ΠΗΓΗ: ΤΑ ΝΕΑ
Γράφει ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Βασίλης Φλωρίδης
Η χώρα μας είναι, σε σύγκριση με τις άλλες χώρες της Ευρώπης, μία καινούργια χώρα, τόσο πολιτειακά όσο και συντακτικά. Μόλις 200 χρόνια πολιτειακής ύπαρξης και μόλις 182 χρόνια συντακτικής. Το πρώτο σύνταγμα του Βασιλείου της Ελλάδος ήταν το Ελληνικό Σύνταγμα του 1844. Εκτοτε αυτή η μικρή και καινούργια χώρα πέρασε από επτά πολέμους, τέσσερις εμφυλίους πολέμους, ενώ βίωσε επτά πτωχεύσεις.
Το κύριο εισόδημα του κράτους αποτελούσε σταθερά και πάντα ο εξωτερικός δανεισμός. Σε όλο αυτό χρονικό διάστημα, ένα μόνιμο χαρακτηριστικό διαπερνούσε την πολιτειακή υπόσταση του κράτους μας: Η διαφθορά. Από τότε που ήρθαν από την Αγγλία τα πρώτα δάνεια της Ανεξαρτησίας, το 1824, μέχρι και σήμερα, η διαφθορά κυριαρχεί στην αξιοποίηση του δημοσίου χρήματος και σταθερά οδηγεί στη διασπάθισή του.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η διαφθορά έγινε κανονικότητα και δεν θεωρείται, για ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού, παρέκκλιση. Οπως έλεγε και ο Αριστοτέλης, η επανάληψη μιας πράξης μεταβάλλει την ηθική μας αντίληψη και τελικά αλλάζει και την ίδια τη φύση μας. Αυτό που γίνεται συνήθεια αντιμετωπίζεται πια ως κάτι φυσιολογικό.
Οι συνέπειες όμως αυτής της «κανονικότητας» είναι τραγικές: Οι πολίτες χάνουν την εμπιστοσύνη τους στους θεσμούς και τους θεωρούν εξ ορισμού υπεύθυνους για ό,τι κακό τους συμβεί. Ο αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των λίγων που έχουν πρόσβαση στα κανάλια της εξουσίας και των πολλών που δεν έχουν, δημιουργεί εμφανή οικονομική στρέβλωση. Η κοινωνική παραίτηση η οποία εκδηλώνεται με αποχή από τα κοινά και αποτυπώνεται κυρίως στις εθνικές εκλογές, εμφανίζεται να είναι μονόδρομος.
Οσο και να φαίνεται παράξενο, τα ελληνικά Συντάγματα είναι μία από τις κύριες αιτίες της διατήρησης της διαφθοράς στη χώρα μας.
Η σταθερή επιμονή του πολιτικού συστήματος να μην αλλάξει το άρθ. 86 του Συντ. είναι καταφανώς αδικαιολόγητη. Μόλις πρόσφατα, το 2019, άλλαξε η διάταξη που προέβλεπε ειδικά παραγραφή για τα εγκλήματα των Υπουργών. Ενα κακούργημα ενός πολίτη που παραγραφόταν σε 20 χρόνια, για έναν Υπουργό θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να είναι 7 μήνες!
Καμία μείωση της διαφθοράς δεν μπορεί να γίνει όταν ο πολιτικός ξέρει ότι μπορεί να αποφύγει την ποινική τιμωρία. Ασφαλώς και πρέπει να θεσπιστούν ταχείες διαδικασίες για την εκκαθάριση των ποινικών εκκρεμοτήτων των πολιτικών. Είναι δημόσια πρόσωπα και δεν μπορεί να σέρνονται εις βάρος τους εσαεί υπόνοιες. Επίσης, θα πρέπει να εκλέγονται με μυστική ψηφοφορία και προκαθορισμένη θητεία, συγκεκριμένοι δικαστικοί που θα ασχολούνται με τις ποινικές υποθέσεις πολιτικών. Η ποινική μεταχείριση, όμως, των πολιτικών πρέπει να γίνεται, όπως για όλους τους πολίτες, από έλληνες δικαστικούς λειτουργούς και σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας, χωρίς τη μεσολάβηση της Βουλής. Διαφορετικά πάλι στα ίδια θα είμαστε.
Ακόμη, ας υλοποιηθεί επιτέλους και στη χώρα μας η απαίτηση του άρθ. 26 του Συντ. για την πραγματική διάκριση των εξουσιών. Η Βουλή πρέπει να νομοθετεί, η Κυβέρνηση να εφαρμόζει τους νόμους που ψηφίζει η Βουλή και η Δικαστική Εξουσία να απονέμει δικαιοσύνη. Πώς μπορεί να λειτουργήσει η διάκριση των εξουσιών όταν επιτρέπεται στους βουλευτές να γίνονται Υπουργοί; Οι βουλευτές είναι λειτουργικά αρμόδιοι να ελέγχουν την Κυβέρνηση. Πώς θα το κάνουν αυτό όταν είναι και οι ίδιοι μέλη της;
Πέραν αυτού, όλοι γνωρίζουμε ότι με το που εκλέγεται κάποιος βουλευτής, αρχίζει να δημιουργεί σχέσεις με το περιβάλλον τού (εκάστοτε) Μεγάρου Μαξίμου, για τη λήψη χαρτοφυλακίου. Κυρίως, γιατί αυτό του εξασφαλίζει περισσότερη δημοσιότητα και δύναμη, άρα και δυνατότητα για περισσότερα ρουσφέτια που θα εξασφαλίσουν πιο άνετα την επανεκλογή του. Αρα η εξάρτησή του και η ταυτόχρονη μείωση της ανεξαρτησίας τους είναι εξ ορισμού δεδομένη.
Μπορούμε να φτιάξουμε μία πιο ποιοτική δημοκρατία και στη χώρα μας. Το θέμα είναι αν το θέλει και το πολιτικό μας σύστημα.

