Τετάρτη 13 Μαρτίου 2024

Κυκλοφόρησε η ενημερωμένη έκδοση του νέου Ποιινικού Κώδικα


"Νομοθέτηση είτε ουσιαστικών είτε δικονομικών διατάξεων υπό το κράτος εντυπώσεων ή με επικοινωνιακούς όρους δεν θα έπρεπε να είναι επιτρεπτή σε μια δικαιοκρατούμενη πολιτεία".

Είναι λόγια του καθηγητή Ποινικού Δικαίου Λεωνίδα Κοτσαλή, στο εισαγωγικό σημείωμα της ενημερωμένης έκδοσης του Νέου Ποινικού Κώδικα, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "ΝΟΜΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ".



Στο εισαγωγικό σημείωμα του νέου  Ποινικού Κώδικα ο καθηγητής Λεωνίδας Κοτσαλής ασκεί κριτική στο νέο νόμο, ενώ μεταξύ άλλων παρατηρεί:

- Θα ήταν ορθότερο η όποια παρέμβαση να έχει συνολικό χαρακτήρα, αφού βέβαια θα έχει προηγηθεί περίοδος νηφαλιότητας, ηρεμίας, καταλλαγής από την έναρξη ισχύος χρόνου των δύο βασικών νομοθετημάτων, των ΠΚ και ΚΠΔ και μετά.

- Νομοθέτηση είτε ουσιαστικών είτε δικονομικών διατάξεων υπό το κράτος εντυπώσεων ή με επικοινωνιακούς όρους δεν θα έπρεπε να είναι επιτρεπτή σε μια δικαιοκρατούμενη πολιτεία.

-  Πιστεύω ότι ο μεταρρυθμιστικός οίστρος της πολιτείας θα
πρέπει, έστω προσκαίρως, να σταματήσει για να δοθεί χώρος και χρόνος για αποτίμηση, περισυλλογή, αναστοχασμό.


Διαβάστε το:

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Α. Ο ισχύων Ποινικός Κώδικας (Ν 4619/2019) ψηφίσθηκε στις 6.6.2019 από τη Βουλή των Ελλήνων και έγινε νόμος του
Κράτους. Η ισχύς του άρχισε την 1.7.2019, συμπληρώνοντας ήδη περισσότερα από τέσσερα έτη ζωής. Ο Ποινικός Κώδικας τροποποιήθηκε στη συνέχεια με τον Ν 4637/2019, τον Ν 4777/2021, τον Ν 4855/2021, τον Ν 4871/2021, τον Ν 4908/2022, τον Ν 4947/2022, τον Ν 5002/2022, τον Ν 5005/2022, τον Ν 5023/2023, τον Ν 5039/2023 και πρόσφατα τον Ν 5090/23.2.2024 (ΦΕΚ Α΄ 30/23.2.2024). Αντικατέστησε τον ΠΚ της 1.1.1951. Έτσι μετά από 70 περίπου χρόνια εφαρμογής του προϊσχύσαντος ΠΚ, έχουμε ένα νομοθέτημα, το οποίο σύμφωνα με το Υπουργείο Δικαιοσύνης και τη συνοδεύουσα το κείμενο αιτιολογική έκθεση που κατατέθηκαν στη Βουλή, στοχεύει μεταξύ άλλων στον εκσυγχρονισμό της ποινικής νομοθεσίας. Στην παρούσα έκδοση έχουν συμπεριληφθεί όλες οι τροποποιήσεις μέχρι τον Ν 5090/2024 (ΦΕΚ Α΄ 30/23.2.2024)

Β. Οι διαδοχικές μεταρρυθμιστικές παρεμβάσεις έχουν την ίδια στόχευση, αυστηροποίηση των ποινών ιδιαίτερα σε εγκλήματα που έχουν απασχολήσει εμφατικά την επικαιρότητα. Η τελευταία παρέμβαση με τίτλο «Παρεμβάσεις στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την επιτάχυνση και την ποιοτική αναβάθμιση της ποινικής δίκης [...]» (Ν 5090/2024) αναφέρεται ιδιαίτερα στην ποινική διαδικασία, όπου επιχειρείται πράγματι τομή
(περιορισμός της αρμοδιότητας των δικαστικών συμβουλίων, ενίσχυση του απευθείας προσδιορισμού, κατάργηση των Πενταμελών Εφετείων, ανάδειξη του μονομελούς δικαστή σε Πρωτοδικείο και Εφετείο κ.ά).

Άξια ιδιαίτερης μνείας είναι περαιτέρω η εισαγωγή της ποινικής ευθύνης των νομικών προσώπων σε θέματα δωροδοκίας (βλ. Παράρτημα, σελ. 245). Επίσης ο περιορισμός των αναβολών, η αυστηροποίηση των προϋποθέσεων για την υφ’ όρον απόλυση, η επαναφορά της απέλασης στην αρμοδιότητα των ποινικών δικαστηρίων, η έκτιση της στερητικής της ελευθερίας ποινής έστω μέρους, ακόμη και για χαμηλά πλημμελήματα, η δήμευση, η περαιτέρω ανάπτυξη των νεοπαγών δικονομικών θεσμών της ποινικής συνδιαλλαγής και της ποινικής διαπραγμάτευσης.

 Όπως ήδη επισημάνθηκε, κοινό στοιχείο όλων των νομοθετικών παρεμβάσεων από το 2019 μέχρι σήμερα είναι η αυστηροποίηση των ποινών. Έτσι εκφράζεται η ελπίδα ότι θα αντιμετωπιστεί, θα αναχαιτισθεί η αυξανόμενη εγκληματικότητα (ακόμη και η παραβατικότητα των ανηλίκων). Ασκείται δηλ. αντεγκληματική πολιτική μέσω της αυστηροποίησης και μόνο. 

Θεωρώ ότι τούτο δεν θα έχει χειροπιαστά αποτελέσματα, θα χρειαστεί με άλλα λόγια ευρύτερος σχεδιασμός που θα
υποστηρίζεται από σειρά κοινωνικών μέτρων

Ξεχωριστή σημασία έχει η σμίκρυνση του χρόνου ανάμεσα στον χρόνο τέλεσης της αξιόποινης συμπεριφοράς και του χρόνου εκδίκασής της. Εξάλλου, η συνεχής και αποσπασματική παρέμβαση στον Ποινικό Κώδικα και τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας δημιουργεί σοβαρά προβλήματα σχετικά με την απονομή της δικαιοσύνης, την ασφάλεια δικαίου, τη λειτουργία του κράτους δικαίου. 

Θα ήταν ορθότερο η όποια παρέμβαση να έχει συνολικό χαρακτήρα, αφού βέβαια θα έχει προηγηθεί περίοδος νηφαλιότητας, ηρεμίας, καταλλαγής από την έναρξη ισχύος χρόνου των δύο βασικών νομοθετημάτων, των ΠΚ και ΚΠΔ και μετά.

Νομοθέτηση είτε ουσιαστικών είτε δικονομικών διατάξεων υπό το κράτος εντυπώσεων ή με επικοινωνιακούς όρους δεν θα έπρεπε να είναι επιτρεπτή σε μια δικαιοκρατούμενη πολιτεία.

 Πιστεύω ότι ο μεταρρυθμιστικός οίστρος της πολιτείας θα
πρέπει, έστω προσκαίρως, να σταματήσει για να δοθεί χώρος και χρόνος για αποτίμηση, περισυλλογή, αναστοχασμό.


Γ. Η προετοιμασία του νέου ΠΚ διήρκεσε περίπου 15 έτη. Συγκεκριμένα τον χειμώνα 2004-2005 ο τότε Υπουργός
Δικαιοσύνης Α. Παπαληγούρας συγκρότησε ειδική νομοπαρασκευαστική επιτροπή υπό τον Καθηγητή Νικόλαο
Ανδρουλάκη που άρχισε τις μεταρρυθμιστικές εργασίες κάνοντας τα πρώτα σημαντικά βήματα. Ακολούθησαν διάφορες
ανασυνθέσεις της ειδικής νομοπαρασκευαστικής επιτροπής και κάποια προσχέδια των διαδοχικών επιτροπών.

Κατέληξαν στο σχέδιο που επεξεργάσθηκε στην τελική φάση, δηλ. από το 2015 και εντεύθεν, η επιτροπή που ορίσθηκε
από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Της ολοκλήρωσης των εργασιών της Ειδικής Επιτροπής σχετικά με το σχέδιο του ΠΚ την
άνοιξη του 2019 ακολούθησε περίοδος διαβούλευσης περίπου 10 εβδομάδων. Σε αυτό το διάστημα έγιναν πολλές εκδηλώσεις με ομιλίες κ.λπ. και στο κέντρο και στην περιφέρεια. Επίσης με δημοσιεύσεις τοποθετήθηκαν νομικοί (ακαδημαϊκοί, δικαστικοί, δικηγόροι) με αναφορές και σε θετικά σημεία και σε ελλείψεις του νέου ΠΚ. Το Υπουργείο Δικαιοσύνης ανακοίνωσε ότι έλαβε υπόψη του και ενσωμάτωσε αρκετές προτάσεις από αυτές που διατυπώθηκαν στη διάρκεια της διαβούλευσης.

Δ. Με τον νέο ΠΚ αφενός εισάγονται ορισμένες καινοτομίες, ιδιαίτερα στην ενότητα των κυρώσεων (π.χ. η παροχή
κοινωφελούς εργασίας ως ποινή ισότιμη της στερητικής), αφετέρου αναμορφώνονται οι λεγόμενες ευεργετικές διατάξεις, αναπλάθεται η διάταξη του άρθρου 79 περί επιμέτρησης της ποινής, εισάγονται κάποιες νέες ρυθμίσεις στο πεδίο των οικονομικών εγκλημάτων (περιουσιακών εν ευρεία εννοία) κυρίως με τη μορφή της
«πλημμεληματοποίησης» κακουργημάτων, καταργούνται ορισμένες μορφές εγκληματικής συμπεριφοράς (π.χ. βλασφημία) ή μέτρων ασφαλείας (απέλαση, άρθρο 74 ΠΚ). Επίσης καταργείται ο γνωστός νόμος 1608 περί καταχραστών του Δημοσίου από το 1950, που εμφανίζεται πλέον σε επιμέρους οικονομικά εγκλήματα ως επιβαρυντική περίσταση.

Ε. i. Από τις τρεις ενότητες (άρθρα 1-49, 50-133, 134-τέλος) η πρώτη δέχθηκε τις λιγότερες επεμβάσεις. Η πρώτη
ενότητα, ο δογματικός πυρήνας του ΠΚ, διατηρεί τη βασική δογματική δομή του. Οι επεμβάσεις (μεταξύ άλλων
ιδιαίτερη νομική υποχρέωση, άμυνα, κατάσταση ανάγκης, πλάνη, απόπειρα, συμμετοχή) έχουν προκαλέσει κριτική
στην επιστημονική κοινότητα, όπου μέσα στο χρόνο και τον επιστημονικό διάλογο θα φανεί η βασιμότητά τους ή μη
και σε ποια έκταση. Οι τέσσερις θεμελιώδεις διατάξεις των άρθρων 1, 14, 79 και 20 παραμένουν φυσικά και συνθέτουν
την έδρα του ποινικού οικοδομήματος (η διάταξη του άρθρου 79 περί επιμετρήσεως της ποινής έχει αναμορφωθεί εκτεταμένα, προβλέπεται δε σε ειδική παράγραφο η αιτιολόγηση της επιμέτρησης).

Άξια ιδιαίτερης μνείας είναι η εισαγωγή της «διχοτόμησης» και αντίστοιχα η κατάργηση της «τριχοτόμησης» (βλ.
άρθρο 18). Τα πταίσματα τα οποία εκπίπτουν του κορμού του ΠΚ παραπέμπονται σε ειδική διοικητική διαδικασία. Έτσι
το κύριο σώμα του ποινικού οικοδομήματος δέχεται σημαντική ελάφρυνση που διευρύνεται με την εκκαθάριση των «χαμηλών πλημμελημάτων».

ii. Η δεύτερη ενότητα που αναφέρεται στις κυρώσεις (ποινές, μέτρα ασφαλείας) και στη διαμόρφωσή τους και έκτισή
τους μέσω ευεργετικών διατάξεων έχει δεχθεί επίσης κριτική, ιδιαίτερα σε σχέση με την επιτυχή και αποτελεσματική
άσκηση αντεγκληματικής πολιτικής και ενόψει του σκοπού της ποινής (λ.χ. έκτιση στερητικών της ελευθερίας ποινών, για πλημμελήματα απειλούμενα με 3-5 έτη ή όχι, μετατροπή της στερητικής της ελευθερίας ποινής σε χρηματική ή όχι). Και εδώ ισχύει αυτό που ελέχθη προηγουμένως, ότι δηλ. μέσα στο χρόνο και την εφαρμογή θα φανεί το δικαιολογημένο ή μη αυτής της κριτικής και θα κριθεί μετά από νηφάλια σκέψη η ανάγκη επαναθεωρήσεως. Τούτο επιχειρήθηκε από τους Ν 4637/2019 και Ν 4855/2021 (όπως τροποποιήθηκε με τον Ν 4871/2021).

iii. Η τρίτη και τελευταία ενότητα καλύπτει το Ειδικό Μέρος του ΠΚ, δηλ. τις επιμέρους ομάδες εγκλημάτων κατά βάση με άξονα το προστατευόμενο έννομο αγαθό. Και εδώ έχει ασκηθεί κριτική σε σειρά θεμάτων (π.χ. αυτεπάγγελτο ή μη της δίωξης, συνέπειες επιστροφής του πράγματος σε κλοπή ή ληστεία, ποινική αντιμετώπιση εγκληματικής οργάνωσης, κατοχή εκρηκτικών υλών, κοινώς επικίνδυνα εγκλήματα, ύψος ποινής σε ανθρωποκτονία κ.ά.). Και εδώ ισχύει πλέον το αυτό, ότι δηλ. με την εφαρμογή των επιμέρους διατάξεων (που αμφισβητούνται) θα αποσαφηνισθεί η
ανάγκη της αναμορφώσεως ή μη. Τούτο επιχείρησαν οι Ν 4637/2019 και Ν 4855/2021 (όπως τροποποιήθηκε με τον Ν
4871/2021). Άξιες προσοχής είναι οι μεταρρυθμίσεις με τον Ν 4947/2022 στη σύγχρονη μορφή τέλεσης της απάτης
(ηλεκτρονική απάτη), ενώ με τον Ν 5039/2023 επήλθαν τροποποιήσεις στις διατάξεις των άρθρων 291, 372 και 374
παρ. 1 ΠΚ, που υιοθετήθηκαν μετά το δυστύχημα των Τεμπών. 

Επίσης επισημαίνεται η αναγνώριση της ποινικής ευθύνης νομικών προσώπων σε υποθέσεις δωροδοκίας. Η ρύθμιση αυτή αποτελεί novum για το δογματικό οικοδόμημα του ελληνικού ποινικού δικαίου. Γι’ αυτό επιβάλλεται η δογματική επεξεργασία της έτσι ώστε η ένταξή της να γίνει χωρίς τριβές.

ΣΤ. Ο νέος ΠΚ, πιστεύω, θα συνεχίσει την κραταιά παράδοση του προϊσχύσαντος ΠΚ. Τα στοιχεία του φιλελεύθερου δημοκρατικού, δικαιοκρατικού, ανθρωποκεντρικού νομοθετήματος θα πρέπει να συνοδεύουν και να συνθέτουν το προφίλ του νέου ΠΚ. Ο νέος ΠΚ πρέπει να τύχει της ευρύτερης δυνατής συναίνεσης μέσα στην κοινωνία.

Αποτυπώνοντας αρχές και κανόνες της κοινωνικής ηθικής θα έχει τότε αποδοχή, σεβασμό, συμμόρφωση, όταν η
λειτουργία του, αλλά και η κριτική (που μέλλει να ασκηθεί), γίνουν με όρους νηφαλιότητας και αυτοσυγκράτησης. Και
αυτή την ευκαιρία πιστεύω ότι πρέπει να έχει ο νέος ΠΚ (Ακόμη και ένας ατυχής ή και κακός νόμος μπορεί και πρέπει να αλλάξει με νέο νόμο. Το παράδειγμα του σεβασμού απέναντι στον νόμο από τον Σωκράτη είναι εξόχως διδακτικό και πάντοτε επίκαιρο).

Η επιτυχής άσκηση της αντεγκληματικής πολιτικής, η ανάπτυξη της αποτρεπτικής, της συγκρατητικής δύναμης του ΠΔ
απαιτεί σήμερα –και ενόψει της σύνθετης, πολύμορφης εγκληματικότητας με διεθνείς διαστάσεις και διακλαδώσεις– ΠΚ με σαφές περίγραμμα (χωρίς όμως ιδεολογικό επίχρισμα) με σαφείς διατάξεις, με συνεπή τήρηση των αρχών της αναλογικότητας, της νομιμότητας, των αρχών του Κράτους Δικαίου. Θεωρώ ότι η γενική θετική πρόληψη έχει προέχουσα σημασία στην αποτρεπτική δύναμη και λειτουργία του ΠΔ. Και σε αυτό συμβάλλει κατά τη γνώμη μου και η ορθολογική κατάστρωση των κυρώσεων σε ανταπόκριση με το επικρατούν αξιακό σύστημα και τις πραγματικές δυνατότητες του σωφρονιστικού μας συστήματος.

Η αντεγκληματική πολιτική αποδυναμώνεται τότε, όταν η συνδυαστική και «έντεχνη» προσέγγιση των ευεργετικών
διατάξεων οδηγεί σε υπερκέραση των απειλούμενων και επιβαλλόμενων κυρώσεων. Η διάσταση ανάμεσα στις επιβαλλόμενες και εκτιόμενες ποινές είναι ό,τι χειρότερο για την αντεγκληματική πολιτική. Οι λεγόμενες «ασυμπίεστες» ποινές αποτελούν, όπως υποστηρίζεται, μοχλό άσκησης λυσιτελούς αντεγκληματικής πολιτικής.

Πιστεύω ακράδαντα ότι ισχύει και σήμερα: όσο λιγότερο ΠΔ τόσο το καλύτερο, ιδιαίτερα ενόψει αντεγκληματικής πολιτικής, υπό μία αδήριτη όμως προϋπόθεση: συνεπής έκτιση της ποινής. Οι σκοποί της ποινής διεισδύουν και στις τρεις φάσεις του ποινικού φαινομένου: απειλή (προεχόντως γενική πρόληψη), κατάγνωση (ισορροπία γενικής και ειδικής προλήψεως) και έκτιση της ποινής (προεχόντως ή και αποκλειστικά ειδική πρόληψη). Επίσης η μη επιβολή κυρώσεων σε επαναλαμβανόμενες μορφές εννόμου συμπεριφοράς, η απάθεια (ή και ανοχή) της Πολιτείας, προλειαίνει το έδαφος για το καθεστώς της ανομίας και τις καταστρεπτικές διαλυτικές επιπτώσεις της. Και βέβαια αντεγκληματική πολιτική κάτω από τέτοιες συνθήκες δεν μπορεί με έλλογο τρόπο να ασκηθεί.

Ζ. Τέλος, σημειώνω ότι βρισκόμαστε ήδη από αρκετό χρόνο σε νέα εποχή. Η σύγκλιση του ηπειρωτικού και του αγγλοσαξωνικού δικαιικού χώρου και στο πεδίο του ΠΔ γίνεται πλέον αισθητή και στη χώρα μας και στο νομικό μας σύστημα. Ιδιαίτερα μέσω των Αποφάσεων (παλαιότερα), των Οδηγιών της ΕΕ και των Διεθνών Συμβάσεων, επιχειρείται διείσδυση και συνακόλουθα ανάπλαση του δογματικού μας οικοδομήματος. Εδώ η πρόκληση είναι τεράστια για όλους μας: αφενός συμπόρευση και ενσωμάτωση συγχρόνων εξελίξεων και αφετέρου διατήρηση και εμπέδωση δικαιοκρατικών ερεισμάτων, θεσμών και δογματικών καταβολών. Το ποινικό δόγμα αποτελεί εγγύηση της ασφάλειας δικαίου και του Κράτους Δικαίου.

Ευχαριστώ θερμά τον εκδοτικό οίκο «Νομική Βιβλιοθήκη» και ιδιαίτερα τη Λίλα και τον Αντώνη Καρατζά και τους συνεργάτες τους, ιδιαίτερα τη Μαρία Γεωργιάδου και τη Σταυρούλα Φίκαρη, δικηγόρους, για την άψογη συνεργασία και υπεύθυνη συμβολή τους κατά την προετοιμασία του παρόντος Κώδικα. Επίσης ευχαριστώ τη Μαριλένα Κατσογιάννου, Λέκτορα της Νομικής Σχολής του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, Δικηγόρο, για τη συνδρομή της.