώσει πανομοιότυπο αποτέλεσμα και στις 3 επαναλήψεις, ενώ


18


οι υπόλοιποι 12 εμφανίζουν διαφορές μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα

αποτελεί ο δείκτης D21S11 στον οποίο στην πρώτη αντίδραση ανιχνεύονται 4 αλλήλια

και προκύπτει πλήρης ταύτιση των γενετικών στοιχείων μου, στην δεύτερη αντίδραση

ανιχνεύονται 3 αλλήλια και προκύπτει κατά το ήμισυ ταύτιση των γενετικών στοιχείων

μου ενώ στην τρίτη αντίδραση ανιχνεύονται 2 αλλήλια και ΑΠΟΚΛΕΙΟΜΑΙ

ΠΛΗΡΩΣ ΩΣ ΔΟΤΗΣ. Ομοίως και οι υπόλοιποι δείκτες έχουν δώσει διαφορετικό

βαθμό ταύτισης (διαφορετικό αριθμό αλληλίων) σε κάθε επαναληπτική αντίδραση ενώ

ιδιαίτερα σημαντικό είναι να αναφερθεί ότι στον γενικό δείκτη ΑΜΕL που

καταδεικνύει το φύλο των δοτών, στην 1 από τις 3 επαναληπτικές αντιδράσεις ΔΕΝ

ΑΝΙΧΝΕΥΘΗΚΕ ΚΑΝ η παρουσία αρσενικού ατόμου.

Ενόψει των ανωτέρω και κυρίως κατόπιν των ηλεκτρονικών αρχείων των

ΕΠΑΝΑΛΗΠΤΙΚΩΝ ΑΝΑΛΥΣΕΩΝ PCR που μου δόθηκαν περί τις αρχές Σεπτεμβρίου,

ήτοι 5 ΚΑΙ ΠΛΕΟΝ ΜΗΝΕΣ από το υποβληθέν αίτημά εμού και του τεχνικού μου

συμβούλου, ΚΑΙ ΤΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ ΑΥΤΩΝ αιτήθηκα με την από 24.09.2021

αίτησή μου ενώπιον του κ. Ανακριτή όπως ΔΙΑΤΑΞΕΙ ΤΗΝ ΕΠΑΝΕΞΕΤΑΣΗ ΤΟΥ

ΔΕΙΓΜΑΤΟΣ 12 ΑΠΟ ΤΗΝ Δ.Ε.Ε. παρουσία του διορισθέντος υπ’ εμού Τεχνικού

Συμβούλου, ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΦΙΤΣΙΑΛΟΥ κατ’ αρ. 207 παρ. 2 ΚΠΔ. « 2. Έχει το δικαίωμα

επίσης με γραπτή αίτησή του να ζητήσει από εκείνον που έκανε το διορισμό στην προδικασία ή

από το δικαστήριο στο ακροατήριο να του επιτρέψει να εξετάσει το πρόσωπο ή το πράγμα που

ήταν αντικείμενο της πραγματογνωμοσύνης, μεριμνώντας όμως ώστε να μην προκληθεί

καθυστέρηση στην ανάκριση από την εξέταση αυτή»

Η Δ.Ε.Ε. με το υπ’αρ. πρωτ. 3022/9/20-3836-κστ’/07.10.2021 έγγραφό της

απάντησε στο ανωτέρω σχετικό αίτημά μου επί λέξει «Σας γνωρίζουμε ότι η εναπομείνασα

ποσότητα δείγματος 12 της (β) Σχετικής Έκθεσης Εργαστηριακής

Πραγματογνωμοσύνης ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΠΑΡΚΗΣ για περαιτέρω επαναληπτική εξέταση»


19


(v) ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΑΝΑΛΥΣΗ DNA ΣΕ LCN ΔΕΙΓΜΑΤΑ

Άλλωστε η προβληματική της αποδεικτικής αξιοποίησης των αναλύσεων DNA

και δη των δειγμάτων χαμηλού αριθμού αντιγράφων (LCN) ποσότητας κάτω των 200

πικογραμμαρίων (pg/ml), όπως εν προκειμένω συμβαίνει με το δείγμα 12, έχει

απασχολήσει και τα δικαστήρια της χώρας μας με εξαιρετικά ενδιαφέρουσες σκέψεις

που ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΝΟΥΝ ΣΕ ΑΠΟΛΥΤΟ ΒΑΘΜΟ τους ισχυρισμούς μου.

Η πλέον πρόσφατη απόφαση υπ’ αρ. 1898/2018 του ΠΕΝΤΑΜΕΛΟΥΣ

ΕΦΕΤΕΙΟΥ ΚΑΚΟΥΡΓΗΜΑΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ μεταξύ άλλων διέλαβε ως προς τις

αναλύσεις DNA και την αποδεικτική τους αξιοποίηση τα κάτωθι:

«Όταν δε η ανάλυση STR περιλαμβάνει ποσότητα γενετικού υλικού μικρότερη των

200 pg, τότε το δείγμα κατατάσσεται στην κατηγορία δειγμάτων χαμηλής ποσότητας.

Έτσι αν και η ανάλυση μπορεί ακόμα να πραγματοποιηθεί με τέτοιου είδους δείγματα

(εφόσον επικυρώνεται από το εσωτερικό σύστημα επικύρωσης του κάθε εργαστηρίου)

απαιτεί ιδιαίτερους χειρισμούς για την ερμηνεία των αποτελεσμάτων καθώς παρουσιάζει

στοχαστικά φαινόμενα, τα οποία επηρεάζουν σημαντικά την ακεραιότητα και την

εγκυρότητα των εξαγόμενων γενετικών προφίλ. [...]

[…]Για να είναι μαθηματικά ορθό το αποτέλεσμα και άρα η συχνότητα του γενετικού

αποτυπώματος, θα πρέπει ο πληθυσμός στον οποίο αναφερόμαστε να αποτελείται από άτομα

που διασταυρώνονται τυχαία μεταξύ τους, να είναι όπως λέμε παμμικτικός. Είναι γνωστό,

όμως, ότι ο ανθρώπινος πληθυσμός αποτελείται εν μέρει από ενδογαμικές κοινότητες. Οι

συχνότητες κάθε γονοτύπου έχουν εκτιμηθεί στη βάση μιας δειγματοληψίας και άρα δεν είναι

απολύτως ακριβείς. Πολλαπλασιάζοντας στη συνέχεια τις συχνότητες αυτές μεταξύ τους για να

προκύψει η συχνότητα εμφάνισης του γενετικού αποτυπώματος, πολλαπλασιάζεται και η

ανακρίβεια που εμπεριέχει καθεμία από αυτές. Κατά συνέπεια, είναι σημαντικό όχι μόνο να

δηλώνεται η συχνότητα εμφάνισης ενός αποτυπώματος αλλά και ποίες είναι οι ακραίες τιμές

(ανώτατη και κατώτατη) που μπορεί να πάρει λόγω δειγματοληπτικού λάθους» (βλ. μελέτη του

Γ. Γιαννούλη, ό.π.). Στις εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης για τους κατηγορουμένους δεν

αναφέρεται η ανώτατη και η κατώτατη της συχνότητας εμφάνισης ενός γενετικού

αποτυπώματος. Η στατιστική ανάλυση του τελικού αποτελέσματος δεν εξαλείφει την

αβεβαιότητα λόγω λάθους κατά 100%. Αφού, ακόμη και ιδιαίτερα χαμηλές πιθανότητες

τυχαίας ταύτισης έχουν οδηγήσει σε εσφαλμένες εκτιμήσεις. Το τελικό αποτέλεσμα του

τεστ DNA είναι μία εκτίμηση και τίποτε παραπάνω. Είναι μια πιθανολογική τιμή που

μπορεί να πέσει έξω ακόμα και κατά μία τάξη μεγέθους. [...] Η διαπίστωση ότι γενετικά

στοιχεία του κατηγορουμένου εμπεριέχονται στο μίγμα γενετικού υλικού, όπως αυτό


20


προσδιορίστηκε στο ΕΠΡ σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με ταύτιση, αφού ένας

μεγάλος αριθμός πιθανών προφίλ ατόμων θα μπορούσε να εμπεριέχεται εξ ίσου στο ίδιο

μείγμα. Το ΕΠ5 απέδωσε γενετικό τύπο που φαίνεται να προέρχεται από ανάμιξη γενετικών

υλικών δύο ή περισσοτέρων ατόμων, αφού το καθαρό προφίλ ενός ατόμου μπορεί να έχει

μόνο ένα ή δύο αλλήλια σε κάθε τόπο, ανάλογα αν έχει κληρονομήσει το ίδιο ή διαφορετικό

από κάθε γονέα. Η ανάλυση μίγματος είναι μία πολύπλοκη στατιστική διαδικασία,

υποκειμενική, πολύ διαφορετική από τη σύγκριση δύο προφίλ και η μεθοδολογία που

ακολουθείται αποτελεί αντικείμενο συζήτησης και αντιπαράθεσης στον επιστημονικό

κόσμο. Το ΤΑΒΥ δεν παρουσιάζει στις προαναφερόμενες εκθέσεις καμία επεξήγηση σχετικά

με τη μεθοδολογία που ακολουθεί για την ανάλυση μιγμάτων. Στις επίμαχες εκθέσεις

αναφέρονται απλώς τα συμπεράσματα. Δεν δίνεται καμία πληροφορία σχετικά με το

είδος της στατιστικής επεξεργασίας που έγινε, τη μέθοδο που ακολουθήθηκε και τα

δεδομένα που ακολουθήθηκαν, ώστε να μπορεί κάποιος αν αξιολογήσει τη σημασία του

αποτελέσματος. [...] η συχνότητα εμφάνισης ενός γενετικού τύπου δεν αρκεί ως στοιχείο της

μοναδικότητας [...] Περιστατικά ανίχνευσης γενετικών προφίλ προερχομένων από

βιολογικό υλικό ή DNA που επιμόλυνε το δείγμα σε κάποια φάση του χειρισμού του έχουν

αναφερθεί και δεν είναι πολύ σπάνια (βλ. την από 30.4.2018 τεχνική έκθεση του

Ομότιμου Καθηγητή Μοριακής Γενετικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου

Κρήτης Χαράλαμπου Σαββάκη). Έτσι η αξιοποίηση αυτών των δειγμάτων DNA αφής

μειώνεται ακόμη περαιτέρω από την πρακτικά σημαντική πιθανότητα επιμολύνσεων είτε

από εξωτερικές πηγές ή και μεταξύ δειγμάτων ειδικά εφόσον όλα τα δείγματα

συλλέγονται από την ίδια υπηρεσία, αναλύονται στο ίδιο εργαστήριο από τους ίδιους

αναλυτές και μεγάλος αριθμός δειγμάτων (που προέρχονται από διαφορετικούς χώρους

αλλά αφορούν την ίδια υπόθεση) αναλύονται ταυτόχρονα ή σε πολύ κοντινούς χρόνους

(βλ. τεχνική έκθεση του Καθηγητή Βιοχημείας Χρήστου Γεωργίου). Δηλαδή, ο χειρότερος

εχθρός της μεθόδου PCR είναι η λεγόμενη «επιμόλυνση». Αν δηλαδή πριν ή κατά τη συλλογή

ή την αποθήκευση, ή πιο σημαντικό κατά την ανάλυση του δείγματος αυτό «μολυνθεί με το

DNA κάποιου περαστικού ή κάποιου άσχετου που μπορεί να είναι και ο αστυνομικός που

ανακατεύθηκε για τον εντοπισμό του ίχνους [...] Το DNA ενός ανθρώπου μπορεί να

μεταφερθεί σε άσχετα αντικείμενα από άλλους ανθρώπους, με τους οποίους το άτομο

αυτό είχε έρθει σε επαφή. Με άλλα λόγια, κάποιος που αγγίζει έναν άνθρωπο ή

προσωπικά του αντικείμενα μπορεί να μεταφέρει το γενετικό υλικό του ανθρώπου

αυτού σε ό,τι αγγίζει [...] Τα ανωτέρω αντικρούουν τη θέση της αστυνόμου - βιολόγου Α.Μ.

ότι το μεταφερόμενο γενετικό υλικό είναι πρακτικά μη ανιχνεύσιμο. Η ποσότητα DNA που

απομονώνεται από ένα δείγμα δεν είναι ικανή να αποδείξει ότι το υλικό έχει εναποτεθεί

σε μία επιφάνεια μέσω πρωτογενούς ή δευτερογενούς μεταφοράς. Δεν απαντά στα


21


βασικά ερωτήματα του πώς, του πότε και για ποίο λόγο εναποτέθηκε γενετικό υλικό στο

σημείο που το εντόπισαν οι διωκτικές αρχές. Ένα από τα αποδεικτικά στοιχεία όπου τα

πράγματα πηγαίνουν συνήθως στραβά, από την άποψη της εφαρμογής θεμελιωδών

πορισμάτων του Δικαίου Απόδειξης, είναι αυτό της αξιοποίησης γενετικού υλικού προς

το σκοπό της εξακρίβωσης του δράστη ενός εγκλήματος, μέσω ταύτισης του γενετικού

υλικού που βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος και του γενετικού υλικού που δόθηκε -

ελήφθη από τον κατηγορούμενο/ύποπτο στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας. Ο εγγενής

στατιστικός χαρακτήρας του γενετικού αποτυπώματος δημιουργεί προβλήματα ερμηνείας και

εφαρμογής των στατιστικών δεδομένων στη συγκεκριμένη περίπτωση (δηλαδή τον

κατηγορούμενο/ύποπτο). Το πρόβλημα αυτό τίθεται ιδίως όταν η εξατομίκευση του υπόπτου

γίνεται μέσω βάσης δεδομένων και όχι π.χ από τον περίγυρο του θύματος. Παρά τις όποιες

αυστηρές προϋποθέσεις τίθενται στη διαδικασία της εξατομίκευσης ενός στατιστικού

δεδομένου, πρέπει να τονιστεί ότι μία εργαστηριακή πραγματογνωμοσύνη δεν μπορεί να

προδικάσει τι είδους αποδεικτικό υλικό είναι επαρκές για τον καταλογισμό ενοχής. Το

λεγόμενο «matching» του γενετικού υλικού του κατηγορουμένου με αυτό που βρέθηκε π.χ. σε

ένα γεμιστήρα όπλου, ακόμη και εάν υποτεθεί ότι έγινε σύμφωνα με τις εκάστοτε

εργαστηριακές προδιαγραφές και μας δίνει εξατομίκευση, δεν θα μπορούσε να «απαντήσει»

στο εάν ο κατηγορούμενος/ύποπτος άγγιξε ποτέ τον γεμιστήρα και μάλιστα εν γνώσει της

λειτουργικής του χρήσης ως γεμιστήρα όπλου, εάν έχουμε διασπορά γενετικού υλικού ή

εμφύτευση αυτού από δόλιους, εάν ο κατηγορούμενος είναι μέλος τρομοκρατικής οργάνωσης

κ.ά. Για την εξατομίκευση των στατιστικών δεδομένων (όσο συντριπτικά και αν είναι) θα

χρειαστούν και περαιτέρω αποδεικτικά μέσα, τα οποία θα είναι προσωποπαγή, υπό την έννοια

ότι θα αφορούν τον κατηγορούμενο όχι μέσω της ένταξής του στην ομάδα αναφοράς με ίδιο

γενετικό αποτύπωμα αλλά με έναν πιο άμεσο τρόπο (π.χ. μαρτυρική κατάθεση,

οπτικοακουστικό υλικό κ.λπ.). Σε γενικές γραμμές αυτό που μπορεί με ευκολία να ειπωθεί

για την ανάλυση του DNA είναι ότι μπορεί με μεγάλη βεβαιότητα να υποστηρίξει μόνο

αρνητική ταύτιση (πότε δηλαδή ο ύποπτος δεν είναι ο δράστης) και όχι θετική, δηλαδή

όταν τα γενετικά αποτυπώματα δύο δειγμάτων ταιριάζουν απόλυτα, τότε είναι πιθανό,

αλλά όχι βέβαιο να προέρχεται το αγνώστου προέλευσης δείγμα από το συγκεκριμένο

ύποπτο. [...] Όλα αυτά καθιστούν την ανάλυση του δείγματος DNA των κατηγορουμένων

που βρέθηκαν στα επίμαχα εργαστηριακά πειστήρια επισφαλή και επιτακτική τη

συνεκτίμηση των αποτελεσμάτων ανάλυσης με λοιπά αποδεικτικά μέσα προκειμένου να

δημιουργηθεί ορθή δικανική πεποίθηση και να αποφευχθούν επισφαλή συμπεράσματα

και αίολες δικαστικές αποφάσεις. Εξάλλου το DNA μας δείχνει απλώς μία πιθανότητα

και δεν δύναται να αντικαταστήσει τη δικανική κρίση που σχηματίζεται μετά από τη

συνδυαστική αξιολόγηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων μιας υπόθεσης και να


22


οδηγήσει ένα δικαστήριο, ως μοναδικό στοιχείο σε κρίση καταδικαστική. Είναι ένα

πληροφοριακό εργαλείο για να το αξιοποιήσει μία ανακριτική αρχή ή ένα δικαστήριο. Από

μόνο του δεν είναι ούτε καταδικαστικό ούτε αθωωτικό. Η εύρεσή του δεν αποδεικνύει

την ενοχή του κατηγορουμένου, αλλά απλώς τείνει να συνδέσει τον κατηγορούμενο με τη

διάπραξη του αδικήματος. Η ύπαρξη του βιολογικού υλικού δεν σημαίνει και δεν

συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι ο κατηγορούμενος είναι ο δράστης του εγκλήματος. Δεν

υπάρχει η δικονομική βεβαιότητα, η οποία είναι αναγκαία για το σχηματισμό δικανικής

πεποίθησης που μπορεί να οδηγήσει σε καταδικαστική κρίση. Αποτελεί και μόνον μία

ένδειξη ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο ήλθε ενδεχομένως σε επαφή με τα επίμαχα

πειστήρια. Δηλαδή, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι το βιολογικό υλικό με την ανάλυση του

DNA δείχνει την επαφή συγκεκριμένου προσώπου με αντικείμενο του εγκλήματος, η

παρουσία αυτή δεν συνεπάγεται σε καμία περιπτωση κατά πραγματολογική

αναγκαιότητα ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο διέπραξε το έγκλημα. Εξ αυτού και μόνο δεν

διαπιστώνεται σαφής και συγκεκριμένη βεβαιότητα ενοχής. Και τούτο γιατί αυτή η λειτουργική

σύνδεση του προσώπου με την αξιόποινη πράξη αποτελεί ένα απλό ενδεχόμενο. Το βιολογικό

υλικό για να καταστεί από απλό ενδεχόμενο εγκλήματος απόδειξη εγκλήματος πρέπει να

επιρρωθεί και ενδυναμωθεί η αποδεικτική του λειτουργικότητά του και από άλλες αποδεικτικά

ομόλογες και ομόρροπες ενδείξεις και να μην αποδυναμώνεται από άλλες αντίθετες ή

αντιφατικές ή απλώς διαφορότροπες αντενδείξεις.[…]»


23


(vi) ΚΟΙΝΕΣ ΕΠΙΣΚΕΨΕΙΣ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΜΕΝΟΥ ΜΕ ΠΑΘΟΥΣΑ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

ΣΜΑΡΩ-ΜΙΡΑΝΤΑ

Περαιτέρω, η προανακριτική αρχή για άγνωστο λόγο εισέφερε στο υλικό της

δικογραφίας τις επισκέψεις μου στο επίδικο θυσαυροφυλάκειο της Τράπεζας ALPHA

BANK ΜΟΝΟ από τον μήνα Αύγουστο 2020 και εντεύθεν, παρουσιάζοντας ως δήθεν

ύποπτη την συχνότητα των επισκέψεών μου (δύο ανά μήνα περίπου) από τον Αύγουστο

του 2020 έως τον Οκτώβριο 2020.

Αντιθέτως όσον αφορά στα πρόσωπα των παθουσών ιδιοκτητριών των θυρίδων

προσκομίστηκε από την προανακριτική αρχή το σύνολο των επισκέψεών τους από την

έναρξη της μίσθωσης των θυρίδων έως και τον Νοέμβριο του 2020.

Μάλιστα, το γεγονός της μη ύπαρξης -εντός της δικογραφίας- δικών μου

επισκέψεων πριν τον Αύγουστο του 2020 εκτιμήθηκε από τον κ. Ανακριτή ως

ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΗ στον ισχυρισμό μου περί μεταφοράς του βιολογικού μου υλικού από

την ιδιοκτήτρια και κύρια δότη στο μικτό μίγμα DNA κα ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Σμαρώ-

Μιράντα (λόγω μη ύπαρξης κοντινών χρονικά επισκέψεών μας που θα δικαιολογούσε

μία πιθανή μεταφορά).

Βεβαίως, οι επισκέψεις μου στο θυσαυροφυλάκειο και στην μισθωμένη θυρίδα

ΣΑΦΩΣ και δεν ξεκίνησαν τον Αύγουστο του 2020 αλλά αρκετά έτη προγεγνέστερα,

γεγονός που θα μπορούσε η προ-ανακριτική αρχή να διαπιστώσει με ένα απλό ερώτημα

στην Τράπεζα ALPHA BANK.

Κατόπιν δικής μου αίτησης στην Τράπεζα ALPHA BANK μου χορηγήθηκε ΤΟ

ΣΥΝΟΛΟ των επισκέψεων στην θυρίδα μου από το έτος 2018 και εντεύθεν (στοιχείο

που δεν εισφέρθηκε ούτε από την προανακριτική ούτε από την ανακριτική αρχή στην

δικογραφία κατά τους 9 μήνες και ΤΟ ΠΡΩΤΟΝ ΕΙΣΦΕΡΕΤΑΙ κατόπιν δικών μου

ενεργειών με το ΠΑΡΟΝ ΥΠΟΜΝΗΜΑ ΜΟΥ).

Από μία αρχική απλή επισκόπηση προκύπτει ξεκάθαρα η συχνότητα των

επισκέψεών μου ήδη από το 2018. Ωστόσο, το ΠΛΕΟΝ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ που

προκύπτει σε αντιπαραβολή με τις επισκέψεις της ιδιοκτήτριας ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ

Σμαρώς-Μιράντας είναι ότι τουλάχιστον 2 ΦΟΡΕΣ σε 2 επισκέψεις στην θυρίδα, η

παθούσα επισκέφθηκε το θυσαυροφυλάκειο ΟΧΙ ΑΠΛΑ σε κοντινό χρονικό διάστημα

με εμένα ώστε να δικαιολογείται η πιθανότητα μεταφοράς βιολογικού μου υλικού από

την ίδια, ΑΛΛΑ ΑΚΡΙΒΩΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ!! Συγκεκριμένα:


24


1. Tην 13.12.2018 επισκέφθηκα την θυρίδα μου την 13.46 μ.μ. και η κα

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Σμαρώ-Μιράντα εισήλθε ΑΜΕΣΩΣ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ

και ώρα 13.57 μ.μ την ίδια ημέρα.

2. Την 28.11.2019 επισκέφθηκα την θυρίδα μου 13.37 μ.μ (ήτοι ο τελευταίος/

προτελευταίος πελάτης) και η κα ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ Σμαρώ -Μιράντα

επισκέφθηκε την θυρίδα την 29.11.2019 και ώρα 08.12 π.μ (ήτοι η πρώτη

πελάτισσα που εισήλθε το επόμενο πρωινό αμέσως μετά από εμένα που

ήμουν ο τελευταίος την προηγούμενη ημέρα).

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι έκτοτε πραγματοποίησε ΜΟΛΙΣ 1 επίσκεψη την

27.05.2020, μέχρι την 13.11.2020 που διεπίστωσε την διάρρηξη, γεγονός που ενισχύει

έτι περαιτέρω το ενδεχόμενο μεταφοράς και διατήρησης του μεταφερόμενου

βιολογικού μου υλικού (το οποίο σύμφωνα με τους ειδικούς μπορεί να διατηρηθεί για

πολλά έτη).


25


ΙΙΙ. ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΚΑΙ ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 282 Κ.Π.Δ.

(i). Όπως είναι γνωστό, η προσωρινή κράτηση, η οποία από πλευράς συνεπειών δε

διαφέρει από την έκτιση της ποινής, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο δικονομικού

καταναγκασμού, το οποίο αποβλέπει στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου

στην προδικασία και, κυρίως, στην ποινική δίκη που εκκρεμεί, η δε επιβολή της διέπεται από

τη συνταγματικής περιωπής αρχή της αναλογικότητας (ΣυμβΠλημΑθ 3461/2001 ΠοινΔικ

2002, 26, παρατ. Κ. Κοκκινάκη). Λόγω του επαχθούς αυτού χαρακτήρα της, η προσωρινή

κράτηση θα πρέπει να επιβάλλεται πάντοτε δυνητικά, ως μέτρο ενταγμένο σε ένα ευρύτερο

σύστημα περιοριστικών όρων στο οποίο ο νόμος καταρχήν υπαγορεύει την προσφυγή (Λ.

Μαργαρίτης, ΠοινΔικ 2009, 308 επ., 315). Η ανάγκη διασφάλισης αυτού του εξαιρετικού

χαρακτήρα και των εγγυήσεων απορρέει από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρο 6 παρ. 1, 4 Συντ)

και εναρμονίζεται με το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου, υπερεθνικώς

κατοχυρωμένο, τόσο στο Δ.Σ.Α.Π.Δ. (άρθρο 14 παρ. 2) όσο και στην ίδια την Ε.Σ.Δ.Α.

(άρθρο 6 παρ.2).

Κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω, οι εν λόγω συνταγματικές εγγυήσεις, καθώς και το

τεκμήριο αθωότητος του κατηγορουμένου διαπνέουν το σύνολο του ημέτερου ποινικού

δικονομικού συστήματος, και επομένως και το στάδιο της ποινικής προδικασίας, ώστε

πρωταρχική προϋπόθεση για την επιβολή της προσωρινής κράτησης είναι να υφίστανται

καταρχήν σοβαρές ενδείξεις ενοχής του κατηγορουμένου για κακουργηματική πράξη. Δεν

αρκούν υπόνοιες , οι οποίες ανήκουν στην κατώτερη βαθμίδα της απόδειξης σε σχέση με τις

ενδείξεις, ούτε βεβαίως απλές ενδείξεις, αλλά σοβαρές – «αποχρώσες» ενδείξεις, δηλαδή

ποσοτικά και ποιοτικά τέτοιες που να άγουν σε έναν αυξημένο βαθμό πεποιθήσεως για τον

δικαστή ή το συμβούλιο. Εξάλλου η αρχή ‘in dubio pro reo’ έχει απόλυτη εφαρμογή και

στην προδικασία και ειδικότερα στην προσωρινή κράτηση ( Β. Ζησιάδη, Η εφαρμογή της

αρχής ‘in dubio pro reo’ στα στάδια της Ποινικής Διαδικασίας σελ. 100)., όπου τυχόν

δραστικές επεμβάσεις στην προσωπική ελευθερία επί τη βάσει απλών υπονοιών και μη

τηρουμένων των προϋποθέσεων του νόμου, αναμφισβήτητα αποτελούν προκαταβολική

τιμώρηση, αντίθετη με το τεκμήριο αθωότητας και την αρχή «ουδεμία ποινή άνευ ενοχής».

Περαιτέρω, από τη γενικότερη αρχή του σεβασμού της αξίας του ανθρώπου, απορρέουν

ειδικότερα στο στάδιο της ανακρίσεως οι ακόλουθες βασικές αρχές:

α) Η αρχή της αναγκαιότητας, σύμφωνα με την οποία η αντίστοιχη ανακριτική

δραστηριότητα οφείλει να λαμβάνει χώρα μόνο όταν και καθόσον είναι αναγκαία για τη

διεύρυνση των εγκλημάτων και την ανακάλυψη των δραστών τους. Η αρχή αυτή

αναγνωρίζεται ρητά από το Ελληνικό Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, τουλάχιστον ως προς τις


26


επαχθέστερες για τον κατηγορούμενο ανακριτικές πράξεις. Αναλυτικότερα, η διάταξη του

άρθρου 282 ΚΠΔ αποτυπώνει με σαφήνεια τη διπλή κατεύθυνση της εν λόγω αρχής: επιβολή

προσωρινής κρατήσεως ή περιοριστικών όρων, μόνο όταν τα μέτρα τούτα είναι «απολύτως

αναγκαία» – προτίμηση του λιγότερου επαχθούς μέτρου των περιοριστικών όρων και η

επιλογή της προσωρινής κράτησης μόνο όταν εκτιμάται ότι αυτοί (περιοριστικοί όροι) δεν

είναι πρόσφοροι στη συγκεκριμένη περίπτωση για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου

σκοπού.

β) Η αρχή της απαγορεύσεως του υπερμέτρου, η οποία επιβάλλει στον ανακρίνοντα την

προσεκτική στάθμιση των ειδικών συνθηκών κάθε περιπτώσεως κατά την εφαρμογή των

διαφόρων εξαναγκαστικών μέτρων, ώστε ο κατηγορούμενος που τα υφίσταται να μην

προσβάλλεται σε ουσιώδη έννομα αγαθά του με τρόπο αφόρητο και σε βαθμό

αδικαιολόγητο.

γ) Η αρχή της αναγκαίας αναλογίας, σύμφωνα με την οποία το λαμβανόμενο

δικονομικό μέτρο πρέπει να τελεί σε ευθέως ανάλογη σχέση με τη βαρύτητα του φερόμενου

ως τελεσθέντος εγκλήματος. Όπως βέβαια ανεφέρθη και παραπάνω η βαρύτητα αυτή δεν

είναι αρκετή από μόνη της για την επιβολή του μέτρου.

Σύμφωνα λοιπόν προς το άρθρο 286 του Κ.Π.Δ, όπως τούτο ισχύει σήμερα, μετά

την ισχύ του Ν. 4620/2019, «Προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί αντί για περιοριστικούς

όρους για περιοριστικούς όρους, αν αιτιολογημένα κριθεί ότι τα υπόστοιχεία α’ και β’ μέτρα

δεν επαρκούν και εφόσον συντρέχουν οιπροϋποθέσεις της πρώτης παραγράφου του άρθρου

282, μόνοναν ο κατηγορούμενος διώκεται για κακούργημα και δεν έχει γνωστή διαμονή στην

χώρα ή έχει κάνει προπαρασκευαστικές

ενέργειες για να διευκολύνει την φυγή του ή κατά το παρελθόν υπήρξε φυγόποινος ή φυγόδικος

ή κρίθηκε ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή παραβίαση περιορισμών διαμονής και από την

συνδρομή των ανωτέρω στοιχείων προκύπτει σκοπός φυγής του ή

κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν αφεθεί ελεύθερος είναι πολύ πιθανόν, όπως προκύπτει από

προηγούμενες αμετάκλητες καταδίκες του για ομοειδείς αξιόποινες πράξεις, να διαπράξει και

άλλα εγκλήματα. Αν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο πράξη απειλείται στον νόμο με ισόβια

κάθειρξη ή πρόσκαιρη κάθειρξη με ανώτατο όριο τα δέκα πέντε έτη ή αν το έγκλημα τελέστηκε

κατ’ εξακολούθηση ή στο πλαίσιο εγκληματικής ή τρομοκρατικής οργάνωσης ή υπάρχει

μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, προσωρινή κράτηση μπορεί να επιβληθεί και όταν, με

βάση τα συγκεκριμένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της πράξης, κρίνεται αιτιολογημένα ότι αν


27


αφεθεί ελεύθερος, είναι πολύ πιθανό να διαπράξει και άλλα εγκλήματα. Μόνο η κατά νόμο

βαρύτητα ….»

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 282 παρ. 3 ΚΠΔ,, «3. Οι περιοριστικοί όροι

επιβάλλονται εφόσον είναι απολύτως αναγκαίοι για την εκπλήρωση των σκοπών της παρ. 2 και

αν αυτοί δεν επαρκούν επιβάλλεται κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση και αν

και αυτό το μέτρο κρίνεται ανεπαρκές τότε μόνο εκδίδεται ειδικά και εμπεριστατωμένα

αιτιολογημένο ένταλμα προσωρινής κράτησης.».

Σύμφωνα με τις επελθούσες κατά τα ανωτέρω νομοθετικές τροποποιήσεις, ο

δικονομικός νομοθέτης καθιστά πλέον δυνατή την επιβολή του επαχθέστατου μέτρου της

προσωρινής κρατήσεως, μόνον εφόσον συντρέχουν στο πρόσωπο του κατηγορουμένου

ορισμένες τυπικές, περιοριστικά αναφερόμενες προϋποθέσεις, όπως ειδικότερα αποτελεί

η ειδικά αιτιολογημένη κρίση περί κινδύνου φυγής ή κινδύνου τελέσεως νέων

εγκλημάτων.

Η σχέση δε προτεραιότητας των περιοριστικών όρων έναντι του μέτρου της προσωρινής

κρατήσεως παραμένει αναλλοίωτη και στο πλαίσιο του νυν ισχύοντος νομοθετικού

καθεστώτος, εισάγεται δε ρητά η ανάγκη διττής αιτιολόγησης της επιλογής του

επαχθέστατου μέτρου δικονομικού καταναγκασμού: Η ανάγκη ειδικής ρητής και

εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, από την οποία θα προκύπτει με σαφήνεια η απροσφορότητα

των περιοριστικών όρων για την επίτευξη των σκοπών της ποινικής προδικασίας, και η

οποία θα προηγείται της αντίστοιχης αιτιολόγησης συνδρομής των προϋποθέσεων

προσωρινής κρατήσεως.

(ii). Έτι περαιτέρω, όσον αφορά στην προκειμένη περίπτωση στο πρόσωπό μου δεν

πληρούνται οι κατά τα ανωτέρω αυστηρά τασσόμενες προϋποθέσεις του νόμου. Και τούτο

είναι αληθές διότι:

1. Η διαμονή μου είναι μόνιμη και γνωστή

Είχα και έχω μόνιμη και γνωστή διαμονή στην Βάρη Αττική επί της οδού

Αμοργού αρ. 3 α με σύνδεση σταθερής τηλεφωνίας (210-8992629) όπου διαβιώ μαζί με

την σύζυγό μου Καμπουρέλη Θέκλα, προκύπτει δε από το σύνολο του αποδεικτικού

υλικού αλλά και από την κατάθεση του μάρτυρα αστυνομικού κ. ΝΙΚΟΛΑΟΥ, ο

οποίος είχε αναλάβει από την υπηρεσία του την καθημερινή επιτήρησή μου. Η

οικογενειακή και επαγγελματική μου κατάσταση, είναι τέτοια που εγγυάται τη σύννομη

συμπεριφορά και κοινωνική πορεία μου σε όλες τις εκφάνσεις της καθημερινής ζωής.


28


2. Δεν είμαι ύποπτος τέλεσης νέων αδικημάτων

ΔΕΝ ΕΧΩ ΚΑΤΑΔΙΚΑΣΤΕΙ στο παρελθόν για ομοειδείς πράξεις και από από

κανένα στοιχείο της δικογραφίας ή της προσωπικότητάς μου δεν προκύπτει ότι, εφόσον

Εσείς δεν με κρίνετε προσωρινά κρατούμενο, προτίθεμαι να διαπράξω άλλες

αξιόποινες πράξεις. Από την ως άνω εκτεθείσα οικογενειακή, επαγγελματική και

κοινωνική υπόστασή μου, προκύπτει σαφώς, ότι εκ μέρους μου δεν υπάρχει κίνδυνος φυγής

ή διάπραξης αδικημάτων, αλλά αντιθέτως η μέχρι τώρα πορεία μου Σας παρέχει τα

απαραίτητα εχέγγυα ώστε να θεμελιώσετε την κρίση Σας πως ΟΥΔΕΜΙΑ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ

υφίσταται να τελέσω στο μέλλον οιαδήποτε παράνομη πράξη.

3. Δεν είμαι φυγόποινος ή φυγόδικος

ΟΥΔΕΠΟΤΕ κατά το παρελθόν υπήρξα φυγόποινος ή φυγόδικος, ούτε βέβαια

προέβην σε προπαρασκευαστικές πράξεις για να διευκολύνω την φυγή μου και

ΟΥΔΕΠΟΤΕ κρίθηκα ένοχος για απόδραση κρατουμένου ή για παραβίαση

περιορισμών διαμονής, ώστε τυχόν πιθανολόγηση περί κινδύνου ενδεχόμενης φυγής μου

αποδυναμώνεται, είμαι δε διατεθειμένος να θέσω τον εαυτό μου στην διάθεση των

ανακριτικών αρχών και να εμφανιστώ οπουδήποτε και οποτεδήποτε με καλέσει η

Δικαιοσύνη. Άλλωστε όπως προκύπτει από την πολυήμερη παρακολούθησή μου από τους

αστυνομικούς, καθημερινώς εξερχόμουν από την μόνιμη συζυγική οικία μου με

προορισμό την επιχείρηση της συζύγου μου, ΟΥΔΕΝ μεμπτό ή ύποπτο παρουσίασε η

συμπεριφορά μου, ΟΥΔΕΜΙΑ ύποπτη επαφή είχα και ΟΥΔΕΜΙΑ προπαρασκευαστική

πράξη για τυχόν διαφυγή μου ή φυγοδικία μου από τις αρχές έλαβε χώρα.


(iii). Ο θεσμός του κατ’ οίκον περιορισμού του κατηγορουμένου με

ηλεκτρονική επιτήρηση εισήχθη στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 2 του Ν.

4205/2013, με το οποίο προστέθηκε στον ενδεικτικό κατάλογο των περιοριστικών όρων

του άρθρου 282 παρ. 2 ΚΠΔ όπως ίσχυε. Έως την τροποποίηση του ΚΠΔ με το Ν.

4620/2019, ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση συγκαταλεγόταν ρητά

μεταξύ των περιοριστικών όρων του άρθρο 282 παρ. 2 ΚΠΔ και αποτελούσε τον

επαχθέστερο αυτών, ως ενδιάμεσο μέτρο ανάμεσα σε αυτούς και στην προσωρινή

κράτηση. Μετά την τροποποίηση του ΚΠΔ με το Ν. 4620/2019, δημιουργείται εκ πρώτης

ανάγνωσης η εντύπωση ότι ο κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση αποκτά

πλέον μία διακριτή ταυτότητα σε σχέση με τους περιοριστικούς όρους, διαπίστωση στην

οποία συνηγορεί η διατύπωση του νόμου στο άρθρο 282 παρ. 1 ΚΠΔ («είναι δυνατό να

διαταχθούν περιοριστικοί όροι ή κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση ή να

επιβληθεί προσωρινή κράτηση»), αλλά και το γεγονός ότι πλέον δεν συμπεριλαμβάνεται


29


στον κατάλογο των περιοριστικών όρων που απαριθμούνται στο άρθρο 283 παρ. 1 ΚΠΔ.

Ωστόσο, αυτή η αρχική εντύπωση τίθεται υπό αμφισβήτηση από τη διατύπωση του άρθρου

284 παρ. 2 ΚΠΔ, στο οποίο αναφέρεται ότι «κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική

επιτήρηση επιβάλλεται μόνον εφόσον… κρίνεται αιτιολογημένα ότι οι άλλοι περιοριστικοί

όροι δεν επαρκούν για την επίτευξη των σκοπών της παρ. 2 του άρθρου 282», διατύπωση που

προκρίνει την ισχύσασα βάσει του παλαιού, προ της τροποποίησης με το Ν. 4620/2019,

ΚΠΔ θέση ως προς τη φύση του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση ως

περιοριστικού όρου.

Βάσει της ισχύουσας διατύπωσης των άρθρων 282 παρ. 3 και 284 παρ. 2 ΚΠΔ, ο

κατ’ οίκον περιορισμός με ηλεκτρονική επιτήρηση επιβάλλεται στον κατηγορούμενο

ως μέτρο αποκλειστικά εναλλακτικό προς την προσωρινή κράτηση και μόνον εφόσον

οι περιοριστικοί όροι του 283 παρ. 1 ΚΠΔ κριθούν ανεπαρκείς ως προς την επίτευξη

των σκοπών του άρθρου 282 παρ. 2 ΚΠΔ, καθιερώνοντας ρητά κατ’ αυτόν τον τρόπο

προτεραιότητά του απέναντι στην επιβολή προσωρινής κράτησης. Για την επιβολή κατ’

οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση θα πρέπει να συντρέχουν οι παρακάτω

προϋποθέσεις: Α) Συνδρομή σοβαρών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου (άρθρο 282

παρ. 1 ΚΠΔ) και Β) σκοπός φυγής του (άρθρο 284 παρ. 2 περ. α΄ ΚΠΔ) ή κίνδυνος τέλεσης

νέων εγκλημάτων εκ μέρους του που προκύπτει από προηγούμενη αμετάκλητη καταδίκη

του για ομοειδή αξιόποινη πράξη (άρθρο 284 παρ. 2 περ. β΄ ΚΠΔ) ή, σε περίπτωση

κακουργήματος το οποίο κατά το νόμο τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη ή πρόσκαιρη

κάθειρξη με ανώτατο όριο τα 15 έτη ή το έγκλημα τελέστηκε κατ’ εξακολούθηση ή υπάρχει

μεγάλος αριθμός παθόντων από αυτό, βάσει των συγκεκριμένων ιδιαίτερων

χαρακτηριστικών της πράξης και την εν γένει προσωπικότητα του κατηγορουμένου, ενώ

ρητά αναφέρεται ότι μόνη η κατά νόμο βαρύτητα της πράξης δεν αρκεί για την επιβολή του

κατ’ οίκον περιορισμού (άρθρο 284 παρ. 5 ΚΠΔ). Εκτός των παραπάνω, απαιτείται: Γ) να

έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για κακούργημα (άρθρο 284 παρ. 2 ΚΠΔ) ή για το πλημμέλημα

της ανθρωποκτονίας από αμέλεια κατά συρροή (άρθρο 284 παρ. 4 ΚΠΔ), Δ) ο

κατηγορούμενος να έχει γνωστή διαμονή στη χώρα, υπό την έννοια της σταθερής κατοικίας

εντός Ελλάδος (άρθρο 284 παρ. 2 ΚΠΔ), Ε) να είναι απολύτως αναγκαία η επιβολή του κατ’

οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση και να κρίνεται αιτιολογημένα η ανεπάρκεια

των περιοριστικών όρων για την εξυπηρέτηση των σκοπών του άρθρου 282 παρ. 2 ΚΠΔ

(άρθρα 282 παρ. 3 και 284 παρ. 2 ΚΠΔ), και ΣΤ) να έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον

κατηγορούμενο (άρθρο 284 παρ. 5 ΚΠΔ) και να υπάρχει σταθερή τηλεφωνική σύνδεση

στην κατοικία του κατηγορουμένου (άρθρο 2 παρ. 3 εδ. β΄ Π.Δ. 62/2014).

Αξιοσημείωτη είναι η κατάργηση της διάταξης του άρθρου 282 παρ. 3 περ. β΄ εδ. β΄

ΚΠΔ, όπως ίσχυε πριν την τροποποίηση με το Ν. 4620/2019, βάσει της οποίας η επιβολή


30


κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση αποκλειόταν στις περιπτώσεις

ορισμένων σοβαρών κακουργημάτων. Η σχετική ρύθμιση είχε, άλλωστε, ορθά επικριθεί και

από την Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής η οποία είχε διατυπώσει προβληματισμούς

σχετικά με την «έμμεση καθιέρωση τεκμηρίου κινδύνου τέλεσης νέων αξιόποινων πράξεων,

το οποίο λειτουργεί υπέρ της επιβολής προσωρινής κράτησης για τα συγκεκριμένα

εγκλήματα». Με την επιβολή του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση, ο

κατηγορούμενος υποχρεούται να μην εξέρχεται από το κτίριο ή το σύμπλεγμα κτιρίων που

αποδεδειγμένα συνιστά την κατοικία του και που ρητά ορίζεται στη σχετική ανακριτική

διάταξη αλλά και να μην επεμβαίνει ή επιδρά με οποιονδήποτε τρόπο στον εξοπλισμό

επιτήρησης και στα σχετικά με την επιτήρηση ηλεκτρονικά δεδομένα (άρθρο 284 παρ. 1

ΚΠΔ). Τυχόν μη συμμόρφωση στις παραπάνω υποχρεώσεις δύναται να οδηγήσει στην

αντικατάσταση του κατ’ οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση με προσωρινή

κράτηση (άρθρο 284 παρ. 6 εδ. α΄ΚΠΔ). Η αντικατάσταση στις περιπτώσεις αυτές

διατάσσεται δυνητικά και εφόσον αποδεικνύεται ότι η παραβίαση των υποχρεώσεων

οφείλεται σε απείθεια του κατηγορουμένου. Ειδικότερα, όμως, στην περίπτωση τέλεσης

από τον κατηγορούμενο του εγκλήματος του άρθρου 173Α ΠΚ, ήτοι της αφαίρεσης,

καταστροφής, φθοράς ή με οποιονδήποτε τρόπο επέμβασης στον εξοπλισμό επιτήρησης, ή

της αλλοίωσης των σχετικών ηλεκτρονικών δεδομένων ή της διαφυγής επ’ ευκαιρία τυχόν

δυσλειτουργίας του συστήματος επιτήρησης, η αντικατάσταση του κατ’ οίκον περιορισμού

με ηλεκτρονική επιτήρηση με προσωρινή κράτηση είναι υποχρεωτική (άρθρο 284 παρ. 6 εδ.

β΄ ΚΠΔ), αφού στις περιπτώσεις αυτές η απείθεια του κατηγορουμένου εμφανίζεται

αυτονόητη. Ο κατηγορούμενος, τέλος, υποχρεούται να προκαταβάλλει τα έξοδα για τα

ηλεκτρονικά μέσα της επιτήρησης αρχικά για χρονικό διάστημα 6 μηνών, τα οποία

επιβαρύνουν τον ίδιο (άρθρο 285 παρ. 2 ΚΠΔ), στην περίπτωση δε μη προκαταβολής των

εξόδων εντός της χορηγηθείσας προθεσμίας από τον ανακριτή δύναται να επιβληθεί

προσωρινή κράτηση εφόσον διαπιστώνεται απείθεια του κατηγορουμένου, ενώ στην

περίπτωση που διαπιστωθεί με ειδική αιτιολογία οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου

να προκαταβάλλει τα έξοδα, αυτά επιβαρύνουν το δημόσιο (άρθρο 285 παρ. 3 ΚΠΔ).


Επομένως, συντρέχουν στο πρόσωπό μου όλες εκείνες οι συνθήκες και

προϋποθέσεις, ώστε να μην εξακολουθήσει η προσωρινή μου κράτηση, δοθέντος ότι έχω

οπωσδήποτε γνωστή διαμονή, ατομικές, οικογενειακές, επαγγελματικές και κοινωνικές

περιστάσεις, που αν μη τι άλλο μαρτυρούν τη σύνταξή μου προς τις αρχές της έννομης

τάξης και το νόμιμο κοινωνικό βίο. Περαιτέρω, επειδή είμαι ΑΘΩΟΣ όλων των

κατηγοριών καθώς ΟΥΔΕΜΙΑ ανάμειξη έχω με την παρούσα υπόθεση, προσέρχομαι,

δε, ως ικέτης ενώπιόν Σας και παρακαλώ θερμά όπως γίνει δεκτή η παρούσα και όπως


31


μου δοθεί η ευκαιρία να επιστρέψω στην γυναίκα, τα παιδιά μου και τα εγγονάκια μου,

που με έχουν απόλυτη ανάγκη, επιβάλλοντάς μου κάθε πρόσφορο περιοριστικό όρο που

Υμείς θα κρίνετε για την εξασφάλιση της παρουσίας μου στο δικαστήριο, ακόμα και

του κατ’οίκον περιορισμού με ηλεκτρονική επιτήρηση.


Επειδή η συνδρομή των αναφερόμενων αυστηρών προϋποθέσεων, σύμφωνα με τις

οποίες επιτρέπεται η προσωρινή κράτηση κατά τη ρητώς εκπεφρασμένη βούληση του

ποινικο-δικονομικού μας νομοθέτη, ουδόλως συντρέχουν στο πρόσωπό μου.


Επειδή είμαι ειλικρινά πρόθυμος να θέσω τον εαυτό μου στην διάθεση των

ανακριτικών αρχών και να εμφανιστώ οπουδήποτε και οποτεδήποτε με καλέσει η

Δικαιοσύνη, αποδεχόμενος όποιους τυχόν περιοριστικούς όρους κρίνετε σκόπιμους να

επιβάλλετε.


Επειδή, έχω μόνιμη και σταθερή διαμονή και δεν έχω κάνει καμία

προπαρασκευαστική ενέργεια για να διαφύγω.


Επειδή έχω μόνιμη και σταθερή εργασία από την οποία εξασφαλίζω την κάλυψη των

βιοτικών μου αναγκών.


Επειδή η ανάκριση δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμη ενώ συμπληρώνονται σε λίγες

ημέρες εννέα μήνες από την παραπομπή μου ενώπιον του κ. Ανακριτή και ως εκ τούτου η

εκδίκαση της παρούσης υποθέσεως ΔΕΝ έχει προσδιοριστεί ακόμα.


Επειδή το παρόν είναι νόμιμο και βάσιμο, ασκείται δε νομίμως από τον

υπογράφοντα δυνάμει ειδικής εξουσιοδοτήσεως.


32


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΠΑΡΑΚΑΛΩ


-Να γίνει δεκτό το παρόν Υπόμνημά μου ως νόμιμο και βάσιμο.

-Να μην εξακολουθήσει η προσωρινή κράτηση που μου επεβλήθη με το υπ’αρ. 3/2021

ένταλμα του κ. Προέδρου του 12 ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος Αθηνών.