Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2022

Ενωση Δικαστών και Εισαγγελέων: Ηπια η Πρόεδρος Μαργαρίτα Στενιώτη απέναντι στη σφοδρή προσπάθεια της Κυβέρνησης, για εκμετάλλευση της Δικαιοσύνης!


"Η Δικαιοσύνη, πολλές φορές, αντιμετωπίζεται με ισοπεδωτική λογική και οι αποφάσεις της προσεγγίζονται ιδεολογικά, με κριτήρια σκοπιμότητας, κριτήρια λαϊκισμού ή με το κριτήριο της εξυπηρέτησης ή μη κομματικών συμφερόντων, διακρίνονται δε σε αρεστές ή μη αρεστές, στην Κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση, δεν σπανίζουν δε και οι περιπτώσεις που ασκείται κριτική στο έργο της Δικαιοσύνης μέχρι και με ιδεοληπτικά κριτήρια".

Είναι λόγια της Προέδρου της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, εφέτη Μαργαρίτας Στενιώτη, η οποία στάθηκε με ηπιότητα απέναντι στις επιθέσεις και στη σφοδρή εκμετάλλευση της Δικαιοσύνης, που επιχειρείται από την Κυβέρνηση και την πολιτική εξουσία, σε μία από τις πιό δύσκολες και ζοφερές περιόδους, που έχουν αντίκτυπο στο έργο δικαστών και εισαγγελέων.

Η κ. Στενιώτη, που άνοιξε τη χτεσινή Ετήσια Γενική Συνέλευση της Ενωσης Δικαστών και Εισαγγελέων δεν παρέλειψε να μιλήσει γιά
 "όρια, που  πρέπει να τίθενται στην  κριτική που ασκείται, ιδίως από πρόσωπα του πολιτικού συστήματος", ώστε "να μην φθάνει στην παραβίαση της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών και στο σημείο της στοχοποίησης των προσώπων των Δικαστών".

Ωστόσο δεν έκανε λόγο, γιά τα όρια Δημοκρατίας, που θα μπορούσε να θέσει η Δικαιοσύνη, με τις αποφάσεις της, στην πολιτική εξουσία.

Αντί αυτού, μίλησε αποστασιοποιημένα, λέγοντας:

"Με δεδομένο δε ότι, παρατηρείται έντονη ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, πρέπει να καταστήσουμε γνωστό ότι οι δικαστικές αποφάσεις δεν επιλύουν πολιτικές αντιπαραθέσεις, ούτε και δύνανται να αποτελούν προϊόν «δημόσιας διαβούλευσης». Οι κριτές των Δικαστών οφείλουν να αυτοπεριορισθούν στον θεσμικά προβλεπόμενο ρόλο τους, να μην εμπλέκουν τη Δικαιοσύνη στο «πολιτικό παιχνίδι» και να μην υπονομεύουν με τις δηλώσεις τους την καθοριστική συμβολή της Δικαιοσύνης στην εύρυθμη λειτουργία της πολιτείας. Η ακύρωση του θεσμικού ρόλου της αποτελεί πλήγμα για τη Δημοκρατία και τούτο διότι κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών σ’ αυτή".

Με την ίδια ηπιότητα αντιμετώπισε και το κρίσιμο θέμα των Δικηγόρων Νομικής Βοήθειας, που παραμένουν επί τρεις μήνες απλήρωτοι, με αποτέλεσμα να πλήττεται κατάστηθα το δικαίωμα δικαστικής προστασίας για τους αδύναμους!

Ανέφερε σχετικά η κ. Στενιώτη:

 "H υποχρέωση της πολιτείας για διασφάλιση ανεµπόδιστης και αποτελεσµατικής άσκησης του δικαιώµατος δικαστικής προστασίας για τους αδύναμους παραβιάζεται λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εκκαθάριση των αποζημιώσεων νομικής βοήθειας περί τα τρία έτη. Η παράλειψη αυτή, που οδήγησε τους συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης σε αποχή από τα καθήκοντά τους από τις υποθέσεις νομικής βοήθειας προκαλεί προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης με τις συνεχείς αναβολές των εν λόγω υποθέσεων και επιτείνει τη δυσμενή θέση στην οποία βρίσκονται οι οικονομικά αδύναμοι πολίτες".

ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΤΑΚΤΙΚΗ ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ ΤΗΣ 17ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2022 ΤΗΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΣΤΕΝΙΩΤΗ.

"Η ∆ικαιοσύνη αντανακλά τον βαθμόν του πολιτισμού μίας χώρας. Ο καλός δικαστής καθιστά καλλίτερον τον άνθρωπο και την κοινωνίαν. Η χρεωκοπία του δικαστού είναι η αρχή της κοινωνικής αποσυνθέσεως και διαλύσεως». Τα λόγια αυτά του Αλέξανδρου Φλώρου, ενός Δικαστή που διώχθηκε, υπερασπιζόμενος το κύρος της Δικαιοσύνης και την ανεξαρτησία των Δικαστικών Λειτουργών, καθοδηγούν και σήμερα τους Έλληνες Δικαστικούς Λειτουργούς, καθότι συνοψίζουν το θεμελιώδη εγγυητικό ρόλο, που επιφυλάσσει το Σύνταγμά μας στο θεσμό της Δικαιοσύνης. Η σπουδαιότητα του ρόλου αυτού της Δικαιοσύνης διαφαίνεται εντονότερα τα τελευταία δώδεκα χρόνια, πρώτα της οικονομικής και αξιακής κρίσης και μετέπειτα της υγειονομικής κρίσης, δεδομένου ότι λειτούργησε και εξακολουθεί να λειτουργεί ως συνεκτικός ιστός της κοινωνίας και ως θεσμός που εγγυάται την ισονομία μεταξύ των πολιτών και μάλιστα την εποχή τούτη, που οι οικονομικές ανισότητες είναι εντονότερες.

Η φετινή ετήσια γενική συνέλευση λαμβάνει χώρα σε μία εποχή με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Σε μία εποχή, κατά την οποία η Δικαιοσύνη επωμίζεται μεγάλο βάρος, λόγω της έξαρσης φαινομένων σκληρής εγκληματικότητας, ειδεχθών και αποτρόπαιων εγκλημάτων, που στρέφονται κατά των έννομων αγαθών της ζωής, της γενετήσιας ελευθερίας, ιδίως των γυναικών, των ανηλίκων και εν γένει ευάλωτων προσώπων.

Σε μία εποχή, στην οποία πυκνώνουν τα φαινόμενα προσπάθειας του πολιτικού συστήματος η Δικαιοσύνη, μέσω των δικών δημοσίου ενδιαφέροντος, να εμπλακεί στο πεδίο των πολιτικών αντιπαραθέσεων. Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά στη χώρας μας, που δικαστικές υποθέσεις εξαιρετικής φύσεως και μείζονος κοινωνικού ενδιαφέροντος πυροδοτούν έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, οι οποίες εξελίσσονται, κατ΄ ουσία, σε κομματική αντιδικία με επίκεντρο την Δικαιοσύνη. Και δεν είναι η πρώτη φορά, που, κατά τη διάρκεια των πολιτικών αυτών αντιπαραθέσεων, οι πράξεις και οι ενέργειες των Δικαστικών Αρχών εγκωμιάζονται ή αποδοκιμάζονται με κριτήρια υποκειμενικά ανάλογα με το πολιτικό όφελος ή την πολιτική ζημία και με τις ιδιότητες μάλιστα αυτές (εγκωμιάζοντος και αποδοκιμάζοντος) να εναλλάσσονται, συνεχώς, ακόμη και μεταξύ των ιδίων προσώπων.

Η Δικαιοσύνη, πολλές φορές, αντιμετωπίζεται με ισοπεδωτική λογική και οι αποφάσεις της προσεγγίζονται ιδεολογικά, με κριτήρια σκοπιμότητας, κριτήρια λαϊκισμού ή με το κριτήριο της εξυπηρέτησης ή μη κομματικών συμφερόντων, διακρίνονται δε σε αρεστές ή μη αρεστές, στην Κυβέρνηση ή στην αντιπολίτευση, δεν σπανίζουν δε και οι περιπτώσεις που ασκείται κριτική στο έργο της Δικαιοσύνης μέχρι και με ιδεοληπτικά κριτήρια.

Παρατηρείται μια ευρέως διαδεδομένη τάση αμφισβήτησης του κύρους των δικαστικών αποφάσεων, δηλαδή του έργου των Δικαστών.

Η ελευθερία έκφρασης των πολιτών αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα. Στο πλαίσιο της ελευθερίας έκφρασης, μπορεί να ασκείται κριτική στις δικαστικές αποφάσεις, γιατί και η δικαιοδοτική εξουσία, όπως κάθε κρατική εξουσία, πηγάζει, σύμφωνα με το δημοκρατικό μας Σύνταγμα, από το Λαό και ασκείται στο όνομά του. Ωστόσο, πρέπει να τίθενται όρια και η κριτική που ασκείται, ιδίως από πρόσωπα του πολιτικού συστήματος να μην φθάνει στην παραβίαση της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών και στο σημείο της στοχοποίησης των προσώπων των Δικαστών.

Η τακτική της κριτικής της μη «αρεστής» απόφασης με κακόπιστα και κακόβουλα σχόλια, με ύβρεις, υπαινιγμούς και απειλές ή ακόμη και πειθαναγκαστικά κατά των Δικαστικών Λειτουργών μέσα κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη, υπονομεύει το κύρος του θεσμού, του Κράτους Δικαίου και εν τέλει της ίδιας της Δημοκρατίας. Η άσκηση κριτικής επί αποφάσεων οφείλει να γίνεται με επιστημονικά και τεκμηριωμένα κριτήρια, εντός της κοσμιότητας και εντιμότητας, μη εξικνούμενη από ταπεινές σκοπιμότητες, επιδιώξεις προσωπικού συμφέροντος και εξυπηρέτησης αλλοτρίων της Δικαιοσύνης σκοπών.

Απέναντι στην εγγενή αυτή παθογένεια του πολιτικού συστήματος, που αγνοεί ακόμη και την ίδια τη νομοθεσία, η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων διαβεβαιώνει, ότι οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί Λειτουργοί της Χώρας επιτελούν με σθένος τα καθήκοντα τους, με μοναδικό γνώμονα το Σύνταγμα, τους Νόμους του Κράτους, τη φωνή της συνείδησης τους και βέβαια τα στοιχεία της δικογραφίας και τα αναγνωριζόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα. Επίσης, διαβεβαιώνουμε ότι οι Έλληνες Δικαστικοί Λειτουργοί δεν πτοούνται από τις επικρίσεις, ακόμη και τις κακοπροαίρετες, ούτε γοητεύονται από τους εγκωμιασμούς και τούτο γιατί πράττουν το καθήκον τους με ευσυνειδησία και χάριν της ευθυκρισίας τους, έχοντας πάντοτε στο επίκεντρο της δικαιοδοτικής τους κρίσης τον Άνθρωπο, συμβάλλουν τα μέγιστα στην εμπέδωση της κοινωνικής ειρήνης και συνοχής και αποτελούν διαχρονικά τον εγγυητή των ατομικών δικαιωμάτων όλων των πολιτών της Χώρας.

Σ’ ένα ευνομούμενο δημοκρατικό κράτος, όπως η χώρα μας, ο ρόλος των Δικαστικών Ενώσεων, μεταξύ των άλλων, είναι η ανάδειξη του έργου των Δικαστών. Με δεδομένο δε ότι παρατηρείται έντονη ποινικοποίηση της πολιτικής ζωής, πρέπει να καταστήσουμε γνωστό ότι οι δικαστικές αποφάσεις δεν επιλύουν πολιτικές αντιπαραθέσεις, ούτε και δύνανται να αποτελούν προϊόν «δημόσιας διαβούλευσης». Οι κριτές των Δικαστών οφείλουν να αυτοπεριορισθούν στον θεσμικά προβλεπόμενο ρόλο τους, να μην εμπλέκουν τη Δικαιοσύνη στο «πολιτικό παιχνίδι» και να μην υπονομεύουν με τις δηλώσεις τους την καθοριστική συμβολή της Δικαιοσύνης στην εύρυθμη λειτουργία της πολιτείας. Η ακύρωση του θεσμικού ρόλου της αποτελεί πλήγμα για τη Δημοκρατία και τούτο διότι κλονίζει την εμπιστοσύνη των πολιτών σ’ αυτή.

Η έννοια του κράτους δικαίου αναφέρεται στη σχέση του κράτους, δηλαδή της κρατικής εξουσίας με το δίκαιο και αποτελεί θεμελιώδη αρχή του Συντάγματος. Κάθε απόκλιση από το περιεχόμενο της θεμελιώδους αυτής αρχής εκλαμβάνεται ως μη αποδεκτή αυθαιρεσία. Στην καρδιά της Ευρώπης και συγκεκριμένα στην Ουγγαρία και την Πολωνία παρατηρείται το φαινόμενο του μειούμενου σεβασμού στο κράτος δικαίου, που φθάνει μέχρι του σημείου της διακινδύνευσης της ουσίας του. Και το ερώτημα είναι αν και στη χώρα μας έχουμε συρρίκνωση του κράτους δικαίου με την παραβίαση της αρχής της δίκαιης δίκης, διότι δεν μπορούμε να μιλάμε για δίκαιη δίκη, όταν οι δίκες πρώτα διεξάγονται στα τηλεοπτικά κανάλια, που κυριαρχεί ο θεσμικός λαϊκισμός, ο οποίος συντηρείται με τις ανακρίβειες και το ψεύδος και ο οποίος ανατρέπει κάθε σεβασμό στις ελευθερίες και στα δημοκρατικά δικαιώματα, που κατακτήθηκαν με αγώνες και μετά ακολουθούν τα αρμόδια δικαστικά όργανα. Γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για κράτος δικαίου, όταν χωρίς καν να έχει ασκηθεί ποινική δίωξη ακυρώνονται στοιχειώδη έννομα δικαιώματα του ατόμου. Ο πολίτης νοιώθει ευάλωτος και ανοχύρωτος μπροστά στις κοινωνικές προγραφές.

H δίκαιη δίκη αποτελεί μια θεμελιωδώς σημαντική εγγύηση σε κάθε δημοκρατική κοινωνία. Ο πολίτης έχει ανάγκη από Δίκαιη Δίκη, όπως επιτάσσουν το Σύνταγμα και τα Διεθνή Κείμενα. Στον βωμό της δημοσιότητας και δίχως στάθμιση μεταξύ του δικαιώματος στην πληροφόρηση, το οποίο είναι επίσης συνταγματικά κατοχυρωμένο, και των δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και των θυμάτων θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου παραγκωνίζονται, η αρχή της δίκαιης δίκης κινδυνεύει και η πρόβλεψη στον Κώδικα Επαγγελματικής Ηθικής και Κοινωνικής Ευθύνης των δημοσιογράφων ότι «Η δημοσιογραφία, ως επάγγελμα, αλλά και κοινωνικό λειτούργημα, συνεπάγεται δικαιώματα, καθήκοντα και υποχρεώσεις. Ο δημοσιογράφος δικαιούται και οφείλει: Να σέβεται το τεκμήριο της αθωότητας και να μην προεξοφλεί τις δικαστικές αποφάσεις» παραμένει διακήρυξη επί χάρτου.

Το τεκμήριο αθωότητας, αν και αποτελεί σημαντικό θεμέλιο κατά την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης και είναι, και θα πρέπει να είναι, δεδομένο για κάθε κατηγορούμενο, ακόμα και για υποθέσεις που προκαλούν το δημόσιο αίσθημα και φέρουν έντονο το στοιχείο της ηθικής απαξίας κακοποιείται βάναυσα.. Ο προκαταβολικός στιγματισμός και διασυρμός των κατηγορουμένων, ήδη, από το στάδιο της προανάκρισης αποτελεί, πλέον, καθημερινό φαινόμενο. Η καθιέρωση του τεκμηρίου της αθωότητας, μετά τη γαλλική επανάσταση, στο άρθρο 9 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1789 και στο Ελληνικό Σύνταγμα της Γ΄ Εθνοσυνέλευσης του 1827 στην Τροιζήνα αποδεικνύει τη σημασία του για ένα Κράτος Δικαίου. Στις ημέρες μας, ο άνθρωπος, του οποίου ο σεβασμός είναι πρωταρχική υποχρέωση μιας δημοκρατικής κοινωνίας, στην προσπάθεια αύξησης της θεαματικότητας, γίνεται αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης, είτε είναι θύμα είτε θύτης, στα πλαίσια ενός ανελέητου αγώνα επικράτησης στο χώρο του εμπορίου των ειδήσεων. Το θύμα θυματοποιείται εκ νέου για δεύτερη φορά ή για πολλοστή φορά ενώ προεξοφλείται η ενοχή του φερόμενου ως δράστη.

Το καινοφανές αυτό στοιχείο της αποθέσμισης και της εξάρθρωσης των δικαιοκρατικών εγγυήσεων, έννοιες που χρησιμοποιεί το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, πρέπει να μας προβληματίσει. Η αρχή του κράτος δικαίου δεν πρέπει να έχει μόνο διακηρυκτικό περιεχόμενο αλλά πρέπει να υποστηρίζεται και από έναν συντεταγμένο εγγυητικό μηχανισμό ελέγχου.

Επίσης, το τελευταίο χρονικό διάστημα, παρατηρείται, έντονα, το φαινόμενο της επίκλησης του κοινού περί δικαίου αισθήματος. Η επίκληση και αξιοποίηση του γενικού αισθήματος απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή, γιατί έχει σημασία πως διαμορφώνεται το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Είναι αποτέλεσμα έγκυρης ενημέρωσης των πολιτών ή αντίθετα αποτέλεσμα των αποφάσεων των τηλε- δικαστών και των τηλε-εισαγγελέων, που «εκδίδονται» με φήμες, εικασίες και σχόλια της καθημερινότητας ή ακόμα περισσότερο αποτέλεσμα των fake news, που αναρτώνται στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και διαδίδονται αστραπιαία, δίχως κανένα έλεγχο περί της ορθότητας και της αλήθειας τους; Η έρευνα του τρόπου διαμόρφωσης του κοινού περί δικαίου αισθήματος είναι σημαντική, γιατί πολύ εύκολα μπορούμε να οδηγηθούμε σε εκτροπή προς τα λαϊκά δικαστήρια και την πυρά για τις «μάγισσες» της κάθε εποχής
Ειδικές συνθήκες άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος

Η Δικαστική Εξουσία είναι εξουσία ισότιμη και ισόκυρη με την Εκτελεστική και τη Νομοθετική εξουσία. Η ισοτιμία αυτή, ωστόσο, δεν αναγνωρίζεται εμπράκτως από τις άλλες δύο εξουσίες, με συνέπεια οι συνθήκες απονομής της Δικαιοσύνης να απαιτούν εκσυγχρονισμό. Η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων επιζητά τη συνεργασία με τους αρμόδιους θεσμικούς φορείς, ώστε να ληφθούν κοινές δράσεις προς την κατεύθυνση της βελτίωσης της απονομής της Δικαιοσύνης και της επίλυσης των χρονιζόντων προβλημάτων. Όμως οι εκπρόσωποι των άλλων δύο ισότιμων λειτουργιών πρέπει να κατανοήσουν τις ειδικές συνθήκες άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος, κυρίως δε των πολιτικών και ποινικών Δικαστικών Λειτουργών, να κατανοήσουν το διαρκές άγχος περαίωσης όγκου δικαστικής ύλης πολύ μεγαλύτερου από τις αντοχές τους, ιδίως όταν πρέπει να συμφιλιώσουν την επαγγελματική με την οικογενειακή τους ζωή. Πρέπει να λάβει τέλος ο μύθος του υψηλόμισθου Δικαστή, που εργάζεται 9 έως 3 και το καλοκαίρι κάνει διακοπές. Πρέπει να αναδείξουμε την αλήθεια. Ο δικαστής, ανεξαρτήτως εάν είναι νέος ή αρχαιότερος στην επετηρίδα ασκεί το λειτούργημα του υπό αντίξοες συνθήκες σε ακριτικά νησιά και παραμεθόριες περιοχές, εργάζεται άνευ ωραρίου, ημέρα και νύκτα και γιορτές και το καλοκαίρι περαιώνει τις εκατοντάδες πολιτικές και ποινικές υποθέσεις που χρεώθηκε κατά τη διάρκεια του δικαστικού έτους. Να καταστήσουμε γνωστό, ότι η πολιτεία δεν του παρέχει τα μέσα άσκησης του λειτουργήματος, το οποίο ασκεί σε πολλές πόλεις της χώρας μας σε ακατάλληλες υποδομές, σε Δικαστήρια με αποδυναμωμένες δικαστικές γραμματείες, ότι κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του θα μετατεθεί τουλάχιστον 7 – 8 φορές, ότι η πλειοψηφία των Δικαστικών Λειτουργών διατηρεί αναγκαστικά διπλή κατοικία, έχει υπέρογκα έξοδα μετάβασης στον τόπο υπηρεσίας του, ότι η πολιτεία δεν του παρέχει βιβλία, σύνδεση σε τράπεζες νομικών πληροφοριών, δεν του παρέχει τεχνολογικό εξοπλισμό, παρά το γεγονός, ότι έχουμε εισέλθει στην εποχή της ψηφιακής Δικαιοσύνης.

Αυτές τις ειδικές συνθήκες άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος αναγνώρισε ο νομοθέτης για πρώτη φορά το έτος 1997 και θέσπισε δύο επιδόματα αποζημιωτικού χαρακτήρα, τα οποία συνέχονται με το κόστος ζωής και τις δαπάνες άσκησης του δικαστικού λειτουργήματος. Το ίδιο έπραξε και ο νομοθέτης το έτος 2008 αλλά λόγω των γνωστών μνημονιακών μέτρων αυτά περιεκόπησαν και σήμερα ανέρχονται στο επίπεδο του χρόνου θέσπισής τους, δηλαδή του έτους 1997, όταν επικρατούσαν εντελώς διαφορετικές οικονομικές συνθήκες. Όλες οι Δικαστικές Ενώσεις αιτηθήκαμε απευθείας στον Πρωθυπουργό της χώρας, την επικαιροποίηση αυτών των επιδομάτων, ώστε να ανέλθουν στο επίπεδο του έτους 2008 και αναμένουμε απάντηση, η οποία ευελπιστούμε ότι θα είναι θετική λόγω της εμπεριστατωμένης τεκμηρίωσης του αιτήματός μας και επιθυμούμε και τη συναίνεση των εκπροσώπων των κομμάτων της αντιπολίτευσης, με δεδομένο ότι από την 20η Αυγούστου του 2022 η Ελλάδα εξήλθε από το καθεστώς της ενισχυμένης ευρωπαϊκής εποπτείας. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρω, ότι η δημοσιονομική υποτέλεια της Δικαιοσύνης προς την Κυβέρνηση επιφέρει ρήγμα στην αρχή της διάκρισης των λειτουργιών και στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση φρονώ ότι πρέπει να τεθεί το θέμα της οικονομικής αυτοτέλειας της Δικαιοσύνης.

Σε μία συνέλευση εν ενεργεία Δικαστικών Λειτουργών θα αποτελούσε μεγάλη παράλειψη και προσβολή η μη αναφορά στα προβλήματα των συνταξιούχων – επίτιμων Δικαστικών Λειτουργών, οι οποίοι αγωνίζονται για να ανακτήσουν τη θέση που τους αναγνωρίζει το ίδιο το Σύνταγμα. Συνάδελφοι που κόσμησαν την Δικαιοσύνη αγωνίζονται για την εξασφάλιση ενός ικανοποιητικού επιπέδου διαβίωσης, όσο το δυνατόν εγγύτερου προς εκείνο που είχαν κατακτήσει κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου. Το Σύνταγμα κατοχυρώνει ως εγγύηση για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαστικής λειτουργίας και της παροχής στους πολίτες αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας την ιδιαίτερη συνταξιοδοτική μεταχείριση των Δικαστικών Λειτουργών. Η συνταγματική επιταγή της ιδιαίτερης συνταξιοδοτικής μεταχείρισης δεν λαμβάνεται υπόψη από τη νομοθετική εξουσία αλλά και η εκτελεστική εξουσία αρνείται να συμμορφωθεί με δικαστικές αποφάσεις, που έκριναν ως αντισυνταγματικές περικοπές των συντάξιμων αποδοχών και οδήγησαν σε ουσιώδη ανατροπή των οικονομικών δεδομένων, στα οποία δικαιολογημένα είχαν αποβλέψει, με συνέπεια να μην δύνανται οι συνάδελφοι αυτοί και μετά το πέρας του ενεργού υπηρεσιακού τους βίου να διατηρήσουν επίπεδο διαβίωσης ανάλογο προς το κύρος του δικαστικού λειτουργήματος και εγγύτερο κατά το δυνατόν προς εκείνο το οποίο εξασφάλιζαν οι αποδοχές τις οποίες λάμβαναν στη θέση και στον βαθμό που κατείχαν κατά την αποχώρησή τους από την ενεργό υπηρεσία. Συνέπεια των παραλείψεων των δύο εξουσιών του κράτους είναι η ακύρωση ενός κοινωνικού κεκτημένου και η κατάλυση της έννοιας της κοινωνικής αλληλεγγύης κατά παράβαση της αρχής του κοινωνικού κράτους και της αρχής της αναλογικότητας. Υποχρέωση και ευθύνη της εκτελεστικής εξουσίας αποτελεί η συμμόρφωση στις δικαστικές αποφάσεις και ο σεβασμός των αρχών της χρηστής διοίκησης, της αναλογικότητας, της προστατευόμενης εμπιστοσύνης στη διοίκηση σε συνδυασμό με την αρχή της νομιμότητας εν ευρεία έννοια. Η δεδομένη παράλειψη δε από την πλευρά του κράτους δημιουργεί συνθήκες προσβολής του θεσμού της κοινωνικής ασφάλισης, από τις οποίες απορρέει κι η σχετική ευθύνη του κράτους και των εμπλεκόμενων οργάνων του.

Είναι γνωστό από όλους όσους παρευρίσκονται σ’ αυτή την αίθουσα, ότι στο Σύνταγμα κατοχυρώνεται το δικαίωμα κάθε προσώπου σε δικαστική ακρόαση και προστασία των δικαιωμάτων και έννομων συμφερόντων του και παράλληλα ότι η αρχή του κοινωνικού κράτους τελεί υπό την εγγύηση της πολιτείας και όλα τα κρατικά όργανα οφείλουν να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Ωστόσο, η αποτελεσματική άσκηση του δικαιώματος δικαστικής ακρόασης και προστασίας εξαρτάται από τους οικονομικούς πόρους του ενδιαφερόμενου προσώπου. Η εξάρτηση της πρόσβασης στη Δικαιοσύνη από την οικονομική κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε πλημμελή άσκηση ή αδυναμία ασκήσεως του συνταγματικού δικαιώματος προς βλάβη των συμφερόντων των αδύναμων προσώπων. Όπως επανειλημμένα έχει κρίνει του Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το δικαίωμα του άπορου κατηγορουμένου σε διορισμό συνηγόρου υπεράσπισης αποτελεί στοιχείο δίκαιης δίκης. Γι’ αυτό το λόγο προέκυψε η ανάγκη της οργάνωσης του θεσμού παροχής νομικής αρωγής προς πολίτες χαμηλού εισοδήματος με μέριμνα της πολιτείας. Την εποχή που διανύουμε, το δικαίωνα για δωρεάν δικαστική συνδρομή είναι βαρύνουσας σηµασίας για τους οικονοµικά ασθενέστερους πολίτες. Ωστόσο, η υποχρέωση της πολιτείας για διασφάλιση ανεµπόδιστης και αποτελεσµατικής άσκησης του δικαιώµατος δικαστικής προστασίας για τους αδύναμους παραβιάζεται λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην εκκαθάριση των αποζημιώσεων νομικής βοήθειας περί τα τρία έτη. Η παράλειψη αυτή, που οδήγησε τους συλλειτουργούς της Δικαιοσύνης σε αποχή από τα καθήκοντά τους από τις υποθέσεις νομικής βοήθειας προκαλεί προβλήματα στην εύρυθμη λειτουργία της Δικαιοσύνης με τις συνεχείς αναβολές των εν λόγω υποθέσεων και επιτείνει τη δυσμενή θέση στην οποία βρίσκονται οι οικονομικά αδύναμοι πολίτες.

Η επίλυση του προβλήματος αυτού και η εξεύρεση λύση ως προς τη συνεχιζόμενη αποχή των μελών των δικηγορικών συλλόγων λόγω της διάταξης του άρθρου 187 ΠΚ πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητα του Υπουργείου Δικαιοσύνης. Επίσης, προτεραιότητα πρέπει να αποτελέσει και η κάλυψη των εκατοντάδων κενών οργανικών θέσεων δικαστικών υπαλλήλων, δεδομένου ότι πλέον η αναλογία, που ισχύει σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη, τρεις γραμματείς για ένα Δικαστή, να έχει ανατραπεί πλήρως και να έχουμε φθάσει στο σημείο να αντιστοιχεί μισός υπάλληλος σε τρεις Δικαστές και σε μικρά Ειρηνοδικεία της χώρας να μην υπάρχει ούτε ένας δικαστικός υπάλληλος. Η ίδρυση Σχολής Δικαστικών Υπαλλήλων ήταν ένα θετικό βήμα, ωστόσο δεν μπορεί να επιλύσει το τεράστιο πρόβλημα και καθίσταται αναγκαία η προκήρυξη ενός κατά παρέκκλιση διαγωνισμού, όπως προβλέπει ο Κώδικας Δικαστικών Υπαλλήλων. Στο σημείο αυτό επαναφέρουμε την πρόταση που έχουμε εκφράσει δημόσια για τη δημιουργία συλλογικού σώματος – Ινστιτούτου Δικαιοσύνης, που σκοπό θα έχει τη μελέτη των προβλημάτων και την υποβολή προτάσεων προς επίλυση αυτών.

Τα προαναφερόμενα απεικονίζουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ασκείται το Δικαστικό Λειτούργημα. Πρόσφατα σε συνέδριο που διοργανώθηκε για θέματα Δικαιοσύνης, παρουσιάσθηκε έρευνα που έγινε για την κατάσταση αυτής στην χώρα μας. Από αυτή την έρευνα αναδείχθηκε ότι η Δικαιοσύνη, παρά τις όποιες παθογένειες, απολαμβάνει την εμπιστοσύνη των πολιτών, καθότι ποσοστό 42% που είχε δικαστική εμπλοκή ανέφερε ότι αποδόθηκε Δικαιοσύνη και το 30% ότι μάλλον αποδόθηκε.

Τέλος, πρέπει να επισημάνω για τις μεταρρυθμίσεις, για τις οποίες γίνεται μεγάλος λόγος. Ότι η Δικαιοσύνη χρειάζεται μεταρρυθμίσεις. Οι Δικαστικοί και Εισαγγελικοί λειτουργοί καλούνται, να αποδοκιμάσουν τη στασιμότητα και να συμβάλλουν στον εκσυγχρονισμό της Δικαιοσύνης. Όμως οι μεταρρυθμίσεις πρέπει να λάβουν χώρα με όρους που θα εγγυώνται την περιφρούρηση της προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας του Δικαστή, την ενίσχυση του ελεύθερου φρονήματος αυτού και την προστασία της αρχής του Κράτους Δικαίου".