
Γράφει ο Γεώργιος Αποστολάκης, Αντιπρόεδρος ΑΠ ε.τ. και πρώην βουλευτής Επικρατείας με τη "ΝΙΚΗ"
Τη Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026 ξεκίνησε στη Λάρισα η κύρια δίκη για την τραγωδία των Τεμπών. Δεν πρόκειται για μία ακόμη ποινική διαδικασία. Πρόκειται για ένα συνολικό τεστ της χώρας. Η εξέλιξη και το αποτέλεσμά της θα αποτελέσουν δείκτη για την πραγματική κατάσταση και την ποιότητα της Ελλάδας: της Δικαιοσύνης, του δικαστικού συστήματος, της πολιτικής εξουσίας και τελικά της ίδιας της κοινωνίας.
Είναι μια δίκη που δεν αφορά μόνο το τι έγινε, αλλά το πώς λειτουργεί η χώρα.
1. Η Δικαιοσύνη ως θεσμός: απόδοση ευθυνών ή εκτόνωση της οργής;
Η Δικαιοσύνη, ως θεσμός, δεν εξαντλείται στην έκδοση αποφάσεων. Οφείλει να αποδίδει πλήρως ευθύνες, να αποκαθιστά το περί δικαίου αίσθημα, αλλά και να λειτουργεί ως εγγύηση ότι το κράτος δεν εγκαταλείπει τον πολίτη.
Η δίκη των Τεμπών θα δείξει αν η ελληνική Δικαιοσύνη λειτουργεί ως μηχανισμός ουσιαστικής λογοδοσίας, ή ως μηχανισμός εκτόνωσης της κοινωνικής πίεσης χωρίς πραγματική κάθαρση.
2. Δικαιοσύνη ως ιδέα και δικαστικό σύστημα ως πράξη
Πρέπει να γίνει μια κρίσιμη διάκριση: Άλλο η Δικαιοσύνη ως ιδέα, ως αξία, ως θεμελιώδης αρχή πολιτισμού. Και άλλο το υφιστάμενο δικαστικό σύστημα και τα πρόσωπα που το υπηρετούν.
Η δίκη αυτή θα αποτελέσει δείγμα του ήθους, της επάρκειας και της προσωπικής ανεξαρτησίας όχι μόνο των δικαστών της έδρας, αλλά συνολικά του δικαστικού σώματος. Διότι σε τέτοιες ακριβώς υποθέσεις αποκαλύπτεται αν οι δικαστές λειτουργούν ως φορείς της Δικαιοσύνης, ή ως γρανάζια ενός περιορισμένου και ελεγχόμενου συστήματος.
3. Η πολιτική ευθύνη: λογοδοσία ή θεσμική ασυλία;
Η τραγωδία των Τεμπών δεν είναι ένα «ατύχημα». Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, παραλείψεων και διαχρονικής εγκατάλειψης κρίσιμων υποδομών.
Μέχρι σήμερα όμως είναι σαφές: Δεν υπήρξε ουσιαστική ανάληψη ευθύνης από το κυβερνητικό προσωπικό και το πολιτικό σύστημα. Αντίθετα, επιβεβαιώθηκε ότι η πολιτική εξουσία λειτουργεί σε καθεστώς έμμεσης ασυλίας. Η ποιότητα της πολιτικής ζωής κρίνεται ακριβώς εδώ: στην ικανότητα της εξουσίας να λογοδοτεί όταν αποτυγχάνει και όχι να προστατεύει τον εαυτό της
4. Η σκιά της συγκάλυψης: θα την επικυρώσει ή θα την ανατρέψει η Δικαιοσύνη;
Ένα από τα πιο βαριά σημεία της υπόθεσης είναι οι καταγγελίες για αφαίρεση στοιχείων από τον τόπο του εγκλήματος, αλλοίωση πειστηρίων αλλά και πλημμελή διαχείριση κρίσιμων αποδεικτικών δεδομένων στο στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας.
Το κρίσιμο πλέον ερώτημα είναι: Η Δικαιοσύνη, στο στάδιο του ακροατηρίου, θα διερευνήσει σε βάθος αυτές τις ενέργειες; ή με την απόφασή της θα οδηγηθεί, έστω και έμμεσα, σε επικύρωση μιας συγκάλυψης που ήδη επιχειρήθηκε στο στάδιο της ανάκρισης;
Διότι αν η αλήθεια έχει αλλοιωθεί και αυτό δεν αποκατασταθεί, τότε δεν μιλάμε απλώς για αποτυχία της Δικαιοσύνης. Μιλάμε για ενεργή νομιμοποίηση της συγκάλυψης.
5. Η κοινωνική διάσταση: δικαίωση των νεκρών ή αναπαραγωγή του κινδύνου;
Η δικαίωση των θυμάτων δεν είναι μόνο ποινικό ζήτημα. Είναι και ζήτημα πρόληψης. Αν η δίκη περιοριστεί σε τιμωρίες χωρίς ουσία, ο κίνδυνος μαζικών ατυχημάτων στα τρένα και τα άλλα δημόσια μέσα μεταφοράς θα παραμείνει.
Η πραγματική δικαίωση σημαίνει: τιμωρία των υπευθύνων, αποκάλυψη της αλήθειας και κυρίως εξάλειψη των αιτίων που οδήγησαν στην τραγωδία.
Διαφορετικά, οι νεκροί των Τεμπών δεν θα έχουν δικαιωθεί. Θα έχουν απλώς ενταχθεί σε μια στατιστική τραγωδιών.
6. Η δίκη ως σημείο καμπής για το κοινωνικό κίνημα
Η υπόθεση των Τεμπών δεν έμεινε στο επίπεδο της ποινικής διαδικασίας. Γέννησε ένα παλλαϊκό κίνημα με αιτήματα: Δικαιοσύνη, κάθαρση, τιμωρία, λογοδοσία. Στο επίκεντρο αυτού του κινήματος στάθηκαν οι γονείς των θυμάτων, με εμβληματική μορφή τη Μαρία Καρυστιανού.
Η δίκη αυτή και η εξέλιξή της θα κρίνει αν αυτό το κίνημα θα δικαιωθεί και θα ενισχυθεί, ή αν θα οδηγηθεί σε απογοήτευση και αποσυσπείρωση.
Και εδώ το βάρος είναι διπλό: στη στάση των γονέων, που ήδη έχουν σηκώσει το βάρος της αλήθειας, αλλά και στο ενδιαφέρον και την εγρήγορση της κοινωνίας. Γιατί τα κινήματα δεν πεθαίνουν μόνο από την καταστολή. Πεθαίνουν από την κόπωση και την απώλεια πίστης. Και τότε, δεν θα έχει ηττηθεί μόνο ένα κίνημα. Θα έχει ηττηθεί η ίδια η ιδέα ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει τα πράγματα.
7. Η Δικαιοσύνη ως υπαρξιακή προϋπόθεση επιβίωσης της χώρας
Η απαίτηση για Δικαιοσύνη, κάθαρση και λογοδοσία δεν είναι ένα ακόμη πολιτικό αίτημα. Δεν είναι ένα σύνθημα συγκυρίας. Είναι μία από τις πέντε υπαρξιακές προϋποθέσεις για την επιβίωση της Ελλάδας. Οι άλλες τέσσερις είναι: το δημογραφικό, ο πρωτογενής τομέας και η παραγωγική αυτάρκεια, η εθνική ανεξαρτησία και ακεραιότητα, η διατήρηση της ελληνοκεντρικής ταυτότητας του έθνους.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αλήθεια: Οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους. Είναι αλληλένδετες και αλληλοτροφοδοτούμενες. Χωρίς Δικαιοσύνη δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή. Δεν υπάρχει διάθεση συμμετοχής και προσφοράς. Δεν υπάρχει κράτος ικανό να προστατεύσει ούτε την οικονομία, ούτε την εθνική του υπόσταση.
Αν ματαιωθεί η Δικαιοσύνη το δημογραφικό επιδεινώνεται, γιατί οι νέοι δεν πιστεύουν στη χώρα. Χωρίς Δικαιοσύνη, όλα τα άλλα γίνονται εύθραυστα. Η παραγωγή υπονομεύεται, γιατί επικρατεί η ατιμωρησία και η αναξιοκρατία. Η εθνική ανεξαρτησία αποδυναμώνεται, γιατί ένα κράτος χωρίς εσωτερική νομιμοποίηση είναι ευάλωτο. Η ταυτότητα διαβρώνεται, γιατί χάνεται το κοινό αξιακό υπόβαθρο.
Η Δικαιοσύνη, λοιπόν, δεν είναι ένας τομέας. Είναι το θεμέλιο που συγκρατεί τα πάντα. Και γι’ αυτό η δίκη των Τεμπών υπερβαίνει τα όρια μιας τραγωδίας. Αγγίζει το ίδιο το ζήτημα της εθνικής επιβίωσης.
Γι’ αυτό η δίκη των Τεμπών είναι ένα οριακό σημείο. Δεν θα κριθεί μόνο αν θα τιμωρηθούν κάποιοι. Θα κριθεί αν η χώρα μπορεί να σταθεί όρθια.
Αν αποδοθεί Δικαιοσύνη, θα έχει διασωθεί κάτι πολύ βαθύτερο από μια υπόθεση: η πίστη ότι η Ελλάδα μπορεί να αυτοδιορθωθεί.
Αν όμως αποτύχει, αν η αλήθεια δεν αποκαλυφθεί, αν οι ευθύνες περιοριστούν, αν η συγκάλυψη επικρατήσει, τότε η ζημιά δεν θα είναι συγκυριακή. Θα είναι δομική.
Γιατί τότε θα χαθεί η εμπιστοσύνη. Θα αποσυρθεί η κοινωνία. Θα νεκρώσει κάθε κίνημα.
Και μαζί θα χαθεί και η ελπίδα. Και μια χώρα χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς συμμετοχή και χωρίς ελπίδα δεν κινδυνεύει απλώς. Έχει ήδη αρχίσει να παρακμάζει. Και τότε, το πρόβλημα δεν θα είναι αν αποδόθηκε Δικαιοσύνη στα Τέμπη. Θα είναι ότι χάθηκε η δυνατότητα της χώρας να αποδώσει Δικαιοσύνη οπουδήποτε.
Τη Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026 ξεκίνησε στη Λάρισα η κύρια δίκη για την τραγωδία των Τεμπών. Δεν πρόκειται για μία ακόμη ποινική διαδικασία. Πρόκειται για ένα συνολικό τεστ της χώρας. Η εξέλιξη και το αποτέλεσμά της θα αποτελέσουν δείκτη για την πραγματική κατάσταση και την ποιότητα της Ελλάδας: της Δικαιοσύνης, του δικαστικού συστήματος, της πολιτικής εξουσίας και τελικά της ίδιας της κοινωνίας.
Είναι μια δίκη που δεν αφορά μόνο το τι έγινε, αλλά το πώς λειτουργεί η χώρα.
1. Η Δικαιοσύνη ως θεσμός: απόδοση ευθυνών ή εκτόνωση της οργής;
Η Δικαιοσύνη, ως θεσμός, δεν εξαντλείται στην έκδοση αποφάσεων. Οφείλει να αποδίδει πλήρως ευθύνες, να αποκαθιστά το περί δικαίου αίσθημα, αλλά και να λειτουργεί ως εγγύηση ότι το κράτος δεν εγκαταλείπει τον πολίτη.
Η δίκη των Τεμπών θα δείξει αν η ελληνική Δικαιοσύνη λειτουργεί ως μηχανισμός ουσιαστικής λογοδοσίας, ή ως μηχανισμός εκτόνωσης της κοινωνικής πίεσης χωρίς πραγματική κάθαρση.
2. Δικαιοσύνη ως ιδέα και δικαστικό σύστημα ως πράξη
Πρέπει να γίνει μια κρίσιμη διάκριση: Άλλο η Δικαιοσύνη ως ιδέα, ως αξία, ως θεμελιώδης αρχή πολιτισμού. Και άλλο το υφιστάμενο δικαστικό σύστημα και τα πρόσωπα που το υπηρετούν.
Η δίκη αυτή θα αποτελέσει δείγμα του ήθους, της επάρκειας και της προσωπικής ανεξαρτησίας όχι μόνο των δικαστών της έδρας, αλλά συνολικά του δικαστικού σώματος. Διότι σε τέτοιες ακριβώς υποθέσεις αποκαλύπτεται αν οι δικαστές λειτουργούν ως φορείς της Δικαιοσύνης, ή ως γρανάζια ενός περιορισμένου και ελεγχόμενου συστήματος.
3. Η πολιτική ευθύνη: λογοδοσία ή θεσμική ασυλία;
Η τραγωδία των Τεμπών δεν είναι ένα «ατύχημα». Είναι αποτέλεσμα πολιτικών επιλογών, παραλείψεων και διαχρονικής εγκατάλειψης κρίσιμων υποδομών.
Μέχρι σήμερα όμως είναι σαφές: Δεν υπήρξε ουσιαστική ανάληψη ευθύνης από το κυβερνητικό προσωπικό και το πολιτικό σύστημα. Αντίθετα, επιβεβαιώθηκε ότι η πολιτική εξουσία λειτουργεί σε καθεστώς έμμεσης ασυλίας. Η ποιότητα της πολιτικής ζωής κρίνεται ακριβώς εδώ: στην ικανότητα της εξουσίας να λογοδοτεί όταν αποτυγχάνει και όχι να προστατεύει τον εαυτό της
4. Η σκιά της συγκάλυψης: θα την επικυρώσει ή θα την ανατρέψει η Δικαιοσύνη;
Ένα από τα πιο βαριά σημεία της υπόθεσης είναι οι καταγγελίες για αφαίρεση στοιχείων από τον τόπο του εγκλήματος, αλλοίωση πειστηρίων αλλά και πλημμελή διαχείριση κρίσιμων αποδεικτικών δεδομένων στο στάδιο της ανακριτικής διαδικασίας.
Το κρίσιμο πλέον ερώτημα είναι: Η Δικαιοσύνη, στο στάδιο του ακροατηρίου, θα διερευνήσει σε βάθος αυτές τις ενέργειες; ή με την απόφασή της θα οδηγηθεί, έστω και έμμεσα, σε επικύρωση μιας συγκάλυψης που ήδη επιχειρήθηκε στο στάδιο της ανάκρισης;
Διότι αν η αλήθεια έχει αλλοιωθεί και αυτό δεν αποκατασταθεί, τότε δεν μιλάμε απλώς για αποτυχία της Δικαιοσύνης. Μιλάμε για ενεργή νομιμοποίηση της συγκάλυψης.
5. Η κοινωνική διάσταση: δικαίωση των νεκρών ή αναπαραγωγή του κινδύνου;
Η δικαίωση των θυμάτων δεν είναι μόνο ποινικό ζήτημα. Είναι και ζήτημα πρόληψης. Αν η δίκη περιοριστεί σε τιμωρίες χωρίς ουσία, ο κίνδυνος μαζικών ατυχημάτων στα τρένα και τα άλλα δημόσια μέσα μεταφοράς θα παραμείνει.
Η πραγματική δικαίωση σημαίνει: τιμωρία των υπευθύνων, αποκάλυψη της αλήθειας και κυρίως εξάλειψη των αιτίων που οδήγησαν στην τραγωδία.
Διαφορετικά, οι νεκροί των Τεμπών δεν θα έχουν δικαιωθεί. Θα έχουν απλώς ενταχθεί σε μια στατιστική τραγωδιών.
6. Η δίκη ως σημείο καμπής για το κοινωνικό κίνημα
Η υπόθεση των Τεμπών δεν έμεινε στο επίπεδο της ποινικής διαδικασίας. Γέννησε ένα παλλαϊκό κίνημα με αιτήματα: Δικαιοσύνη, κάθαρση, τιμωρία, λογοδοσία. Στο επίκεντρο αυτού του κινήματος στάθηκαν οι γονείς των θυμάτων, με εμβληματική μορφή τη Μαρία Καρυστιανού.
Η δίκη αυτή και η εξέλιξή της θα κρίνει αν αυτό το κίνημα θα δικαιωθεί και θα ενισχυθεί, ή αν θα οδηγηθεί σε απογοήτευση και αποσυσπείρωση.
Και εδώ το βάρος είναι διπλό: στη στάση των γονέων, που ήδη έχουν σηκώσει το βάρος της αλήθειας, αλλά και στο ενδιαφέρον και την εγρήγορση της κοινωνίας. Γιατί τα κινήματα δεν πεθαίνουν μόνο από την καταστολή. Πεθαίνουν από την κόπωση και την απώλεια πίστης. Και τότε, δεν θα έχει ηττηθεί μόνο ένα κίνημα. Θα έχει ηττηθεί η ίδια η ιδέα ότι η κοινωνία μπορεί να αλλάξει τα πράγματα.
7. Η Δικαιοσύνη ως υπαρξιακή προϋπόθεση επιβίωσης της χώρας
Η απαίτηση για Δικαιοσύνη, κάθαρση και λογοδοσία δεν είναι ένα ακόμη πολιτικό αίτημα. Δεν είναι ένα σύνθημα συγκυρίας. Είναι μία από τις πέντε υπαρξιακές προϋποθέσεις για την επιβίωση της Ελλάδας. Οι άλλες τέσσερις είναι: το δημογραφικό, ο πρωτογενής τομέας και η παραγωγική αυτάρκεια, η εθνική ανεξαρτησία και ακεραιότητα, η διατήρηση της ελληνοκεντρικής ταυτότητας του έθνους.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη αλήθεια: Οι προϋποθέσεις αυτές δεν είναι ανεξάρτητες μεταξύ τους. Είναι αλληλένδετες και αλληλοτροφοδοτούμενες. Χωρίς Δικαιοσύνη δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή. Δεν υπάρχει διάθεση συμμετοχής και προσφοράς. Δεν υπάρχει κράτος ικανό να προστατεύσει ούτε την οικονομία, ούτε την εθνική του υπόσταση.
Αν ματαιωθεί η Δικαιοσύνη το δημογραφικό επιδεινώνεται, γιατί οι νέοι δεν πιστεύουν στη χώρα. Χωρίς Δικαιοσύνη, όλα τα άλλα γίνονται εύθραυστα. Η παραγωγή υπονομεύεται, γιατί επικρατεί η ατιμωρησία και η αναξιοκρατία. Η εθνική ανεξαρτησία αποδυναμώνεται, γιατί ένα κράτος χωρίς εσωτερική νομιμοποίηση είναι ευάλωτο. Η ταυτότητα διαβρώνεται, γιατί χάνεται το κοινό αξιακό υπόβαθρο.
Η Δικαιοσύνη, λοιπόν, δεν είναι ένας τομέας. Είναι το θεμέλιο που συγκρατεί τα πάντα. Και γι’ αυτό η δίκη των Τεμπών υπερβαίνει τα όρια μιας τραγωδίας. Αγγίζει το ίδιο το ζήτημα της εθνικής επιβίωσης.
Γι’ αυτό η δίκη των Τεμπών είναι ένα οριακό σημείο. Δεν θα κριθεί μόνο αν θα τιμωρηθούν κάποιοι. Θα κριθεί αν η χώρα μπορεί να σταθεί όρθια.
Αν αποδοθεί Δικαιοσύνη, θα έχει διασωθεί κάτι πολύ βαθύτερο από μια υπόθεση: η πίστη ότι η Ελλάδα μπορεί να αυτοδιορθωθεί.
Αν όμως αποτύχει, αν η αλήθεια δεν αποκαλυφθεί, αν οι ευθύνες περιοριστούν, αν η συγκάλυψη επικρατήσει, τότε η ζημιά δεν θα είναι συγκυριακή. Θα είναι δομική.
Γιατί τότε θα χαθεί η εμπιστοσύνη. Θα αποσυρθεί η κοινωνία. Θα νεκρώσει κάθε κίνημα.
Και μαζί θα χαθεί και η ελπίδα. Και μια χώρα χωρίς εμπιστοσύνη, χωρίς συμμετοχή και χωρίς ελπίδα δεν κινδυνεύει απλώς. Έχει ήδη αρχίσει να παρακμάζει. Και τότε, το πρόβλημα δεν θα είναι αν αποδόθηκε Δικαιοσύνη στα Τέμπη. Θα είναι ότι χάθηκε η δυνατότητα της χώρας να αποδώσει Δικαιοσύνη οπουδήποτε.

